Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δεκαετία ογδόντα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δεκαετία ογδόντα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

26 Δεκ 2019

Όλα μες τη γιορτή είναι

Το μεσημέρι κρύο. Ο ουρανός γκρι μολυβί. Η αγορά  ανοιχτή με όλα τα λαμπάκια της αναμμένα. Ακόμα και τα χασάπικα δείχνουν γιορτινά αυτές τις μέρες: οι χασάπηδες είναι γλυκομίλητοι, τα λουκάνικα, κρεμασμένα και κόκκινα όπως είναι, δεν χρειάζονται γιρλάντες, είναι από μόνα τους «γιρλάντες». Αστεράκια αναβοσβήνουν αυτιστικά πάνω απ τα αναψοκοκκινισμένα πρόσωπα αυτών που ψωνίζουν και που τρέχουν να τα προλάβουν όλα. Μια τέτοια βόλτα, με συνδέει με τις αντίστοιχες βόλτες που έκανα κάθε χρόνο τέτοιες μέρες με τον πατέρα μου, στη Βαρβάκειο και στα Πέριξ. Απ το ’90 μέχρι και όλη τη δεκαετία του 2000. Η Αθήνα άλλαζε, αλλά οι μυρωδιές και οι ήχοι έμεναν σταθεροί. Απ’ τα μοδάτα μαγαζιά έβγαινε ο ήχος εφησυχασμένης τζαζ που σου έφτιαχνε πάντα τη διάθεση. Ξαφνικά εισέβαλαν απ έξω χαρωποί  γύφτοι  με κλαρίνα. Χαρά θεού. Μετά περνώντας τα σιντάδικα της Σοφοκλέους άκουγες όλα τα τελευταία σουξέ. Μπορεί να τα προσπερνούσαμε αδιάφορα τότε, αλλά σίγουρα τώρα παραδεχόμαστε σχεδόν όλοι πως αποτυπώνουν, με τον τρόπο τους, την εποχή εκείνη:
«Δε μ’ ενδιαφέρει αν έχεις όνομα στην πιάτσα/ και δυνατές στη Σοφοκλέους μετοχές/ δε μ’ ενδιαφέρει αν έχεις γυμνασμένα μπράτσα/ και κάρτα Αμέρικαν Εξπρές. Γιατί σού λείπει αυτό που ψάχνω εγώ να βρω/ μα δεν το ’χει όμως κανείς σας/ κι έχω βαρεθεί μαζί σας/ όλοι οι άντρες ίδια φάτσα/ τάζετ’ ουρανούς με τ’ άστρα. /Μα κανείς δεν έχει αυτό που συνέχεια αναζητώ/ Αυτό το κάτι που θέλω/ που θα με κάνει σαν τρελή να σε θέλω».
2000 Θεσσαλονίκη Έναρξη Πύλη Αξιού.Καίτη Γαρμπή Σάκης Ρουβάς
Η βόλτα στην αγορά τελείωσε, επιστρέφω σπίτι μισοζαλισμένος. Επιμένω ν' ανοίγω, απ το πρωί ως το βράδυ, τα λαμπάκια στο δέντρο, που κατά βάθος είναι το πιο ωραίο πράγμα επάνω στο δέντρο και θα μπορούσαν να υπάρχουν και χωρίς αυτό. Περιμένοντας το γιορτινό τραπέζι βάζω ν’ ακούσω τα «Άπαντα» του Elvis, παραδοσιακά πλέον, από την υπέροχη Sun περίοδό του έως τα χρόνια του Vegas και του φυστικοβούτυρου. Συχνά λερώνω, κατά λάθος, τα εξώφυλλα των CD με τα μελομακάρονα.
Το πρωί έχουν προηγηθεί τα κάλαντα απ’ τα λιγοστά πια παιδάκια. Τους ανοίγω πάντα με χαρά. Κι εγώ μικρός τα έλεγα και τρίγωνο είχα κι απ’ όλα. Το έθιμο κρατούσε ακόμα στις πολυκατοικίες και στις αλάνες της δεκαετίας του 80. Όλο λέω  ότι θα γιορτάσω ως «παραδοσιακός άνθρωπος» χωρίς ποτέ να έχω γνωρίσει πραγματικά την Παράδοση: Καραβάκι με λαμπάκια, εκκλησία την παραμονή, παραδοσιακά κάλαντα, ανάγνωση Παπαδιαμάντη, όλα αυτά τα ωραία πράγματα που μοιάζουν σα να έρχονται από άλλη χώρα ή άλλο πλανήτη, και που για την ώρα τα λυμαίνονται οι πιουρίστες, συχνά στο όνομα μιας «καθαρότητας» και χωρίς συναίσθημα. Η «καθαρότητα» όμως δεν αφήνει χώρο στην απόλαυση. Και οι παλιοί μπερδεμένα τα έκαναν και νεωτερισμούς εισήγαγαν κι απ’ όλα. Όλα μες τη γιορτή είναι. Εγώ πάντως κάθε χρόνο βάζω τα Ελληνικά Κάλαντα, τον ιστορικό δίσκο της Δόμνας Σαμίου και τον απολαμβάνω μες το διαμέρισμα. 
R 10697402 1502608393 1842.jpeg
Με τον Αη Βασίλη ήμουν πάντα καχύποπτος. Θυμάμαι εκείνη την πολαροιντ απ’ τα Χριστούγεννα του 1979 προς 1980. Ήταν στο Μινιόν. Ήμουν γύρω στα τέσσερα και  στα ηχεία του πολυκαταστήματος πρέπει να έπαιζε κάτι σαν το «Να με παίρνανε τα σύννεφα» σε ντίσκο εκδοχή με τη Μαρινέλλα. Η φωτογραφία με δείχνει να χτυπιέμαι κατακόκκινος απ’ το κλάμα στα γόνατα ενός ενοχλημένου Αη βασίλη με στραβή, μάλιστα, γενειάδα. Προφανώς ο τύπος θα ήταν υπάλληλος του καταστήματος και θα ήταν κάπως σκασμένος απ’ την κοπιαστική ημέρα και δεν θα είχε και πολλή υπομονή μ’ εμένα. Τώρα τον καταλαβαίνω. Λίγο μετά το Μινιόν κάηκε, εν μέσω εορταστικής περιόδου μάλιστα.
minion17
Όλα άλλαξαν απότομα, ο απηυδισμένος υπάλληλος του Μινιόν που παρίστανε τον Αη Βασίλη μπορεί να ψήφισε ΠΑΣΟΚ, ίσως και να μπήκε στο Δημόσιο και μετά τέρμα η στολή. Ησύχασε. Εγώ βέβαια εξακολούθησα να μην συμπαθώ πολύ τον τύπο με τα κόκκινα και τη γενειάδα.
Προτιμώ τους δικούς μου προσωπικούς «Αγιοβασίληδες».
Το ελληνικό τραγούδι έχει αρκετούς. Πρώτος και καλύτερος και κλασσικότερος ο Σαββόπουλος, τουλάχιστον αυτός έχει βγάλει δισκάρες. Μετά ο Τζίμης Πανούσης, ένας άγιος με το «διάολο» μέσα του. Ο Μανώλης Ρασούλης θα μπορούσε, επίσης,  να είναι ένας παραπονιάρης Έλληνας Άγιος Βασίλης. Ήταν βιβλική φιγούρα ο αγαπημένος τραγουδοποιός. Ένας άλλος, πιο εναλλακτικός, βγαλμένος κι αυτός λες απ’ την Αγία Γραφή, είναι ο Ψαραντώνης, αν και τώρα που το σκέφτομαι ταιριάζει καλύτερα με τον Αη Γιάννη τον Πρόδρομο. Ο Π.Ε. Δημητριάδης είναι, επίσης, μια πρόταση στις μέρες μας, για το εγγύς μέλλον.
«Πάει ο παλιός ο χροοόνος ας γιορτάσουμε παιδιααα!»
Ακούω τους γιους μου να το τραγουδάνε κι εγώ σκέφτομαι τα παρακάτω.
Ήμουν γελαστό παιδάκι και μάλλον γι’ αυτό το λόγο η δασκάλα με είχε διαλέξει στην Α’ Δημοτικού να κάνω το Νέο Χρόνο με τα Δώρα. Μου χαν φορέσει, μάλιστα,  ένα στέμμα κι ένα πορτοκαλί ύφασμα σαν κάπα. Ένας μουτρωμένος συμμαθητής μου, καλό φιλαράκι, ενσάρκωνε τον Παλιό τον Χρόνο. Εγώ αν υπολογίζω καλά τώρα,  παρίστανα το 1981, χρονιά  μεταξύ άλλων του μεγάλου σεισμού της Αθήνας, της Θύρας 7 και του ερχομού του ΠΑΣΟΚ στην Εξουσία. Τα συμπεράσματα δικά σας.
Κάποια άλλη πρωτοχρονιά στη Θεσσαλονίκη που είχα πάει με τους γονείς μου είχα δει κάτι πολύ περίεργο, σαν όραμα, κάτι άσχετο με το θέμα ίσως, αλλά που μες στο μυαλό μου, έχει και κάποια σχέση. Μέναμε σ’ ένα ξενοδοχείο και τη βραδιά της παραμονής είδα το Μανώλη Αγγελόπουλο, να περιμένει σοβαρός στη ρεσεψιόν. Φορούσε γούνινο παλτό και είχε μακριά λαδωμένα μαλλιά, ήταν σαν ροκ σταρ, ένας περήφανος βασιλιάς των τσιγγάνων. Προφανώς θα ετοιμαζόταν να τραγουδήσει σε κάποιο κέντρο για το ρεβεγιόν. Εκείνη τη νύχτα, κάποιοι θεσσαλονικείς θα άλλαξαν τη χρονιά με τα «Μαύρα μάτια σου» και το «Αμάν Κουζουμ Αμάν Γιαβρούμ».
A 1022137 1433429177 6370.jpeg
Μ’ αυτά και μ’ αυτά ήρθε η στιγμή για το γιορτινό τραπέζι. Εκεί κυριαρχεί πάντα η θαλπωρή και η άφεση αμαρτιών, έστω και με τη μορφή ανακωχής για λίγες ώρες. Γενικώς  όλοι προσπαθούν να δείξουν και να φερθούν γιορτινά. Φιλιά, γέλια, δώρα. Εορταστικά προγράμματα με ζεϊμπεκιές στη τιβί,  που κανείς δε βλέπει. Μια άστοχη κουβέντα ή ένα δηλητηριώδες πολιτικό σχόλιο, μπορεί να οδηγήσει τη βραδιά σε ένα μικρό οικογενειακό δράμα, παρόμοιο μ αυτό που εκτυλίσσεται στο Festen  του Vinterberg.  Όλα μες τη γιορτή είναι εξάλλου. Και όλα μπερδεύονται με τη μυρωδιά της γεμιστής γαλοπούλας ή του χοιρινού με τα δαμάσκηνα που ψήνεται, το κόκκινο κρασί και τη φωνή του Bing Crosby και των υπόλοιπων γιορτινών crooners. Φωνές ζεστές, παρηγορητικές, απ’ τα βάθη του χρόνου, σαν να ίπτανται πάνω απ’ τα κεφάλια μας ή να σιγοντάρουν πίσω απ’ τα έπιπλα καθ’ όλη τη διάρκεια του τραπεζιού. Αυτό οφείλεται τις πιο πολλές φορές στην πλούσια δισκοθήκη του θείου μας που ξεσκονίζεται επιμελώς απ’ το πρωί. Τελικά νομίζω στο τέλος της βραδιάς επικρατεί πάντα μια γλυκεία κούραση και η αγάπη. Ακόμα και στην εποχή που έβραζε το αίμα μας, εμείς βαριόμασταν τελικά να βγούμε έξω στο κρύο και να βρούμε τους φίλους μας σε κάποιο ροκ μπαρ με κουτάκια μπύρας. Το γιορτινό τραπέζι είχε, τότε, για μας, κάτι το ζεστό και γλυκό άλλα και ευνουχιστικό μαζί
Την ώρα του γλυκού, όταν η βραδιά έχει προχωρήσει, παίζουν, σαν από μόνες τους πια, σκόρπιες μουσικές. Συγκινούμαι πάντα με την επιβλητική μελωδία του "Hark the Herald Angel Sing", σε όλες του τις εκτελέσεις, μ αρέσει και κει που ο Σαββόπουλος την εντάσσει στο δικό του «Σχόλιο»: «Γύρω στο '48/ πέρασα από κει κι εγώ». Τα Χριστούγεννα είναι παντού, απ’ την Οξφόρδη έως τη Μακρόνησο.
Κάποιοι στο τέλος πια, χυμένοι στους καναπέδες λίγο πριν τη μέθη ή τον ύπνο, αλλάζουν τα κανάλια της τηλεόρασης. Το κουτί, ο χλωμός πρόγονος του Νέτφλιξ, παίζει ανόρεχτα, όπως κάθε χρόνο τέτοιες μέρες, το ίδιο σήριαλ: όλοι οι αμφιλεγόμενοι ηγέτες της υφηλίου (φέτος ξεχωρίζει πάλι ο Donald Trump) προσποιούνται τους καλούς, μοιράζουν ευχές για ειρήνη και οι γυναίκες τους συμφωνούν κουνώντας το κεφάλι τους. Μετά αρχίζουν οι ανασκοπήσεις, η χρονιά περνάει μπροστά απ’ τα μάτια μας σαν ταινία του Γαβρά. Και μετά σειρά έχουν οι δικοί μας. Ο Πρόεδρος και οι πολιτικοί αρχηγοί, ακόμα και ο Γενικός Γραμματέας του ΚΚΕ, δείχνουν με τον τρόπο τους γιορτινοί, μοιράζουν ευχές και αισιοδοξία σ’ έναν κόσμο απαλλαγμένο απ την καθημερινή τριβή, σ’ έναν κόσμο δηλαδή που ουσιαστικά δεν υπήρξε ποτέ.
Και μετά, όταν οι αντιστάσεις πέφτουν εντελώς, η νύχτα παραδίνεται στη λαϊκοπόπ δήθεν ανεμελιά της ελληνικής τηλεόρασης, που είναι πια τόσο προβλέψιμη και συντηρητική. Εντούτοις εγώ  πάντοτε τη χαζεύω μαζοχιστικά. Δεν με πειράζει ο Βασίλης Καρράς, είναι με τον τρόπο του κι αυτός γιορτινός κι αυθεντικός, αλλά βαθιά μέσα μου έχω την ελπίδα ότι θα ‘ρθει κάποτε το βράδυ εκείνο που ο Π.Ε. Δημητριάδης των πρώην Κόρε. Ύδρο. θα τον παρουσιάζει ως οικοδεσπότης στη δική του χριστουγεννιάτικη εκπομπή.
   *Το κείμενο γράφτηκε για το site Sounds Greek to me

27 Αυγ 2017

All I Want is You









Το είχα σχεδόν ξεχάσει, αυτό το τρυφερό, "φελινικό" , βιντεοκλίπ, ένα δραματάκι που εκτυλίσσεται μέσα σε μια ατμόσφαιρα τσίρκου. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι γυρίστηκε κοντά στην Όστια, την ίδια περίοδο που ο Ιταλός σκηνοθέτης γύριζε εκεί την τελευταία του ταινία. Ήταν οι πρώτες μέρες του MTV στην Ελλάδα, ήταν πολύ της μόδας τότε τα "καλόγουστα" μαυρόασπρα εξώφυλλα δίσκων (αλλά και κλιπ) ,και η νοσταλγική και πιο clean ματιά στα 60’s. Tο συγκεκριμένο πρέπει να το πρωτοείδα δεκατεσσάρων ετών, επιστρέφοντας από διακοπές με τη γιαγιά μου στη Σκόπελο , το τέλος του ταραγμένου Καλοκαιριού του 1989, που η χώρα , διχασμένη για μια ακόμη φορά, χτυπιόταν στα βράχια. Οι Αυριανιστές καθόριζαν τα πράγματα . Όταν μπήκε Σεπτέμβριος πήγα κι αγόρασα το δίσκο , το υπέροχο διπλό Rattle and Hum, μαζί με το Disintegration των Cure. Ήταν οι πρώτοι αληθινά «ενήλικοι» δίσκοι μου (και το Βαβέλ το αντίστοιχο περιοδικό) και δεν είχα να φοβηθώ τίποτα, τουλάχιστον για εκείνο το φθινόπωρο.

13 Ιουλ 2012

Ακόμα Καλύτερες Μέρες...



  Γύρω στο '86, η Samantha Fox μας καλούσε ,λάγνα κι επιτακτικά, να παραμερίσουμε τις συντηρητικές αναστολές μιας , όπως όλοι πια παραδέχονται, αποστειρωμένης σεξουαλικά δεκαετίας , και να την αγγίξουμε.

ΕΞΩΣΤΡΕΦΕΙΑ
Όμως είμασταν ακόμη παιδιά, σε λίγο θα τελειώναμε το δημοτικό και η πραγματικότητα μας δεν σχετίζονταν , τουλάχιστον ακόμα, με  το «εκρηκτικό»  μπούστο μιας ξαναμμένης ποπ σταρ. Η κατάσταση άρχιζε ν’ αλλάζει. Τα ήσυχα , εσωστρεφή απογεύματα των πρώτων παιδικών χρόνων , σε λίγο θα έδιναν τη θέση τους σε μια πιο “φυσιολογική” εξωστρέφεια: Ομαδικές προβολές βιντεοταινιών κάθε Παρασκευή με ζεστό "παραδοσιακό" ποπ κορν , σε σαλόνια  προνομιούχων φίλων  που διέθεταν βίντεο, και φυσικά, ομαδική εκτόνωση με πολύ  ποδόσφαιρο, μαζί με όλη  την "παραφιλολογία" του.  Τι κι αν τα κορίτσια της τάξης "φούσκωναν" από χρόνο σε  χρόνο, προκαλώντας μας όλο και πιο πολύ, εμείς επιμέναμε σαν χαζοί στο να ανταλλάσσουμε χαρτάκια Panini απ το MEXICO’86: “Σου δίνω έναν Κέλεμανς, έναν Αλτομπέλι , μου δίνεις έναν Μαραντόνα που τον έχεις διπλό ;” . Με άλλα λόγια η εξωστρέφεια αυτή δεν ήταν παρά μια αυθόρμητη και πρωτόλεια ανάγκη για συλλογικότητα. Κάτι άρχισε να δημιουργείται πάνω απ το ατσούμπαλο κεφάλι μας, κάτι απροσδιόριστο , αλλά με κοινούς κώδικες, κάτι που ένωνε σταδιακά τις παιδικές ηλικίες όλων μας.

ΤΑ ΛΕΥΚΩΜΑΤΑ
Μιλώντας για απόπειρες για μια νέα συλλογικότητα, δεν μπορούμε να μην εντάξουμε σ’ αυτές και τα λευκώματα. Όπως τα σκέφτομαι τώρα ήταν ένα είδος φέισμπουκ τον παιδικών μας χρόνων, όπου όλα τα “likes” ήταν γραμμένα με στυλό, άρα ανεξίτηλα. Στα αγόρια κυριαρχούσαν ονόματα όπως: “Karate Kid” ή “Simon” ( ίσως απ τον Simon le Bon των Duran Duran ). Τα κορίτσια είχαν ονόματα όπως “Candy-Candy” ή “ Sabrina”. Κάποιοι άλλοι, σαφώς  λιγότεροι, υπέγραφαν με τα πιο πεζά (κι ελληνικά) : “Νίκος Γκάλης” ή  “Βάσια” (Παναγοπούλου;). O ιδιοκτήτης , αν θυμάμαι καλά, λεγόταν «κτήτωρ», προφανώς παρακαταθήκη απ τα 60s λευκώματα των μαμάδων και των μπαμπάδων, αλλιώς δεν μπορώ να καταλάβω, πως θα μπορούσε να κολλάει μια τόσο βαρύγδουπη, παλιακή, λέξη στα χρόνια της τσιχλόφουσκας των μέσων της δεκαετίας του ’80. Λευκώματα είχαν κυρίως τα κορίτσια , συχνά τα άνοιγες και μύριζες το άρωμα τους. Άλλες φορές πάλι έβρισκες κολλημένες τσίχλες ή άλλα πράγματα με σελοτέιπ (σε  αυτό το τομέα το facebook υστερεί). Άλλες φορές πάλι,  έβρισκες σάλτσα μπολονέζ της μαμάς, μιας και τα παίρναμε για μια-δυο μέρες σπίτι μας, για να σκεφτούμε καλύτερα. Το πιο μελαγχολικό όλων, όμως, ήταν κάτι μοναχικά παιδιά που έφτιαχναν λευκώματα και , λόγω έλλειψης επισκεπτών, απαντούσαν τα ίδια στις ερωτήσεις τους, πολλές φορές και με διαφορετικά ψευδώνυμα…

ΗΛΙΟΣ ΠΡΑΣΙΝΟΣ ΠΑΧΥΣ
 Εντωμεταξύ επάνω απ το κεφάλι των Αθηναίων δέσποζε ακόμα , λαμπερός και καυτός  όσο ποτέ άλλοτε , ο πράσινος ήλιος. Όμως οι μέχρι πρότινος, καλά κρυμμένες παρενέργειες του,  άρχισαν πια , εκεί γύρω στο 86-87, να γίνονται ορατές. Και φυσικά λέγοντας παρενέργειες εδώ,  δεν εννοούμε το νέφος και τον καύσωνα  και την  περιβόητη πια  τρύπα του όζοντος. Ο πρωθυπουργός της χώρας συμπεριφερόταν πια, ως πασάς σε δικό του πασαλίκι. Ήταν παχύς, κι έχοντας υποσχεθεί, ακόμα καλύτερες μέρες, έλυνε την γραβάτα του για να χορέψει ζεϊμπέκικο στης Ρίτας Σακελλαρίου. H αποφασιστικότητα του και η πυγμή που έδειξε σε θέματα όπως η υπόθεση «Σισμίκ», τότε που πανικόβλητες οι ελληνίδες νοικοκυρές αδειάζανε τα ΥΠΕΡΠΡΙΖΟΥΝΙΚ για να μην πεινάσουν στον «πόλεμο» με τους Τούρκους, θα  επισκιάζονταν λίγο αργότερα από μια σειρά οικονομικές ατασθαλίες που έκαναν την Ελλάδα , εκεί κατά το φθινόπωρο του '88 να μοιάζει με αποθήκη σκανδάλων. Το χειρότερο, όμως, όλων είναι η σταδιακή επικράτηση μιας  χυδαίας νοοτροπίας που αλλοίωσε ολοκληρωτικά τον χαρακτήρα, τη καθημερινότητα  και  το περιβάλλον μας. Το σύγχρονο " μεταλλαγμένο" προφίλ του Νεοέλληνα, απ το οποίο, μόλις στις μέρες μας, κάποιοι, προσπαθούμε ν’ απεμπλακούμε, εδραιώθηκε τις μέρες εκείνες.  Το μουστάκι έδινε την θέση του σε ξυρισμένα πρόσωπα που μοσχοβολούσαν άφτερ σέιβ με ξενικά ονόματα. Τώρα αποκαλύπτονταν ξανά πανωχείλια απαλλαγμένα από μεταπολιτευτικές τρίχες,  που, όμως πια ,χαμογελούσαν πιο συγκρατημένα, αφήνοντας στην άκρη, τον μεγάλο ενθουσιασμό της παρερχόμενης εποχής των «αγνών  λαϊκών θριάμβων».  Οι χαίτες, όπου να ναι ,  θα υποχωρούσαν κι  αυτές, σε λίγο οι νέοι της εποχής θα υιοθετούσαν το κούρεμα «βούρτσα» και την «νέου τύπου» σιγουριά του αεροπόρου Tομ Kρουζ στο Top Gun . Ο αλματώδης «εξευρωπαϊσμός» του Έλληνα καλά κρατούσε.

ΧΩΡΙΣ ΤΥΨΕΙΣ
Αυτή τη «νέου τύπου» σιγουριά  υπέθαλψε, κάποιες φορές ασυνείδητα και κάποιες όχι , την έλευση μιας νέας κουλτούρας: αυτή του περιοδικού ΚΛΙΚ, που πρωτοκυκλοφόρησε τότε, τον Απρίλιο του 87. Θυμάμαι ακόμα το πρώτο εξώφυλλο του , με τον Max Headroom ,τον παρουσιαστή  βιντεοκλιπ που εξέπεμπε κατευθείαν από ένα ηλεκτρονικό μέλλον, προϊόν μυθοπλασίας κάποιων έξυπνων παραγωγών της βρετανικής τηλεόρασης του 1985, σαν προφήτη- καρτούν μιας εποχής που κατέφθανε ολοταχώς,. Έτσι λοιπόν, κατέφθασε το ΚΛΙΚ στα κιτρινοπορτοκαλί περίπτερα της παιδικής μας Αθήνας, σαν κομήτης απ’ το μέλλον, αστραφτερός, μεταμοντέρνος κι, εν τέλει ,απατηλός, σαν την εποχή (δεκαετία ενενήντα) που, τότε,  «ευαγγελιζόταν». Ας είμαστε, όμως, δίκαιοι. Το ΚΛΙΚ , όπως και η έλευση του MTV στ’ αθώα μας σαλόνια, κάνα δυο χρόνια αργότερα, «φώτισε» μ’ έναν καινούργιο  τρόπο την μετάβαση μας απ την παιδική ηλικία, στο «λούκι» της εφηβείας. Για τους πιο μεγάλους από μας , η νέα αυτή κατάσταση, απελευθέρωσε δυνάμεις που, ως τότε, καταπιέζονταν απ τις αναστολές που επέβαλαν τα ιερατεία της αντιπολίτευσης. Τα λι και τα νι του Πάνου Μιχαλόπουλου έδωσαν την θέση τους , στο εξευγενισμένο λι και νι του Κωστόπουλου και σε μια νεανική ελληνοξενική με αρκετό σύγχρονο χιούμορ, ειν αλήθεια, αλλά και με μπόλικο ναρκισσισμό. Έτσι το γκρίζο ελληνικό τοπίο των διαφόρων  σκανδάλων  και του γλεντζέ μοιχού πρωθυπουργού, έγινε άλλο ένα διασκεδαστικό καρέ , ανάμεσα σε underground  (τότε) κόμικς,  χρωματιστές διαφημίσεις, νέες ευφυείς γραφίδες και μπόλικες δόσεις σεξουαλικότητας, προσαρμοσμένης βέβαια στο πνεύμα της aids εποχής. Με άλλα λόγια, τότε φύτρωσαν πολλά όμορφα βλαστάρια, που στη συνέχεια απεδείχθησαν ανθρωποφάγα φυτά, και σ’ αυτό, σίγουρα,  η «κουλτούρα ΚΛΙΚ» έχει ένα μερίδιο ευθύνης. Μια ματιά στην δεκαετία που ακολούθησε, αυτή του ενενήντα,  θ’ αρκούσε: πολλοί θα υιοθετούσαν το στυλ Max Headroom ,στη πιο εφιαλτική του μορφή, και όλοι θα γδύνονταν, κυριολεκτικά και μεταφορικά, χωρίς τύψεις…

ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΔΕΣ ΕΓΚΛΩΒΙΣΜΕΝΟΙ
Μουσικά, λίγο πριν έρθει στην Ελλάδα το MTV και το Σι Ντι, τα πράγματα ήταν σε μεταβατική περίοδο. Όλοι ήταν αμήχανοι τότε: Τα συνθήματα υποχωρούσαν, τα ορατόρια , οι κύκλοι τραγουδιών και οι καντάτες το ίδιο , τώρα οι  γενειοφόροι τραγουδιστές γδύνονταν τ' αντάρτικα και με χαβανέζικο πουκαμισάκι φώναζαν "τσικαμπουμ" ερμηνεύοντας ίσως,  έτσι άναρθρα, την σύγχυση της εποχής. Υπήρχαν βεβαίως και οι εξαιρέσεις, οι κοφτερές και ακριβές ,σαν διαμάντι, κινήσεις του Χατζιδάκι έδιναν πνοή σε μια κορεσμένη ελληνική πραγματικότητα, και η "φελινικής" τρέλας και εμπνεύσεως εκπομπή του Σαββόπουλου για το Ελληνικό Τραγούδι, που αν και βρισκόταν στα κάτω του τότε, το έκανε να φαίνεται σαν μια διαρκής και ενιαία γιορτή που αφορούσε τους πάντες . Εμάς όμως ακόμα μας ενδιέφεραν άλλα . Στον δικό μας «μικρόκοσμο» τα πράγματα δεν ήταν καλύτερα. Αν ήμασταν λίγο πιο μεγάλοι ίσως ενθουσιαζόμασταν με την κυκλοφορία του JOSHUA TREE ή του MUSIC FOR THE MASSES , αλλά εμείς ακούγαμε κυρίως τα διάφορα SUMMER-HITS 87, που  μετά από παρότρυνση του Τσαουσόπουλου , αντικαθιστούσαν τους «παρωχημένους» ΧΡΥΣΟΥΣ ΔΙΠΛΟΥΣ. Oι δίσκοι αυτοί παίζονταν σε πάρτι, όλοι αισθανόμασταν άβολα όταν τελείωνε το “FINAL COUNTDOWN” κι άρχιζε το “SAY YOU , SAY ME” γιατί έπρεπε να πάμε και να της πούμε «χορεύεις;». Μέσα σε αυτές τις συλλογές επιτυχιών, μπορούσε να βρει κανείς, από σκουπίδια μέχρι διαμάντια. Όλα μπερδεύονταν γλυκά: από ερμαφρόδιτα νεορομαντικά συγκροτήματα μέχρι περμανάντ χεβιμεταλάδες. Κάπου εκεί μέσα, σ’ αυτό το συνονθύλευμα, υπήρχαν οι μουσικοί της δεκαετίας του εξήντα. ‘Ήταν εκεί, σε μιαν άλλη ηλικία, ύστερα από δίσεκτα χρόνια, σχεδόν αναγκαστικού παροπλισμού, λόγω μόδας. Επέστρεφαν πάλι λόγω μόδας, μέσω ενός κύματος επιστροφών, κυρίως μετά το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’80. Κάποιοι, όπως ο Paul Simon του, κλασσικού πια,  Graceland, κατάφεραν όχι μόνο ν’ απεγκλωβιστούν, αλλά και να δώσουν μια γερή σπρωξιά σε μια μοίρα που τους ψιθύριζε στ' αυτί: " είσαι σαράντατόσο, είσαι  ένα αστέρι της δεκαετίας του '60, είσαι πλούσιος, απεξαρτημένος, με μια όμορφη δεύτερη σύζυγο και με δύο παιδιά απ την πρώην, κάθισε κι απόλαυσε το". Ο Simon δεν αρνήθηκε να "γκριζάρει", δεν ήθελε να γίνει ένας Πασχάλης της αμερικάνικης μπαλάντας, απλά πέρασε το ποτάμι και κατευθύνθηκε προς το Μέμφις, παρέα με τον εννιάχρονο γιό του και μια καμηλοπάρδαλη που το σκασε απ την Αφρική. Άλλοι, όπως ο Mccartney , ο Neil Young, o Cohen ή ο Ντύλαν ,"εγκλωβίστηκαν" ανάμεσα σε ακατάπαυστα συνθεσάιζερ και σε ψυχρά, μηχανικά, drum machines. H φλόγα τους, παρ' ολ' αυτά , σιγόκαιγε , θα φούντωνε όμως αργότερα , με τον θρίαμβο του unplugged, στα nineties. Τότε πια  θα τους ανακαλύπταμε με ενθουσιασμό, δεκαοκτάρηδες εμείς, πενηντάρηδες αυτοί, και θα "καιγόμασταν" μια για πάντα...

ΣΤΑΣΟΥ ΠΛΑΙ ΜΟΥ
΄Αλλοι το έπαθαν διαβάζοντας "Τον Φύλακα Στη Σίκαλη" , εγώ πάντως το έπαθα με το "Stand By Me", την ταινία, όχι το τραγούδι. Υπάρχει μια φάση στη ζωή σου , που νιώθεις οτι τελειώνει σιγα σιγά η παιδική σου ηλικία κι ετοιμάζεσαι για κάτι που δεν ξέρεις τι είναι , κάτι  άγνωστο, που σου προκαλεί έξαψη και ανασφάλεια. Απ τη μία βρίσκεσαι στην γλυκεία θαλπωρή του σπιτιού κι απ την άλλη βρίσκεσαι , όλο και πιο κοντά, στην "άγρια χαρά" των φίλων. Σε λίγο ούτε αυτό, όμως θα σε ικανοποιεί. Αυτό το "σε λίγο" όλο και καθυστερεί, κι εσύ μες τις παιδικές σου  συνήθειες το αναβάλλεις, μέχρι που έρχεται ένα γεγονός, ένα βιβλίο ή μια ταινία, που σου δίνει αυτή τη γενναία σπρωξιά προς τα εμπρός. Έτσι ξαφνικά νιώθεις, το επόμενο κιόλας πρωί, σαν να  έχεις μεγαλώσει απότομα, σαν να βρίσκεσαι στην αμέσως επόμενη ηλικία απ την παιδική. Το Stand By Me δεν είναι σπουδαία ταινία, είναι όμως σημαντική για μένα, γιατί μου έδωσε ένα σκαρίφημα για το πως θα μπορούσε να  είναι περίπου η εφηβεία. Έβλεπα τους τέσσερις εκείνους προ-έφηβους να τριγυρνάνε στην αμερικάνικη ύπαιθρο ένα καλοκαίρι του τέλους της δεκαετίας του πενήντα, και ένοιωθα ότι είμαι εγώ και οι φίλοι μου εκεί, κάνοντας κοπάνα  από το αθηναϊκό καλοκαίρι του ευρωμπάσκετ 87 στο αμερικάνικο καλοκαίρι του 59,με γυρισμένα τα ρεβεράκια του μπλουτζίν μας  , έχοντας αποδεχτεί τη "νέα" μας ηλικία...


- "ακούστηκαν" τα εξής ( με σειρά εμφανίσεως") :
"Touch Me (I Want your Body)"  Samantha Fox
"Αυτός Ο Άνθρωπος"  Ρίτα Σακελλαρίου
"Τake My Breath Away"  Berlin
"Τσικαμπούμ"  Γιάννης Γιοκαρίνης
"The Final Countdown"  Europe
"Say You, Say Me"  Lionel Richie
"Graceland" Paul Simon
"Stand By Me" Ben E. King 


_ Για την παράγραφο με τίτλο "Χωρίς Τύψεις" κοίταξα το κείμενο του Βασίλη Βαμβακά "Κλικ: H συνάντηση του πολιτικού λόγου με το ύφος ζωής".
_  Το "Αποθήκη σκανδάλων το ΠΑΣΟΚ" είναι απο άρθρο της εποχής εκείνης, απο τη γαλλική εφημερίδα LIBERATION.
_ Σημαντικά στοιχεία πήρα απο το blog  http://silezukuk.tumblr.com/

29 Ιαν 2012

Mέρες Γλυκειάς Θαλπωρής.





 Τότε το  81, τη νύχτα του σεισμού της Αθήνας, μαζεύτηκαν όλοι , σαν να υπάκουσαν ταυτόχρονα σε  μια  εντολή απ  τον ουρανό. Κατέκλυσαν διάφορα υπαίθρια σημεία της πόλης  και την έβγαλαν εκεί με κουβέρτες,  μέχρι να χαράξει . Άφησαν  στη μέση το «Φως Του Αυγερινού» ή ότι άλλο έκαναν εκείνη τη στιγμή, και  κατέβηκαν όλοι  στις πλατείες  αλλά και στις αλάνες, που ακόμη υπήρχαν διάσπαρτες σε αρκετά μέρη της πρωτεύουσας  (πριν εξαφανιστούν οριστικά για να γίνουν άλλη μια πολυκατοικία  ή πάρκινγκ)  και που τότε  ίσως  χρησίμευαν κι ως πεδία εξάσκησης στις σούζες,  για τους επίδοξους μηχανόβιους της εποχής. Τότε όμως, το συγκεκριμένο  βράδυ του σεισμού , όλοι μα όλοι, ακόμη και οι μηχανόβιοι  έμειναν σιωπηλοί και μουδιασμένοι, μέσα σε αυτοκίνητα ή έξω απ’ αυτά , ανάβοντας φωτιές. Ήταν για όλους κάτι πρωτόγνωρο.
  Ελάχιστα θυμάμαι αυτήν την εικόνα, σαν σε όνειρο, δεν θυμάμαι , όμως, καθόλου τι έπαιζαν τα τραντζιστοράκια  και τα κασετόφωνα , εκεί μέσα στ’ αυτοκίνητα ή γύρω απ’ τις φωτιές. Αν συμβουλευτούμε το ιντερνέτ, θα δούμε ότι εκείνη τη νύχτα  ο νεαρός οικοδόμος είναι πιθανόν ν’ άκουγε το «Τα Πήρες Όλα» του Στράτου Διονυσίου  ή το «Μην Κλαις» του Σταμάτη Κόκοτα ή ο λογιστής  ,με τη βαριεστημένη  γυναίκα στο διπλανό κάθισμα και τη πεθερά με τα παιδιά στο πίσω , το «Για Πάντα Μαζί» ή πάλι το νεαρό ζευγάρι της ντισκοτέκ το «Celebration» των Cool &The Gang ή το «The Winner Takes It All» των ΑΒΒΑ, από κάνα ραδιοπειρατή που θα παίζε ξένα μοντέρνα , αν εξέπεμπε  κάποιος ραδιοπειρατής  τη νύχτα της 24ης Φεβρουαρίου του 81, πράγμα που μοιάζει μάλλον απίθανο…
  Συχνά σκέφτομαι ότι αν υπήρχε στη ελληνική πραγματικότητα ένας  Dr. Emmett  “Doc” Brown, o τρελοεπιστήμονας με τη χρονομηχανή απ’ το «Επιστροφή στο Μέλλον» ίσως να καταλαβαίναμε πολλά περισσότερα για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον αυτής της χώρας, ή τουλάχιστον θα το διασκεδάζαμε περισσότερο, αντί να βλέπουμε το χθες σαν βουρκωμένη νοσταλγία που ακινητοποιεί , σαν ένα βαρίδι που επιμένει στο  διηνεκές. Θα μπορούσαμε έτσι , ως άλλοι Michael J. Fox,  με το βλέμμα των «τριανταφεύγα» να παρατηρήσουμε με ακρίβεια τη νύχτα του σεισμού του 81, τη θερμοκρασία που επικρατούσε, τον πανικό των συγκεντρωμένων  στους μετασεισμούς, αλλά και πως  θα ήταν η Αθήνα τότε, πως θα ήταν το Σύνταγμα , πολύ πριν τους «Αγανακτισμένους», πριν το Μετρό και πριν τα Public, πως θα ήταν η Ομόνοια, πολύ πριν τους μετανάστες, αλλά και  τον Δρομέα , πόσο θα  κάπνιζαν όλοι παντού και διαρκώς, πως θα μιλούσαν και  πως θα κινούνταν μες στην  πόλη οι  «τριανταφεύγα» εκείνης της εποχής (δηλαδή οι γονείς για πολλούς από μας!), πως δημιουργούνταν οι σχέσεις, τι ταινίες  θα παίζονταν στους κινηματογράφους , ποιοι καινούργιοι δίσκοι  εγκαταλείφθηκαν  καθώς έπαιζαν επάνω στο πικάπ  εκείνη τη  συγκεκριμένη νύχτα. Ακόμη πιο ενδιαφέρον θα είχε να μεταφέρονταν ένας Αθηναίος πολίτης του 81 με τα ρούχα και κυρίως τα μυαλά εκείνης της εποχής , στην Αθήνα του 2012…
 Τα  αμέσως επόμενα, μετά το ’81, χρόνια,  κύλισαν για μας,  που ήμασταν παιδιά,  μέσα σ  ένα κλίμα σπιτικής  θαλπωρής, με παιδικές σειρές στην απογευματινή ζώνη της , δικάναλης ακόμα,   κρατικής τηλεόρασης. Δεν ήταν λίγα τ' απογεύματα  κυρίως Παρασκευής ή Σαββάτου που μας πήγαιναν να δούμε τον «ΕΞΩΓΗΙΝΟ», τους «ΚΥΝΗΓΟΥΣ ΤΗΣ ΧΑΜΕΝΗΣ ΚΙΒΩΤΟΥ» ή την «ΑΝΝΥ», μαζί με μια  MARS  ή KISS στο διάλειμμα, για να τα εμπεδώσουμε καλύτερα.  Θυμάμαι ακόμα ότι μετά την  «ΑΝΝΥ» , γυρνώντας απ’ το ΠΛΑΖΑ ξέσπασα σε κλάματα, ίσως τότε να  ένοιωσα, για πρώτη φορά,  συγκίνηση , που δεν μπορείς να εξηγήσεις με λόγια: η ωραία μουσική, η  ιστορία της μικρής ορφανής , ο αξιαγάπητος  σκύλος; δεν ξέρω. Ίσως , ασυνείδητα , να ένοιωσα λύπη για κάτι  που μ’ άγγιξε πολύ  και που έφυγε ανεπιστρεπτί .  Ακόμη όταν ακούω το Tomorrow, πάντως, νιώθω υγρασία στα μάτια, παρόλο που το κοκκινομάλλικο μικρομέγαλο  κοριτσάκι με τις φακίδες και τη τσιριχτή φωνή με εκνευρίζει, πλέον,  τρομερά.
 Τις σκληρές εικόνες , εμείς τα παιδιά του ’85, τις βλέπαμε κυρίως στις ειδήσεις και στα πρωτοσέλιδα που έφερνε στο σπίτι ,κάθε μεσημέρι,  ο μπαμπάς μας. Ξεδίπλωνες την Ελευθεροτυπία ή Τα Νέα που κείτονταν αδιάβαστα στο τραπέζι της κουζίνας, κι έβλεπες :  Εμπρησμός των Πολυκαταστημάτων ΜΙΝΙΟΝ και ΚΑΤΡΑΝΤΖΟΣ, Τραγωδία στο Χέιζελ, ,το Τσάλεντζερ σκάει  θεαματικά στον αέρα, Δολοφονία του Μιχάλη Καλτεζά ( η φωτογραφία του ξαπλωμένου  νεκρού εφήβου  με το ασπρόμαυρο καρό πουκάμισο  δεν λέει να ξεκολλήσει  απ το μυαλό μου) .Θυμάμαι , ακόμα, σαν και τώρα, λεπτό προς λεπτό,  τη τηλεοπτική κάλυψη της καύσης της νεκρής  Ίντιρα Γκάντι, τον τεθλιμμένο της υιό Ρατζίβ , το τυλιγμένο με σάβανα(;) σώμα της Ινδής Ηγέτιδας, τη φωτιά που φούντωνε και τον μαύρο καπνό που ανέβαινε στον απέραντο ουρανό της Ινδίας.
Έτσι ανάμεσα στα ταλαιπωρημένα LEGO και τις τσαλακωμένες Περιπέτειες Του Τεν Τεν, άρχισε να ξεδιπλώνεται γύρω μας η τόσο αντιφατική δεκαετία του ’80.  Για μας , ακόμα, ήταν απλώς η ζωή που γνωρίζαμε σταδιακά. Όλα μας φαίνονταν φυσικά.
  Κυριαρχούσε ένα κλίμα ευζωίας και μέθης , κάτι σαν διαρκές Πάσχα. Οι γονείς ήταν νέοι κι ορεξάτοι και  ξενυχτούσαν σε τραπεζάκια έξω. Στο Δημοτικό Σχολείο μας, oι συμμαθητές αναπαρήγαγαν ατάκες από το ύστερο δαλιανίδειο σύμπαν  και οι νέοι γυμναστές με  αμάνικα, αφημένη χαιτούλα και μουστάκι , «στραγγάλιζαν» την ελληνική γλώσσα. Η πασοκική μαλλιαρή επιβαλλόταν ακόμα και στ' αδέσποτα. Οι τηλεπαρουσιάστριες στην ΥΕΝΕΔ, που λίγο μετά έγινε ΕΡΤ2, μιλούσαν λάγνα , αυτή τη νέα γλώσσα, προσποιούμενες πολλαπλούς οργασμούς ακόμη κι όταν μιλούσαν για το νομοσχέδιο για την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης.
  Οι πρώτες Εκλογές που θυμάμαι ήταν του ’85. Ένα κοριτσάκι με ένα μπουκέτο  γαρύφαλλα, που τώρα είναι πολύ πιθανό να είναι  Αγανακτισμένη και να κρατάει αγκάθια, υποσχόταν σχεδόν απειλητικά: AKOMH KAΛΥΤΕΡΕΣ ΜΕΡΕΣ.  Δεν μπορούσες να διακρίνεις εάν έβλεπες ένα ματς του Παναθηναϊκού ή  την προεκλογική συγκέντρωση του Πασοκ, η ατμόσφαιρα ήταν η ίδια: τσίκνα , συνθήματα και κόρνες.
 Τότε όμως ήμασταν παιδιά, και δεν καταλαβαίναμε τους δικούς μας , που είχαν, παρόλα αυτά, αντιρρήσεις. Για εμάς όλα τα παραπάνω κι άλλα περισσότερα, εντάσσονταν σ’ αυτή τη γλυκεία θαλπωρή , που περιέγραψα πιο πάνω.
  Εκ των υστέρων, και σκεπτόμενος, τη τετραετία του 81-85, μπορώ να παραδεχτώ ότι ουδείς μπόρεσε να ξεπεράσει , εντελώς, αυτά τα χρόνια.
  Από τις  συνεχείς,  βαρετές και δίχως έμπνευση έιτις αναβιώσεις που άρχισαν , σχεδόν αυτόματα, με το που τελείωσε η δεκαετία, μέχρι τα ringtones που δονούν τα i phones στις τσέπες των σημερινών σαραντάρηδων κι από τις αφίσες του νεκραναστημένου Ανδρέα, τον Κίμωνα Κουλούρη, και το Κανάλι «Κόντρα», στον σκληρό συνδικαλιστή Φωτόπουλο ή στον Τσάκα και όλους όσους αναλύουν  με ύφος «ειδικού» το ελληνικό ποδόσφαιρο . Όλα απ αυτή τη τετραετία πηγάζουν.  Κι αν θέλετε να το πάμε πιο μακριά; Και η  προοδευτική θολούρα της Ελληνικής Αριστεράς από κει πηγάζει, και ο πρώην βολεμένος που νιώθει ξαφνικά  παραγκωνισμένος απ την εξουσία και τα οφέλη της  και δηλώνει  τώρα «Αντιμνημονιακός» είναι γνήσιο τέκνο της τότε κραταιής νοοτροπίας διεκδίκησης και διατήρησης των , συντεχνιακών, κυρίως, κεκτημένων, παιδί του προστατευτικού κρατισμού.
  Έτσι λοιπόν, πέρα απ τη δική μας αθώα παιδική θαλπωρή , στο απατηλό φέγγος εκείνων των ημερών βρήκαν «θαλπωρή» και πολλοί άλλοι ενήλικοι, που τώρα , μάλιστα, μιλάνε με ωραία παχιά λόγια για το «τέλος της μεταπολίτευσης» και «για την καταστροφική δεκαετία του ογδόντα» κλπ .  Τον κάφρο σε όποιο μέρος ή εποχή  και να τον πετάξεις , πάλι κάφρος  θα μείνει και κάτι θα βρει να λέει.
  Η μουσική, που θυμάμαι,  τα πρώτα χρόνια του ογδόντα, είναι ελάχιστη, γιατί τότε το πικάπ είχε χαλάσει και οι δίσκοι (μαζί κι αυτοί των Μπιτλς) σκονίζονταν στο ράφι. Θυμάμαι αμυδρά κάτι «Φελιτσιτά» σε παιδικά πάρτι, τα υπόλοιπα παραμένουν μέσα μου συγκεχυμένα . Ένα βράδυ, αρχές της δεκαετίας,  με είχαν πάρει οι γονείς μου, σε μια συναυλία της «Οπισθοδρομικής Κομπανίας» σε κάποιο κομματικό φεστιβάλ (του Ρήγα αν δεν κάνω λάθος), έτσι όπως ήμουν μισοκοιμισμένος στον ώμο του πατέρα μου,  παρατηρούσα τη νεαρή τραγουδίστρια τους, που ήταν πολύ όμορφη με τα μακριά μαλλιά της και τα φουστάνια της, ήταν σαν νεράιδα , Ελευθερία την έλεγαν. Δεν είναι λίγες, επίσης,  οι φορές,  που προσπαθούσα να τραγουδήσω κάτι πολύ όμορφα τραγούδια από μια κασέτα με τη λέξη «ΜΠΑΡΑΚΙΑ» γραμμένη βιαστικά με μαρκαδόρο…
  Πέρα λοιπόν απ τα παιδικά πάρτι οπού έπαιζαν ανελλιπώς τα  σαχλότατα «παπάκια» , υπήρχαν διάφορα ακούσματα διάσπαρτα κι ατακτοποίητα. Αν προσπαθήσουμε , σήμερα, να βάλλουμε  μια τάξη στο χάος των ημερών εκείνων,  θα μπορούσαμε να πούμε ότι ήταν μια καλή εποχή για νέους τροβαδούρους, που απαλλαγμένοι απ το πομπώδες ύφος της μεταπολίτευσης προσπαθούσαν να αρθρώσουν ειλικρινή κι ανεπιτήδευτο λόγο πριν αναλωθούν, αργότερα,  σε ευκολίες του τύπου «τσικαμπουμ» . Απ την άλλη εάν έφευγες διακοπές κάπου στην ελληνική ύπαιθρο θα παρατηρούσες ότι η αγροτιά, που τότε ήταν στο φόρτε της, εξέπεμπε έναν πολύ ενδιαφέροντα ήχο,  νεοδημοτικό με κλαρίνα , ηλεκτρικά όργανα και συνθεσάιζερ ,  που εξέφραζε με ζωντάνια όλο αυτό το κλίμα ευφορίας και δικαίωσης που ένιωθε τότε, για πρώτη φορά στην Ελλάδα,  ο αγροτικός κόσμος. Στην Αθήνα εάν έκανες μια βόλτα στην Ομόνοια  ή στη Βαρβάκειο με τον μπαμπά σου, θα συναντούσες πάλι αυτό το ιδιόμορφο δημοτικό "ροκ", που άντεξε μέχρι και πρόσφατα, μέχρι να μεταλλαχτεί , κι αυτό, σε μαζική  τσιφτετελοποπ. Επίσης ένα άλλο, πολύ ενδιαφέρον, παρακλάδι που άνθισε εκείνη την εποχή, αλλά που ανακάλυψα, πολύ αργότερα, ήταν ένα είδος πνευματώδους νέο- λαϊκού τραγουδιού που αναπτύχθηκε ως υγιής αντίδραση στη λαϊκίστικη λαίλαπα της εποχής, και είχε ως αφετηρία την λίγο παλαιότερη «Εκδίκηση Της Γυφτιάς» , στην οποία θα αναφερθώ , εκτενώς, σε προσεχή μου ανάρτηση.
Αυτό περίπου ήταν το κλίμα το 81-85, στην Ελλάδα, τη στιγμή που , κυρίως η Αγγλία, εξέπεμπε άφθονες  γοητευτικές νέο-κυματικές και νέο-ρομαντικές δονήσεις που περίμεναν κι αυτές την σειρά τους για να μας γοητεύσουν…
                                                   (ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)





-ακούστηκαν με σειρά "εμφανίσεως" οι παρακάτω  δίσκοι :
"Αnnie", 1982, Film Soundrack 
"Tα Μπαράκια", Βαγγέλης Γερμανός,  1981
καθώς και τα τραγούδια:
"Tα Πήρες Όλα" των Πολυκανδριώτη/ Πάριου με  τον Στράτο Διονυσίου.
"Μην Κλαίς" των Μπουρμπούλη/ Ανδριόπουλου με τον Σταμάτη Κόκοτα.
"Για Πάντα Μαζί" των  Ιατρόπουλου/ Λαβράνου με τον Γιάννη Πάριο.
 «Celebration» των Cool & The Gang.
 «The Winner Takes It All» των Benny Andersson/ Björn Ulvaeus με τους ΑΒΒΑ.













www.slowfood.com

επισκεπτεσ:

count website traffic

Αναγνώστες