Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα νεοέλληνας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα νεοέλληνας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

26 Ιουν 2019

Στην πέτρινη πόλη

Έξι το πρωί. Ο ήλιος βγαίνει απ’ τα Πιέρια όρη. Είναι πια Ιούνιος και την πορεία του δεν τη διακόπτουν τόσο συχνά τα σύννεφα. Φωτίζει αργά, σταδιακά, τα χωριά στους πρόποδες, την κοιλάδα του Αλιάκμονα στα νότια, την τεχνητή λίμνη Πολυφύτου. Μετά περνάει τη γέφυρα και φτάνει στην Κοζάνη. Κάτω απ’ τα κεραμίδια αποκαλύπτονται άσχημα κτίρια. Φυτρώνουν σε κάθε λόφο. Οι δεκοχτούρες της πόλης αρχίζουν να γουργουρίζουν κάτω απ’ τα γείσα στις σκεπές.
Επτά το πρωί. Το πρωινό πλάγιο φως πέφτει στα πρόσωπα των καθαριστριών του Δήμου με τα κίτρινα γιλέκα. Καπνίζουν και φλυαρούν πριν αρχίσουν τη δουλειά. Τη φλυαρία τους διακόπτει ένα κινητό, που χτυπάει με τον ήχο κάποιου σουξέ του Κωνσταντίνου Αργυρού. Κι όλα αυτά στο Ρολόι, έξω απ τη Μητρόπολη του Αγίου Νικολάου. Σε λίγη ώρα θ’ αρχίσει ο όρθρος. Ψαλμωδίες και Κωνσταντίνος Αργυρός θα ανακατευθούν γλυκά φτιάχνοντας νέο ήχο, ένα βυζαντινο-λαϊκοπόπ χαρμάνι. Με τέτοιο όνομα πάντως, σε άλλες εποχές, ο δημοφιλής τραγουδιστής θα μπορούσε να είναι και βυζαντινός αυτοκράτορας: Kωνσταντίνος Α’ ο Αργυρός. Μες την εκκλησία μια  γυναίκα μαντηλοφορεμένη, που δεν μοιάζει όμως με τις γνωστές στρατευμένες θεούσες μα πιο πολύ με φιγούρα βγαλμένη απ την Καινή Διαθήκη, σκύβει και προσεύχεται. Όλοι κάνουν το σταυρό τους. Και οι καθαρίστριες.
1
Οκτώ παρά κάτι. Η φουρνάρισσα τακτοποιεί τα ζεστά κιχιά, με αργές κινήσεις, σα να μη βιάζεται αυτή τη φορά. Τα κιχιά μες τα μαύρα ταψιά έχουν σχήμα κοχλία. Πιο  δίπλα, κανονικά, θα έπρεπε να έχει κρεατόπιτα. Σήμερα όμως το ταψί είναι άδειο. Την ίδια στιγμή απ’ το ραδιόφωνο που αναμεταδίδει γνωστό αθηναϊκό σταθμό, ο Δημήτρης Καμπουράκης με τη σιγουριά της παλιάς καραβάνας πλέον, μας καλημερίζει δημοσιογραφικά, δηλαδή δυο φορές. Από πίσω στο ηχητικό χαλί ένα τραγούδι με τη Νατάσσα Θεοδωρίδου πασχίζει ν’ ακουστεί. Η ένρινη φωνή της καταφέρνει και δυναμώνει μόνο στις παύσεις του Καμπουράκη. «Δεν έχει κρεατόπιτα σήμερα;» ρωτάω. «Σήμερα είναι η τελευταία μας μέρα» μου απαντάει η φουρνάρισσα σοβαρά. «Αύριο το μαγαζί κλείνει». Την επόμενη μέρα στην πόρτα του φούρνου, εκεί που σήμερα ο κόσμος ακόμα μπαινοβγαίνει, θα υπάρχει κολλημένη με σελοτέιπ μια ανακοίνωση.
6
Η μέρα προχωράει. Όταν οι ακτίνες του ήλιου πέφτουν κατακόρυφα, τα γυράδικα αρχίζουν να δουλεύουν. Οι μαθητές σχολάνε απ’ τις Πανελλήνιες. Φούτερ με κουκούλες, φροντισμένες κομμώσεις. Οι ορμόνες χτυπάνε κόκκινο. Οι διαφορετικές «φυλές» τρώνε βιαστικά σάντουιτς με γύρο. Η μουστάρδα και το κέτσαπ λερώνουν τα τραπεζάκια από λευκή μελαμίνη. Μιλάνε φωναχτά. «Εθνίκια» και οπαδοί της λαικοτράπ διαπληκτίζονται. «Η Κοζάνη είναι πολύ λίγη για μένα, σε λέω».
Και ξαφνικά ο ήλιος κρύβεται. Μπουμπουνίζει και μετά φυσάει. Τα τοπικά δίκτυα μιλούν για ολιγόλεπτες χαλαζοπτώσεις σε κοντινές περιοχές. Ο λόφος πάνω απ’ τη Νομαρχία και τα Δικαστήρια, η περιοχή «Αγιάννας της Σκ’ρκας κάτω απ’ το χαμηλό Αηλιά», όπως την αποκαλούν εδώ, σκοτεινιάζει. Και μετά η μπόρα. Δικηγόροι  και νομαρχιακοί υπάλληλοι τρέχουν να προφυλαχτούν. Ο Κοζανίτης Μιχάλης Παπακωνσταντίνου, ο μετριοπαθής παλιός πολιτικός με τη βραχνή φωνή, περιγράφει στο βιβλίο του Η Πέτρινη Πόλη τον λόφο αυτό, στα χρόνια του, σαν μια περιοχή παγωμένη το χειμώνα, «χωρίς καθόλου πράσινο». Πράσινο έβλεπες «μόνο στις αυλές των σπιτιών, σε τενεκέδες και σε γλάστρες». Μα και στις γύρω περιοχές, όλα τα εδάφη, τα τόσο πλούσια σε ορυκτό πλούτο, είναι άγονα. Μόνο οι μεγάλες μονάδες παραγωγής ρεύματος της ΔΕΗ με τα φουγάρα τους, σπάνε κάπως τη μονοτονία του τοπίου. «Πέτρινη και σκληρή πόλη τη μέρα», συνεχίζει ο Μ.Π., «γλύκαινε με το ηλιοβασίλεμα».
65053667 2333913673488484 7021351933512253440 n
Το απόγευμα ο ήλιος φωτίζει πάλι πλάγια, απ την άλλη μεριά όμως. Οι σκιές μακραίνουν. Όλα γίνονται λίγο πιο ενδιαφέροντα. Στην πιάτσα των ταξί μια σκιά διαφορετική. Μια όμορφη νευρώδης σαραντάρα με γαλανό βλέμμα,  η μοναδική γυναίκα οδηγός ταξί «χορεύει στο ταψί» τους αρσενικούς συναδέλφους της. Εκείνοι γελάνε, μπαινοβγαίνουν στο πρακτορείο του ΟΠΑΠ δήθεν θιγμένοι για να παίξουν Στοίχημα», πίνουν ώρες ατελείωτες χλιαρό καφέ. Συζητούν για την Παοκάρα, για το Βασίλη Καρρά που τα «έσπασε» το περασμένο Σάββατο στο «Kύκλον by Κοσμοκίνηση». Τους κάνω «εικόνα» όλους αυτούς, θορυβώδης ανδροπαρέα, να φοράνε τα «σαββατιάτικά» τους, να στριμώχνονται σε εμπριμέ καναπέδες ανάμεσα σε λέιζερ κι εξωγήινες σερβιτόρες, σ’ ένα κλαμπ σα διαστημόπλοιο, για να δούνε τον Άρχοντα της Πίστας. Και το επόμενο πρωί, η ωραία ταξιτζού να τους ξανά-χορεύει στο ταψί.
4
Στον απέναντι παράλληλο δρόμο, κατεβαίνει πεζός ο μικρός Ραφαήλ. Ρουφάει τη μύτη του κι αδιαφορεί για τους φασαριόζους ταξιτζήδες. Κουβαλάει μια μαύρη θήκη. Έχει μέσα ένα κόρνο. Πάει στην Πανδώρα, τη Φιλαρμονική της πόλης. Ανήκει στη μπαντίνα, στο μουσικό τμήμα όπου διδάσκεται και εκτελεί χαμηλού βαθμού δυσκολίας κομμάτια. Η ίδρυση της Πανδώρας χρονολογείται απ το 1902. Συνδέθηκε η λειτουργία της με τον μακεδονικό αγώνα. Λένε πως ο ίδιος ο Παύλος Μελάς, όταν βρέθηκε στην Κοζάνη, φόρεσε τη στολή μουσικού της Πανδώρας για να περάσει απαρατήρητος. Καθ’ όλη τη διάρκεια του αγώνα, η Πανδώρα παιάνιζε στους δρόμους της Κοζάνης, τονώνοντας  το ηθικό των κάτοικων. Ο πρώτος αρχιμουσικός στην ιστορία της ήταν Ιταλός κι ο δεύτερος Τούρκος, ο Χασάν Εφέντης. Τώρα οι σπουδαστές της Φιλαρμονικής βιάζονται να τελειώσουν για να πάνε βόλτα στην πλατεία. Το ίδιο κι ο Ραφαήλ. Πρέπει μέχρι την επόμενη Αποκριά να μάθει καλά τον πιο γνωστό κοζανίτικο σκοπό, «Το Έντεκα». Ο σκοπός ονομάστηκε έτσι επειδή ήταν το ενδέκατο τραγούδι στο βιβλίο με τις παρτιτούρες της Πανδώρας. Έλεγε δηλαδή ο μαέστρος «Πάμε το έντεκα» κι έτσι έμεινε. Ο Ραφαήλ όμως δεν βιάζεται να το μάθει…
Όταν οι ήλιος γίνει ροζ για τα καλά, κατά τις οκτώμισι, οι μουσικές στην πόλη ξεχειλίζουν. Στο μπαλκόνι που κάθομαι έρχονται ήχοι από χάλκινα, πιθανόν απ’ την Πανδώρα. Μια κάποια βαλκανικότης γεμίζει το αεράκι. Λίγο πιο πάνω η χορωδία απ’ το ΚΑΠΗ. Ωραίες φωνές, ιδίως αν σκεφτείς ότι προέρχονται από ανθρώπους μιας κάποιας ηλικίας, που ίσως ασφυκτιούν σε κάποιο διαμέρισμα. Λίγο πιο κάτω ο ντιτζέι μιας μπυραρίας παίζει ένα τραγούδι των Ξύλινων Σπαθιών. Μ' έναν περίεργο τρόπο τα παραπάνω δένουν μεταξύ τους, όλα εντάσσονται σ’ ένα ενιαίο τοπίο, στο μυαλό μου τουλάχιστον.
Βραδιάζει.
Σε λίγο θα κατηφορίσω. Περνάω μπροστά από ένα καφενείο. Γέροι τσακώνονται. Παραπολιτικά και θεωρίες συνομωσίας στο φουλ. Ένας μεθυσμένος με μπύρες από ένα τραπεζάκι βρίζει έναν ορθιο άνδρα, μάλλον αλβανικής καταγωγής εάν κρίνω από ένα ρο του που σέρνεται. Εκείνος δεν φεύγει, απαιτεί να του ζητήσει συγνώμη. Ο μαγαζάτορας ένα ασπρομάλλικο ανθρωπάκι τον συγκρατεί και του λέει να φύγει, φοβισμένα όμως. Δεν θέλει να έχει μπλεξίματα. Ο μεθυσμένος ελληναράς σε θέση ισχύος λέει κάτι για τη Συμφωνία των Πρεσπών. Ο Αλβανός με τα πολλά χάνεται στο σκοτάδι βρίζοντας. Σκυλιά γαυγίζουν. Στο μυαλό μου καρφώνεται αυτό το εκνευριστικό mantra με τον ιερέα σε έκσταση.
Δέκα παρά το βράδυ. Καταλήγω επιτέλους στο στέκι μου. Οικογενειακή επιχείρηση κι ατμόσφαιρα. Τέντα με χρωματιστά λαμπάκια. Ο κόσμος κάθεται μέσα γιατί έχει πιάσει ψύχρα. Βγαίνουν έξω μόνο όταν είναι να κάνουν τσιγάρο. Ο αντικαπνιστικός νόμος εφαρμόζεται παντού στην πόλη. Ακόμα στο τελευταίο καφενείο όπου παίζουν τάβλι ή χαρτιά, οι γέροι αφήνουν στη μέση την παρτίδα και βγαίνουν έξω να καπνίσουν βλαστημώντας τη Δημοτική Αρχή. Εδώ όμως κυριαρχεί η θαλπωρή. Μια αυτοσχέδια κομπανία παίζει καλούτσικα Τσιτσάνη.
Λύνομαι «μ’ έναν κρυφό αναστεναγμό». Η ημέρα μου στην πέτρινη πόλη έχει τελειώσει.

*Ο τίτλος του κειμένου είναι από το βιβλίο του Μιχάλη Παπακωνσταντίνου Η Πέτρινη Πόλη (Βιβλιοπωλείο της Εστίας, 1995).
 *Το κείμενο γράφτηκε για το site Sounds Greek to me 
 

27 Δεκ 2017

Ανδρούτσος




Νάτο το άγαλμα του Οδυσσέα Ανδρούτσου. Με τη μαρμάρινη μουστάκα του και το , επίσης, μαρμάρινο δασύτριχο του στήθος . Μένει εκεί αλώβητο στην ομώνυμη πλατεία στην παραλία της Πρέβεζας. Και τι δεν θα είχαν δει τα ματάκια του , εάν έβλεπαν : Την τοπική οργάνωση της ανεκδιήγητης «Χρυσής Αυγής», ένα τραγικό σύνολο από κοντόχοντρους ελληναράδες που χωρίς τίποτε να καταλαβαίνουν στέκονται με σημαίες στη σκιά του , κάθε εθνική εορτή. Κι άλλοι πολλοί: συνδικαλάρχες με τις κοιλιές τους και τις φραπεδιές τους , αλλά και αριστεριστές με την αφόρητα βαρετή τους συνθηματολογία. Τουλάχιστον , αυτές τις μέρες, έχει μόνο ευχάριστα νταβαντούρια κι ένα «χριστουγεννιάτικο χωριό» που έστησε πρόχειρα και βαριεστημένα ο Δήμος Πρεβέζης…

26 Δεκ 2017

Kάθε Χριστούγεννα



Κάθε Χριστούγεννα:

-έρχεται η δικτατορία του στρας.

-επιμένω ν' ανοίγω, όλη μέρα και νύχτα, τα λαμπάκια στο δέντρο , που κατά βάθος είναι το πιο ωραίο πράγμα επάνω στο δέντρο και θα μπορούσαν να υπάρχουν και χωρίς αυτό.

-αναρωτιέμαι τι είναι , αλήθεια, τα "Eλληνικά Χριστούγεννα"; μήπως τα Χριστούγεννα σαν Πάσχα; με 18 βαθμούς Κελσίου, τσίκνα, αλογόμυγες και κουνούπια;

-συγκινούμαι με την επιβλητική μελωδία του " Hark the Herald Angel Sing " , σε όλες του τις εκτελέσεις, μ΄αρέσει και κει που ο Σαββόπουλος την εντάσσει στο δικό του "Σχόλιο " : "Γύρω στο '48 πέρασα από κει κι εγώ", Χριστούγεννα παντού απ την Οξφόρδη εώς τη Μακρόνησο.

-όλα τα καθάρματα της υφηλίου ( φέτος ξεχωρίζει ο Donald Trump) προσποιούνται τους καλούς και μοιράζουν ευχές για ειρήνη κλπ κλπ

-ακούω τα "Άπαντα" του Έλβις, παραδοσιακά πλέον, από την υπέροχη Sun περίοδο του εώς τα χρόνια του Βέγκας και του φυστικοβούτυρου, συχνά λερώνω , κατά λάθος, τα εξώφυλλα των CD με τα μελομακάρονα.

-λέω  ότι θα γιορτάσω ως "παραδοσιακός άνθρωπος" χωρίς ποτέ να έχω γνωρίσει πραγματικά την Παράδοση: καραβάκι με λαμπάκια / εκκλησία την παραμονή / παραδοσιακά κάλαντα / Παπαδιαμάντης, όλα αυτά τα ωραία πράγματα που μοιάζουν σαν να έρχονται από άλλη χώρα ή άλλο πλανήτη, και που για την ώρα τα λυμαίνονται οι πιουρίστες , σχολαστικά και χωρίς συναίσθημα.
Η "ιδέα" σπάνια αφήνει χώρο στην απόλαυση.

-κάποιο παιδάκι στον κόσμο κρυώνει και πεινάει και κάποιοι άλλοι, πολλοί, αναρτούν φωτογραφίες με παιδάκια που κρυώνουν ή πεινάνε , για να νιώσουν εκείνοι καλύτερα.

-μισώ τη λαικοπόπ δήθεν ανεμελιά της ελληνικής τηλεόρασης, που είναι πια τόσο προβλέψιμη και συντηρητική, αλλά πάντοτε τη χαζεύω μαζοχιστικά.

-δεν με πειράζει ο Βασίλης Καρράς , είναι με τον τρόπο του γιορτινός κι αυθεντικός, αλλά βαθιά μέσα μου έχω την ελπίδα ότι θα ρθει κάποτε το βράδυ εκείνο που ο Π.Ε.Δημητριάδης των πρώην Κόρε.Ύδρο. θα τον παρουσιάζει ως οικοδεσπότης στη δική του Χριστουγεννιάτικη εκπομπή.

-νοσταλγώ τα αθώα παιδικά Χριστούγεννα γύρω στο '84-'85 που είχε χιονίσει στην Αθήνα την παραμονή.

-δεν νοσταλγώ τις εφηβικές μπαρότσαρκες των '90s την παραμονή.

-δεν θέλω να θυμάμαι τα Χριστούγεννα του '87.

-περιμένει στη γωνία μια τραγωδία, ένα δυστύχημα και μια φυσική καταστροφή.

-βλέπω τον Πάπα να ευλογεί τα πλήθη στο Βατικανό και πιστεύω στ' αλήθεια πως είναι καλός άνθρωπος.
-ανυπομονώ για το επόμενο πρωτοχρονιάτικο σαρδάμ του δημάρχου Καμίνη στη μελαγχολική φιέστα της πλατείας Κοτζιά.
-κάνω πως δουλεύω, σταματώ, κατεβαίνω απ τη σοφίτα παριστάνοντας, έστω κι αργοπορημένα, τον Αη Βασίλη στα δίδυμα.
Χρόνια Πολλά!

4 Οκτ 2017

Η Κική εκείνο το βράδυ




https://www.youtube.com/watch?v=g8SUnnwWHxM


Πρόλαβα ,ευτυχώς, να πάω κι εγώ, τέλος Σεπτεμβρίου, στη, φθινοπωρινή πια, Ταράτσα του Φοίβου. Ήταν, ίσως, η πιο πολυσυζητημένη της βραδιά. Εκλεκτός guest του Δεληβοριά ήταν ο Διονύσης Σαββόπουλος, ο «πατέρας» όλων των Ελλήνων τραγουδοποιών, παλαιοτέρων και νεωτέρων,  ο πρώτος που τόλμησε να τα πει με μια κιθάρα, με τόση ένταση και αποφασιστικότητα και, μάλιστα, σε βαθύτατα σκοτεινές εποχές. Ήμουν ιδιαίτερα συγκινημένος, αφού τους ξανάβλεπα μαζί στο πάλκο, μετά από σχεδόν είκοσι χρόνια. Φεβρουάριος του 1996, ήταν, θυμάμαι ,  τότε που τους είχα δει για πρώτη φορά μαζί  στη Σφεντόνα της λεωφόρου Αλεξάνδρας. Ήμουν είκοσι χρονών, είχα πάει πρώτη φορά σε τέτοιου είδους μαγαζί , με τρεις φίλους, κι εκεί είχα ακούσει , μεταξύ άλλων, το εξελληνισμένο Obladi Oblada,  αλλά και τα τραγούδια  απ  τον πιο πρόσφατο τότε κύκλο τραγουδιών του Σαββόπουλου τον «Μην πετάξεις τίποτα». Μαζί με τα παραπάνω  λοιπόν, άκουσα για πρώτη φορά   κι αυτό το παράξενα, όμορφο κι εθιστικά λάθος τονισμένο «Λιβερπούλ και Μαντσέστερ» απ την «Κική» του Δεληβοριά, αυτόν τον μικρό ατσούμπαλο στίχο που με φώτιζε παρηγορητικά, για πολύ καιρό αργότερα, στις βαρετές , υγρές, βάρδιες 12-4 , την ώρα που οι αρουραίοι έκαναν τσουλήθρα στους κάβους της πρύμνης της Φ/Γ Ναβαρίνο  όπου παρουσιάστηκα λίγους μήνες μετά από εκείνη τη βραδιά στη Σφεντόνα.

Τότε το ‘96 , αμήχανος καλεσμένος του Σαββόπουλου ήταν ο Φοίβος που ελάχιστοι μυημένοι τον γνωρίζαμε .  Τώρα ο τελευταίος έφτιαχνε την Ταράτσα, που βρισκόταν στο τέλος μιας σειράς καλοκαιρινών παραστάσεων - μια μεταφορά ονειρικού αναψυκτήριου στο σήμερα- με ζουμερές χορεύτριες, stand up comedians  και αδέξιους ταχυδακτυλουργούς .  Σ' αυτή τη  Φελινική παρέλαση ονομάτων, mainstream και μη , που δεν φοβήθηκαν να εμφανιστούν εκεί πάνω και να τα πουν μ’ ένα πιο burlesque τρόπο,  τελευταίος μουσαφίρης ήταν ο Σαββόπουλος και οικοδεσπότης πιά , όλο αυτοπεποίθηση πλέον, ο Δεληβοριάς. Οι ρόλοι είχαν αντιστραφεί.

Και δεν ήταν πια Καλοκαίρι, ούτε κυριολεκτικά, λόγω επιδείνωσης καιρού,  αλλά ούτε και μεταφορικά. Η ψυχολογία μου ήταν σαν πετρελαιοκηλίδα που απλώνεται μέρα με τη μέρα στο Σαρωνικό, καθώς είχα μπει για τα καλά στη φθινοπωρινή ρουτίνα, κι  ένας δυνατός ψυχρός άνεμος ήταν έτοιμος να τα σαρώσει όλα : χτύπαγε τέντες , στριφογύριζε με λύσσα τα αθώα χρωματιστά σημαιάκια πάνω απ την σκηνή, ανακάτευε τις παρτιτούρες, σκορπούσε νότες και λόγια και βάσεις μικροφώνων, ακόμα κι αυτό το πελώριο μπουκέτο από  τριαντάφυλλα με την επιγραφή «Η Ταράτσα Του Φοίβου» πηγαινοερχόταν απειλητικά (νομίζω, πάντως πως κάποιος μου είπε πως ήταν από φελιζόλ και να έπεφτε δεν θα έκανε μεγάλη ζημιά), και φυσικά ανέμιζε και τα λευκά γένια και τα ατακτοποίητα ξέφτια απ την κοτσίδα του Δ.Σ. κάνοντας τον έτσι, μαζί και με τα παιχνιδίσματα του προβολέα και τη ένταση της ερμηνείας του,  να μοιάζει με βιβλική φιγούρα. 

Μου έκανε μεγάλη εντύπωση  η επανεκτέλεση της «Κικής κάθε Βράδυ» απ τους δυο , μετά από σχεδόν 20 έτη. Και ιδιαίτερα το σημείο που ο Σαββόπουλος το αλλάζει και λέει "Αλβανοί και  Ναύτες Γέροι, όλοι μου οι συγγενείς!" εντάσσοντας το έτσι  στο δικό του δημιουργικό σύμπαν.  Αυτή ακριβώς  η στιγμή κι όχι η κάπως αόριστη (κι αγχωτική) προσδοκία για μια βραδιά μέθεξης, ήταν νομίζω το ‘κλειδί’ της επιτυχίας της προχθεσινής βραδιάς στην Ταράτσα. Μικρά ρίγη συγκίνησης. Έτσι κι αλλιώς οι εποχές είναι ζόρικες, όχι  με την έννοια της «σκοτεινιάς», της δυσκολίας των χρόνων που ξεκινούσε ο Σαββόπουλος, αλλά με την έννοια της μιζέριας που επιμένει, μιας αίσθησης ότι μετά από κάτι πραγματικά καλό που είναι δυστυχώς σύντομο ,  ακολουθεί σωρεία κακών που σε προσγειώνουν σε μια επίπεδη πραγματικότητα. Και δυστυχώς αυτό  το παραδεχόμαστε όλο και πιο πολύ και ίσως αυτή η παραδοχή , αυτή η κατάφαση στην πραγματικότητα , μας κάνει να ψάχνουμε , εναγωνίως, σαν φωτάκια  στο σκοτάδι τις λιγοστές στιγμές που αξίζουν . Ο Δεληβοριάς ίσως πρώτος το κατάλαβε αυτό και  γι αυτό στο πάλκο, φορώντας το γαλάζιο κουστούμι του διασκεδαστή, έδειχνε να μην σκοτίζεται για το  μεγάλο «νόημα» , ήθελε απλώς να οργανώσει, ανακαλώντας και ανακατεύοντας πράγματα και πρόσωπα που αγαπάει, μια καλοστημένη παράσταση για να ψυχαγωγηθεί ο κόσμος , γι αυτό και η ερμηνεία του, ειδικά στην «Κική» είχε , όχι πια το  τραύλισμα του ’96, αλλά μια σιγουριά αληθινή που ωρίμασε σταδιακά όλα αυτά τα χρόνια. Και είχε, προχθές, δίπλα του, τον πρώτο διδάξαντα, αυτόν που είδε πρώτος το τραγούδι, ελληνικό ή μη, ως ένα ενιαίο τοπίο, άλλοτε συναρπαστικό, άλλοτε ενδιαφέρον, άλλοτε θολό, άλλοτε βαρετό, αλλά πάντοτε ενιαίο. Όπως ακριβώς και  η ζωή. Μικρής διάρκειας στιγμές, μικρές φυσαλίδες συγκίνησης και υπέρβασης είναι αυτές που αλλάζουν το τοπίο , αλλά και τη ζωή μας.

Εν κατακλείδι , η διασκέδαση και η συγκίνηση , αυτά τα τόσο παρεξηγημένα και ταλαιπωρημένα κορίτσια των νεανικών μας χρόνων , πρωταγωνίστησαν πάλι προχθές το βράδυ στην Ταράτσα, χωρίς τύψεις και παρακινούμενες απ την καλειδοσκοπική ματιά του Δεληβοριά και την παρουσία-καταλύτη του Σαββόπουλου . Το τοπίο έγινε και πάλι ενδιαφέρον. Αργότερα ίσως να έρθει ξανά και το "νόημα".

9 Αυγ 2013

Το Σούρουπο



  


Εδώ στας εξοχάς , 25 χλμ από την Πρέβεζα, όλα κυλούσαν σε ρυθμούς οικογενειακής ρουτίνας. Όταν επιτέλους κοιμήθηκαν τα μωρά , νωρίς το βράδυ, βγήκα έξω στο κήπο. Όλα ήταν ήσυχα, άκουγες μόνο τους ήχους των νυσταγμένων  τζιτζικιών που όσο πήγαινε και έσβηναν , μαζί με τον ήλιο που χάνονταν αργά πέρα στο Ιόνιο. Και ξαφνικά! Κλαρίνο! Από το πέρα σπίτι , ένα κατάξανθο παιδάκι , γιος έλληνα που ζει στη Σουηδία, εξασκούνταν  στο όργανο , που τον συνέδεε συμβολικά  (αλλά και ουσιαστικά) με τη γη των προγόνων του , την Ήπειρο. Η πλάση αντήχησε , τα γύρω βουνά αντιλαλούσαν (που λέει και το τραγούδι) , ο άτεχνος ,αλλά αρχαϊκός, ήχος απλώθηκε παντού :  Μέσω Goteborg ζωντάνεψε ξανά η ελληνική φύση . Σίγουρα θα  υπάρχει ,περά απ τους γονείς, και ενθάρρυνση απ το σουηδικό σχολείο (παραλίγο να γράψω σουηδικό μοντέλο), ήταν η σκέψη που ακολούθησε την έκπληξη μου .  Σχεδόν ταυτόχρονα,  τα μεγάλα ,πλακουτσωτά, ηπειρώτικα κεφάλια των πρεσβυτέρων της οικογενείας , έπιασαν το τραγούδι: «Δεν μπορωώ μανούλαμ δεν μπορωώ...». Αλλά ο μικρός τους στην έφερε, άφησε μετά τα δημοτικά και έπιασε τους Beach Boys και "Wouldn't It Be Nice" κι αμέσως μετά το “Bandiera Rossa” . Μέχρι και τη «Μασσαλιώτιδα» έπαιξε για φινάλε το κατάξανθο ελληνόπουλο εκ Σουηδίας! Στο τέλος, η αυστηρή φωνή του πατέρα διέταξε τον μικρό να πάει για ύπνο. Κι έτσι το, φορτωμένο αρχέγονα συναισθήματα,  κλαρίνο εσιώπησε . Στο μεταξύ , είχαν σιγήσει και τα τελευταία τζιτζίκια και έτσι έμεινα εκεί ν’ απολαμβάνω, μόνος μου,  την πλήρη ησυχία.


13 Ιουλ 2012

Ακόμα Καλύτερες Μέρες...



  Γύρω στο '86, η Samantha Fox μας καλούσε ,λάγνα κι επιτακτικά, να παραμερίσουμε τις συντηρητικές αναστολές μιας , όπως όλοι πια παραδέχονται, αποστειρωμένης σεξουαλικά δεκαετίας , και να την αγγίξουμε.

ΕΞΩΣΤΡΕΦΕΙΑ
Όμως είμασταν ακόμη παιδιά, σε λίγο θα τελειώναμε το δημοτικό και η πραγματικότητα μας δεν σχετίζονταν , τουλάχιστον ακόμα, με  το «εκρηκτικό»  μπούστο μιας ξαναμμένης ποπ σταρ. Η κατάσταση άρχιζε ν’ αλλάζει. Τα ήσυχα , εσωστρεφή απογεύματα των πρώτων παιδικών χρόνων , σε λίγο θα έδιναν τη θέση τους σε μια πιο “φυσιολογική” εξωστρέφεια: Ομαδικές προβολές βιντεοταινιών κάθε Παρασκευή με ζεστό "παραδοσιακό" ποπ κορν , σε σαλόνια  προνομιούχων φίλων  που διέθεταν βίντεο, και φυσικά, ομαδική εκτόνωση με πολύ  ποδόσφαιρο, μαζί με όλη  την "παραφιλολογία" του.  Τι κι αν τα κορίτσια της τάξης "φούσκωναν" από χρόνο σε  χρόνο, προκαλώντας μας όλο και πιο πολύ, εμείς επιμέναμε σαν χαζοί στο να ανταλλάσσουμε χαρτάκια Panini απ το MEXICO’86: “Σου δίνω έναν Κέλεμανς, έναν Αλτομπέλι , μου δίνεις έναν Μαραντόνα που τον έχεις διπλό ;” . Με άλλα λόγια η εξωστρέφεια αυτή δεν ήταν παρά μια αυθόρμητη και πρωτόλεια ανάγκη για συλλογικότητα. Κάτι άρχισε να δημιουργείται πάνω απ το ατσούμπαλο κεφάλι μας, κάτι απροσδιόριστο , αλλά με κοινούς κώδικες, κάτι που ένωνε σταδιακά τις παιδικές ηλικίες όλων μας.

ΤΑ ΛΕΥΚΩΜΑΤΑ
Μιλώντας για απόπειρες για μια νέα συλλογικότητα, δεν μπορούμε να μην εντάξουμε σ’ αυτές και τα λευκώματα. Όπως τα σκέφτομαι τώρα ήταν ένα είδος φέισμπουκ τον παιδικών μας χρόνων, όπου όλα τα “likes” ήταν γραμμένα με στυλό, άρα ανεξίτηλα. Στα αγόρια κυριαρχούσαν ονόματα όπως: “Karate Kid” ή “Simon” ( ίσως απ τον Simon le Bon των Duran Duran ). Τα κορίτσια είχαν ονόματα όπως “Candy-Candy” ή “ Sabrina”. Κάποιοι άλλοι, σαφώς  λιγότεροι, υπέγραφαν με τα πιο πεζά (κι ελληνικά) : “Νίκος Γκάλης” ή  “Βάσια” (Παναγοπούλου;). O ιδιοκτήτης , αν θυμάμαι καλά, λεγόταν «κτήτωρ», προφανώς παρακαταθήκη απ τα 60s λευκώματα των μαμάδων και των μπαμπάδων, αλλιώς δεν μπορώ να καταλάβω, πως θα μπορούσε να κολλάει μια τόσο βαρύγδουπη, παλιακή, λέξη στα χρόνια της τσιχλόφουσκας των μέσων της δεκαετίας του ’80. Λευκώματα είχαν κυρίως τα κορίτσια , συχνά τα άνοιγες και μύριζες το άρωμα τους. Άλλες φορές πάλι έβρισκες κολλημένες τσίχλες ή άλλα πράγματα με σελοτέιπ (σε  αυτό το τομέα το facebook υστερεί). Άλλες φορές πάλι,  έβρισκες σάλτσα μπολονέζ της μαμάς, μιας και τα παίρναμε για μια-δυο μέρες σπίτι μας, για να σκεφτούμε καλύτερα. Το πιο μελαγχολικό όλων, όμως, ήταν κάτι μοναχικά παιδιά που έφτιαχναν λευκώματα και , λόγω έλλειψης επισκεπτών, απαντούσαν τα ίδια στις ερωτήσεις τους, πολλές φορές και με διαφορετικά ψευδώνυμα…

ΗΛΙΟΣ ΠΡΑΣΙΝΟΣ ΠΑΧΥΣ
 Εντωμεταξύ επάνω απ το κεφάλι των Αθηναίων δέσποζε ακόμα , λαμπερός και καυτός  όσο ποτέ άλλοτε , ο πράσινος ήλιος. Όμως οι μέχρι πρότινος, καλά κρυμμένες παρενέργειες του,  άρχισαν πια , εκεί γύρω στο 86-87, να γίνονται ορατές. Και φυσικά λέγοντας παρενέργειες εδώ,  δεν εννοούμε το νέφος και τον καύσωνα  και την  περιβόητη πια  τρύπα του όζοντος. Ο πρωθυπουργός της χώρας συμπεριφερόταν πια, ως πασάς σε δικό του πασαλίκι. Ήταν παχύς, κι έχοντας υποσχεθεί, ακόμα καλύτερες μέρες, έλυνε την γραβάτα του για να χορέψει ζεϊμπέκικο στης Ρίτας Σακελλαρίου. H αποφασιστικότητα του και η πυγμή που έδειξε σε θέματα όπως η υπόθεση «Σισμίκ», τότε που πανικόβλητες οι ελληνίδες νοικοκυρές αδειάζανε τα ΥΠΕΡΠΡΙΖΟΥΝΙΚ για να μην πεινάσουν στον «πόλεμο» με τους Τούρκους, θα  επισκιάζονταν λίγο αργότερα από μια σειρά οικονομικές ατασθαλίες που έκαναν την Ελλάδα , εκεί κατά το φθινόπωρο του '88 να μοιάζει με αποθήκη σκανδάλων. Το χειρότερο, όμως, όλων είναι η σταδιακή επικράτηση μιας  χυδαίας νοοτροπίας που αλλοίωσε ολοκληρωτικά τον χαρακτήρα, τη καθημερινότητα  και  το περιβάλλον μας. Το σύγχρονο " μεταλλαγμένο" προφίλ του Νεοέλληνα, απ το οποίο, μόλις στις μέρες μας, κάποιοι, προσπαθούμε ν’ απεμπλακούμε, εδραιώθηκε τις μέρες εκείνες.  Το μουστάκι έδινε την θέση του σε ξυρισμένα πρόσωπα που μοσχοβολούσαν άφτερ σέιβ με ξενικά ονόματα. Τώρα αποκαλύπτονταν ξανά πανωχείλια απαλλαγμένα από μεταπολιτευτικές τρίχες,  που, όμως πια ,χαμογελούσαν πιο συγκρατημένα, αφήνοντας στην άκρη, τον μεγάλο ενθουσιασμό της παρερχόμενης εποχής των «αγνών  λαϊκών θριάμβων».  Οι χαίτες, όπου να ναι ,  θα υποχωρούσαν κι  αυτές, σε λίγο οι νέοι της εποχής θα υιοθετούσαν το κούρεμα «βούρτσα» και την «νέου τύπου» σιγουριά του αεροπόρου Tομ Kρουζ στο Top Gun . Ο αλματώδης «εξευρωπαϊσμός» του Έλληνα καλά κρατούσε.

ΧΩΡΙΣ ΤΥΨΕΙΣ
Αυτή τη «νέου τύπου» σιγουριά  υπέθαλψε, κάποιες φορές ασυνείδητα και κάποιες όχι , την έλευση μιας νέας κουλτούρας: αυτή του περιοδικού ΚΛΙΚ, που πρωτοκυκλοφόρησε τότε, τον Απρίλιο του 87. Θυμάμαι ακόμα το πρώτο εξώφυλλο του , με τον Max Headroom ,τον παρουσιαστή  βιντεοκλιπ που εξέπεμπε κατευθείαν από ένα ηλεκτρονικό μέλλον, προϊόν μυθοπλασίας κάποιων έξυπνων παραγωγών της βρετανικής τηλεόρασης του 1985, σαν προφήτη- καρτούν μιας εποχής που κατέφθανε ολοταχώς,. Έτσι λοιπόν, κατέφθασε το ΚΛΙΚ στα κιτρινοπορτοκαλί περίπτερα της παιδικής μας Αθήνας, σαν κομήτης απ’ το μέλλον, αστραφτερός, μεταμοντέρνος κι, εν τέλει ,απατηλός, σαν την εποχή (δεκαετία ενενήντα) που, τότε,  «ευαγγελιζόταν». Ας είμαστε, όμως, δίκαιοι. Το ΚΛΙΚ , όπως και η έλευση του MTV στ’ αθώα μας σαλόνια, κάνα δυο χρόνια αργότερα, «φώτισε» μ’ έναν καινούργιο  τρόπο την μετάβαση μας απ την παιδική ηλικία, στο «λούκι» της εφηβείας. Για τους πιο μεγάλους από μας , η νέα αυτή κατάσταση, απελευθέρωσε δυνάμεις που, ως τότε, καταπιέζονταν απ τις αναστολές που επέβαλαν τα ιερατεία της αντιπολίτευσης. Τα λι και τα νι του Πάνου Μιχαλόπουλου έδωσαν την θέση τους , στο εξευγενισμένο λι και νι του Κωστόπουλου και σε μια νεανική ελληνοξενική με αρκετό σύγχρονο χιούμορ, ειν αλήθεια, αλλά και με μπόλικο ναρκισσισμό. Έτσι το γκρίζο ελληνικό τοπίο των διαφόρων  σκανδάλων  και του γλεντζέ μοιχού πρωθυπουργού, έγινε άλλο ένα διασκεδαστικό καρέ , ανάμεσα σε underground  (τότε) κόμικς,  χρωματιστές διαφημίσεις, νέες ευφυείς γραφίδες και μπόλικες δόσεις σεξουαλικότητας, προσαρμοσμένης βέβαια στο πνεύμα της aids εποχής. Με άλλα λόγια, τότε φύτρωσαν πολλά όμορφα βλαστάρια, που στη συνέχεια απεδείχθησαν ανθρωποφάγα φυτά, και σ’ αυτό, σίγουρα,  η «κουλτούρα ΚΛΙΚ» έχει ένα μερίδιο ευθύνης. Μια ματιά στην δεκαετία που ακολούθησε, αυτή του ενενήντα,  θ’ αρκούσε: πολλοί θα υιοθετούσαν το στυλ Max Headroom ,στη πιο εφιαλτική του μορφή, και όλοι θα γδύνονταν, κυριολεκτικά και μεταφορικά, χωρίς τύψεις…

ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΔΕΣ ΕΓΚΛΩΒΙΣΜΕΝΟΙ
Μουσικά, λίγο πριν έρθει στην Ελλάδα το MTV και το Σι Ντι, τα πράγματα ήταν σε μεταβατική περίοδο. Όλοι ήταν αμήχανοι τότε: Τα συνθήματα υποχωρούσαν, τα ορατόρια , οι κύκλοι τραγουδιών και οι καντάτες το ίδιο , τώρα οι  γενειοφόροι τραγουδιστές γδύνονταν τ' αντάρτικα και με χαβανέζικο πουκαμισάκι φώναζαν "τσικαμπουμ" ερμηνεύοντας ίσως,  έτσι άναρθρα, την σύγχυση της εποχής. Υπήρχαν βεβαίως και οι εξαιρέσεις, οι κοφτερές και ακριβές ,σαν διαμάντι, κινήσεις του Χατζιδάκι έδιναν πνοή σε μια κορεσμένη ελληνική πραγματικότητα, και η "φελινικής" τρέλας και εμπνεύσεως εκπομπή του Σαββόπουλου για το Ελληνικό Τραγούδι, που αν και βρισκόταν στα κάτω του τότε, το έκανε να φαίνεται σαν μια διαρκής και ενιαία γιορτή που αφορούσε τους πάντες . Εμάς όμως ακόμα μας ενδιέφεραν άλλα . Στον δικό μας «μικρόκοσμο» τα πράγματα δεν ήταν καλύτερα. Αν ήμασταν λίγο πιο μεγάλοι ίσως ενθουσιαζόμασταν με την κυκλοφορία του JOSHUA TREE ή του MUSIC FOR THE MASSES , αλλά εμείς ακούγαμε κυρίως τα διάφορα SUMMER-HITS 87, που  μετά από παρότρυνση του Τσαουσόπουλου , αντικαθιστούσαν τους «παρωχημένους» ΧΡΥΣΟΥΣ ΔΙΠΛΟΥΣ. Oι δίσκοι αυτοί παίζονταν σε πάρτι, όλοι αισθανόμασταν άβολα όταν τελείωνε το “FINAL COUNTDOWN” κι άρχιζε το “SAY YOU , SAY ME” γιατί έπρεπε να πάμε και να της πούμε «χορεύεις;». Μέσα σε αυτές τις συλλογές επιτυχιών, μπορούσε να βρει κανείς, από σκουπίδια μέχρι διαμάντια. Όλα μπερδεύονταν γλυκά: από ερμαφρόδιτα νεορομαντικά συγκροτήματα μέχρι περμανάντ χεβιμεταλάδες. Κάπου εκεί μέσα, σ’ αυτό το συνονθύλευμα, υπήρχαν οι μουσικοί της δεκαετίας του εξήντα. ‘Ήταν εκεί, σε μιαν άλλη ηλικία, ύστερα από δίσεκτα χρόνια, σχεδόν αναγκαστικού παροπλισμού, λόγω μόδας. Επέστρεφαν πάλι λόγω μόδας, μέσω ενός κύματος επιστροφών, κυρίως μετά το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’80. Κάποιοι, όπως ο Paul Simon του, κλασσικού πια,  Graceland, κατάφεραν όχι μόνο ν’ απεγκλωβιστούν, αλλά και να δώσουν μια γερή σπρωξιά σε μια μοίρα που τους ψιθύριζε στ' αυτί: " είσαι σαράντατόσο, είσαι  ένα αστέρι της δεκαετίας του '60, είσαι πλούσιος, απεξαρτημένος, με μια όμορφη δεύτερη σύζυγο και με δύο παιδιά απ την πρώην, κάθισε κι απόλαυσε το". Ο Simon δεν αρνήθηκε να "γκριζάρει", δεν ήθελε να γίνει ένας Πασχάλης της αμερικάνικης μπαλάντας, απλά πέρασε το ποτάμι και κατευθύνθηκε προς το Μέμφις, παρέα με τον εννιάχρονο γιό του και μια καμηλοπάρδαλη που το σκασε απ την Αφρική. Άλλοι, όπως ο Mccartney , ο Neil Young, o Cohen ή ο Ντύλαν ,"εγκλωβίστηκαν" ανάμεσα σε ακατάπαυστα συνθεσάιζερ και σε ψυχρά, μηχανικά, drum machines. H φλόγα τους, παρ' ολ' αυτά , σιγόκαιγε , θα φούντωνε όμως αργότερα , με τον θρίαμβο του unplugged, στα nineties. Τότε πια  θα τους ανακαλύπταμε με ενθουσιασμό, δεκαοκτάρηδες εμείς, πενηντάρηδες αυτοί, και θα "καιγόμασταν" μια για πάντα...

ΣΤΑΣΟΥ ΠΛΑΙ ΜΟΥ
΄Αλλοι το έπαθαν διαβάζοντας "Τον Φύλακα Στη Σίκαλη" , εγώ πάντως το έπαθα με το "Stand By Me", την ταινία, όχι το τραγούδι. Υπάρχει μια φάση στη ζωή σου , που νιώθεις οτι τελειώνει σιγα σιγά η παιδική σου ηλικία κι ετοιμάζεσαι για κάτι που δεν ξέρεις τι είναι , κάτι  άγνωστο, που σου προκαλεί έξαψη και ανασφάλεια. Απ τη μία βρίσκεσαι στην γλυκεία θαλπωρή του σπιτιού κι απ την άλλη βρίσκεσαι , όλο και πιο κοντά, στην "άγρια χαρά" των φίλων. Σε λίγο ούτε αυτό, όμως θα σε ικανοποιεί. Αυτό το "σε λίγο" όλο και καθυστερεί, κι εσύ μες τις παιδικές σου  συνήθειες το αναβάλλεις, μέχρι που έρχεται ένα γεγονός, ένα βιβλίο ή μια ταινία, που σου δίνει αυτή τη γενναία σπρωξιά προς τα εμπρός. Έτσι ξαφνικά νιώθεις, το επόμενο κιόλας πρωί, σαν να  έχεις μεγαλώσει απότομα, σαν να βρίσκεσαι στην αμέσως επόμενη ηλικία απ την παιδική. Το Stand By Me δεν είναι σπουδαία ταινία, είναι όμως σημαντική για μένα, γιατί μου έδωσε ένα σκαρίφημα για το πως θα μπορούσε να  είναι περίπου η εφηβεία. Έβλεπα τους τέσσερις εκείνους προ-έφηβους να τριγυρνάνε στην αμερικάνικη ύπαιθρο ένα καλοκαίρι του τέλους της δεκαετίας του πενήντα, και ένοιωθα ότι είμαι εγώ και οι φίλοι μου εκεί, κάνοντας κοπάνα  από το αθηναϊκό καλοκαίρι του ευρωμπάσκετ 87 στο αμερικάνικο καλοκαίρι του 59,με γυρισμένα τα ρεβεράκια του μπλουτζίν μας  , έχοντας αποδεχτεί τη "νέα" μας ηλικία...


- "ακούστηκαν" τα εξής ( με σειρά εμφανίσεως") :
"Touch Me (I Want your Body)"  Samantha Fox
"Αυτός Ο Άνθρωπος"  Ρίτα Σακελλαρίου
"Τake My Breath Away"  Berlin
"Τσικαμπούμ"  Γιάννης Γιοκαρίνης
"The Final Countdown"  Europe
"Say You, Say Me"  Lionel Richie
"Graceland" Paul Simon
"Stand By Me" Ben E. King 


_ Για την παράγραφο με τίτλο "Χωρίς Τύψεις" κοίταξα το κείμενο του Βασίλη Βαμβακά "Κλικ: H συνάντηση του πολιτικού λόγου με το ύφος ζωής".
_  Το "Αποθήκη σκανδάλων το ΠΑΣΟΚ" είναι απο άρθρο της εποχής εκείνης, απο τη γαλλική εφημερίδα LIBERATION.
_ Σημαντικά στοιχεία πήρα απο το blog  http://silezukuk.tumblr.com/

www.slowfood.com

επισκεπτεσ:

count website traffic

Αναγνώστες