Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα άνθρωποι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα άνθρωποι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

19 Ιουν 2018

Λίγες σκέψεις για τον Paul McCartney


Πρέπει ,νομίζω, συχνότερα να τιμούμε τους ζωντανούς, αυτούς που συνεχίζουν. Τους νεκρούς , είναι αλήθεια, ειδικά στην Ελλάδα, τους προτιμούμε , και είναι πιο εύκολο σ’ αυτούς να ξεχνούμε όλα τα πληκτικά και τα δυσάρεστα που είχαν ως ζωντανοί και να κρατούμε τα πιο «ηρωικά» και αιχμηρά τους στοιχεία, κατατάσσοντας τους συχνότατα στην κατηγορία των ημίθεων. Γι αυτό , πιο πολύ αγαπάμε τον Cobain απ τον Dave Grohl , τον Lennon απ τον McCartney.
Ο Μακκα , όμως, έκανε και κάνει πάντα τη δουλειά του. Συχνά τον κατηγορούν για διάφορα: για ελαφρότητα (λες και ένας άνθρωπος της ποπ πρέπει να είναι οπωσδήποτε φιλόσοφος), επιπολαιότητα, έλλειψη μέτρου, τον αντιμετωπίζουν σαν ζωντανό μουσείο των Beatles, τα φριχτά κουτσομπολίστικα social media τον παρουσιάζουν περίπου σαν το βρετανό Πασχάλη.
Συχνά ξεχνούμε ότι απ το ’66 και μετά αυτός έκανε τα πιο ενδιαφέροντα πράγματα στους Beatles, στα 24 του έγραφε τραγούδια-νουβέλες που περιέγραφαν με ακρίβεια κι ευαισθησία την αγγλική κοινωνία με όλη αυτή τη μελαγχολία και την υγρασία που τη χαρακτήριζαν. Κι επιτέλους δεν επαναπαύτηκε , δεν στρογγυλοκάθισε στο μύθο του παχαίνοντας και πίνοντας μπύρες. Έψαξε για άλλα στυλ ,σε όλο το φάσμα της λεγόμενης μοντέρνας μουσικής . Δεν φοβήθηκε τα σουξέ.
Πιο λαϊκό παιδί απ τον Λένον και τον Τζάγκερ παρά την έμφυτη αριστοκρατικότητα του , πιο δεμένος με την Ιρλανδό-Κελτική παράδοση του Λίβερπουλ παρόλο που μικρός ξεσήκωνε τον Eddie Cochran και τον Ray Charles, αυτός είναι ο πατριάρχης της Βρετανικής Ποπ.
Και χθες είχε
γενέθλια.

8 Δεκ 2017

Εάν Ήσουν Εδώ Σήμερα







     To Strawberry Fields Forever είναι , σταθερά, το αγαπημένο μου τραγούδι. Είναι ένα αριστούργημα. Δεν θα κάτσω να το αναλύσω τώρα, άπειρα κείμενα έχουν γραφτεί και θα γραφτούν για τις νεωτεριστικές του αρετές κλπ κλπ .
    Το μυαλό που το συνέλαβε, δολοφονήθηκε απ τις σφαίρες ενός παράφρονος φαν του , σαν σήμερα, πριν 37 χρόνια.
    Ήταν 40 χρονών, όσο περίπου είμαι εγώ τώρα.
    Θυμάμαι την αναγγελία του θανάτου του, απ τη μαυρόασπρη ελληνική τηλεόραση ,να πέφτει σαν βόμβα στο αθηναϊκό σαλόνι της γιαγιάς μου. Ακόμη κι αυτή , φαν του Αττίκ και των γαλλικών ελαφρών, έμεινε εμβρόντητη.
    Ο Λένον, λέει ο αστικός μύθος, τα τελευταία χρόνια της ζωής του είχε εγκαταλείψει τη ροκ ζωή, στις ,λιγοστές πια, συνεντεύξεις του μίλαγε σαν να μισούσε τη δεκαετία του ’60 (κι ότι σχετίζονταν μ' αυτήν).
    Ασχολούνταν κυρίως με την ανατροφή του μικρού του γιου και με το φούρνισμα του ψωμιού (η Γιόκο με όπλα την καπατσοσύνη και τη χορτοφαγία τον είχε πια «νικήσει», κι είχε πια αναλάβει κανονικά το ρόλο του άνδρα της οικογένειας, λείποντας συχνότατα απ το σπίτι) .
    Στο τζουκμποξ του ίσως να έπαιζαν πια παιδικά τραγουδάκια, μουσικές για αεροδρόμια, άντε και κανένας Buddy Holly (τον οποίο λάτρευε).
    Διάβασα πρόσφατα ότι δεν άντεχε τα παλιά τραγούδια του, γιατί αντιπαθούσε τη φωνή του, έλεγε πως ακουγόταν σαν μια στριμμένη αγγλίδα γιαγιά, γι αυτό στις ηχογραφήσεις έβαζε πολύ echo και φίλτρα(κι αργότερα τις «φορτωμένες» παραγωγές του Phil Spector) για να την παραμορφώνει.
    Γενικά προτιμούσε ν’ ακούγεται σαν τον ‘Ελβις ή τον Βuddy ή σαν κάποιον σοφό γέρο Ινδό , παρά σαν αγγλίδα γιαγιά.
    Ζωγράφιζε πολύ πριν απ τους Beatles. Σχέδια χιουμοριστικά, τολμηρά και σουρεαλιστικά. Ίσως αυτά ν’ αποτέλεσαν τον σπόρο των τραγουδιών που θα προέκυπταν αργότερα, ιδίως απ το ’65 και μετά.
    Με τον Πωλ Μακάρτνει είχε σχέση αγάπης-μίσους. Σ΄αυτόν , άλλωστε, απευθύνονταν το βιτριολικό «Ηοw Do You Sleep?» . Μ’ αυτόν όμως κοιτάζονταν στα μάτια, σαν ερωτευμένοι, όταν έγραφαν τα καλύτερα κομμάτια τους.
    Δύο χρόνια μετά τη δολοφονία του Λένον , ο Μακάρτνει κάθισε κι έγραψε ένα συγκινητικό κομμάτι για τον παλιό φίλο του, το ‘Here Today’. Σε κάποιο σημείο το τραγούδι λέει:
    Well Knowing You,
    You'd Probably Laugh And Say That We Were Worlds Apart.
    If You Were Here Today.
    Το τραγούδι αυτό, είναι κατά τη γνώμη μου, απ τις πιο τρυφερές στιγμές στην ιστορία της Ροκ.
    Δεν ξέρω πως θα ήταν , τι θα είχε κάνει , εάν ζούσε, εάν ήταν εδώ, σήμερα.
    Αυτό που ξέρω είναι πως χωρίς τα τραγούδια του η πραγματικότητα θα ήταν αφόρητη.

4 Οκτ 2017

Η Κική εκείνο το βράδυ




https://www.youtube.com/watch?v=g8SUnnwWHxM


Πρόλαβα ,ευτυχώς, να πάω κι εγώ, τέλος Σεπτεμβρίου, στη, φθινοπωρινή πια, Ταράτσα του Φοίβου. Ήταν, ίσως, η πιο πολυσυζητημένη της βραδιά. Εκλεκτός guest του Δεληβοριά ήταν ο Διονύσης Σαββόπουλος, ο «πατέρας» όλων των Ελλήνων τραγουδοποιών, παλαιοτέρων και νεωτέρων,  ο πρώτος που τόλμησε να τα πει με μια κιθάρα, με τόση ένταση και αποφασιστικότητα και, μάλιστα, σε βαθύτατα σκοτεινές εποχές. Ήμουν ιδιαίτερα συγκινημένος, αφού τους ξανάβλεπα μαζί στο πάλκο, μετά από σχεδόν είκοσι χρόνια. Φεβρουάριος του 1996, ήταν, θυμάμαι ,  τότε που τους είχα δει για πρώτη φορά μαζί  στη Σφεντόνα της λεωφόρου Αλεξάνδρας. Ήμουν είκοσι χρονών, είχα πάει πρώτη φορά σε τέτοιου είδους μαγαζί , με τρεις φίλους, κι εκεί είχα ακούσει , μεταξύ άλλων, το εξελληνισμένο Obladi Oblada,  αλλά και τα τραγούδια  απ  τον πιο πρόσφατο τότε κύκλο τραγουδιών του Σαββόπουλου τον «Μην πετάξεις τίποτα». Μαζί με τα παραπάνω  λοιπόν, άκουσα για πρώτη φορά   κι αυτό το παράξενα, όμορφο κι εθιστικά λάθος τονισμένο «Λιβερπούλ και Μαντσέστερ» απ την «Κική» του Δεληβοριά, αυτόν τον μικρό ατσούμπαλο στίχο που με φώτιζε παρηγορητικά, για πολύ καιρό αργότερα, στις βαρετές , υγρές, βάρδιες 12-4 , την ώρα που οι αρουραίοι έκαναν τσουλήθρα στους κάβους της πρύμνης της Φ/Γ Ναβαρίνο  όπου παρουσιάστηκα λίγους μήνες μετά από εκείνη τη βραδιά στη Σφεντόνα.

Τότε το ‘96 , αμήχανος καλεσμένος του Σαββόπουλου ήταν ο Φοίβος που ελάχιστοι μυημένοι τον γνωρίζαμε .  Τώρα ο τελευταίος έφτιαχνε την Ταράτσα, που βρισκόταν στο τέλος μιας σειράς καλοκαιρινών παραστάσεων - μια μεταφορά ονειρικού αναψυκτήριου στο σήμερα- με ζουμερές χορεύτριες, stand up comedians  και αδέξιους ταχυδακτυλουργούς .  Σ' αυτή τη  Φελινική παρέλαση ονομάτων, mainstream και μη , που δεν φοβήθηκαν να εμφανιστούν εκεί πάνω και να τα πουν μ’ ένα πιο burlesque τρόπο,  τελευταίος μουσαφίρης ήταν ο Σαββόπουλος και οικοδεσπότης πιά , όλο αυτοπεποίθηση πλέον, ο Δεληβοριάς. Οι ρόλοι είχαν αντιστραφεί.

Και δεν ήταν πια Καλοκαίρι, ούτε κυριολεκτικά, λόγω επιδείνωσης καιρού,  αλλά ούτε και μεταφορικά. Η ψυχολογία μου ήταν σαν πετρελαιοκηλίδα που απλώνεται μέρα με τη μέρα στο Σαρωνικό, καθώς είχα μπει για τα καλά στη φθινοπωρινή ρουτίνα, κι  ένας δυνατός ψυχρός άνεμος ήταν έτοιμος να τα σαρώσει όλα : χτύπαγε τέντες , στριφογύριζε με λύσσα τα αθώα χρωματιστά σημαιάκια πάνω απ την σκηνή, ανακάτευε τις παρτιτούρες, σκορπούσε νότες και λόγια και βάσεις μικροφώνων, ακόμα κι αυτό το πελώριο μπουκέτο από  τριαντάφυλλα με την επιγραφή «Η Ταράτσα Του Φοίβου» πηγαινοερχόταν απειλητικά (νομίζω, πάντως πως κάποιος μου είπε πως ήταν από φελιζόλ και να έπεφτε δεν θα έκανε μεγάλη ζημιά), και φυσικά ανέμιζε και τα λευκά γένια και τα ατακτοποίητα ξέφτια απ την κοτσίδα του Δ.Σ. κάνοντας τον έτσι, μαζί και με τα παιχνιδίσματα του προβολέα και τη ένταση της ερμηνείας του,  να μοιάζει με βιβλική φιγούρα. 

Μου έκανε μεγάλη εντύπωση  η επανεκτέλεση της «Κικής κάθε Βράδυ» απ τους δυο , μετά από σχεδόν 20 έτη. Και ιδιαίτερα το σημείο που ο Σαββόπουλος το αλλάζει και λέει "Αλβανοί και  Ναύτες Γέροι, όλοι μου οι συγγενείς!" εντάσσοντας το έτσι  στο δικό του δημιουργικό σύμπαν.  Αυτή ακριβώς  η στιγμή κι όχι η κάπως αόριστη (κι αγχωτική) προσδοκία για μια βραδιά μέθεξης, ήταν νομίζω το ‘κλειδί’ της επιτυχίας της προχθεσινής βραδιάς στην Ταράτσα. Μικρά ρίγη συγκίνησης. Έτσι κι αλλιώς οι εποχές είναι ζόρικες, όχι  με την έννοια της «σκοτεινιάς», της δυσκολίας των χρόνων που ξεκινούσε ο Σαββόπουλος, αλλά με την έννοια της μιζέριας που επιμένει, μιας αίσθησης ότι μετά από κάτι πραγματικά καλό που είναι δυστυχώς σύντομο ,  ακολουθεί σωρεία κακών που σε προσγειώνουν σε μια επίπεδη πραγματικότητα. Και δυστυχώς αυτό  το παραδεχόμαστε όλο και πιο πολύ και ίσως αυτή η παραδοχή , αυτή η κατάφαση στην πραγματικότητα , μας κάνει να ψάχνουμε , εναγωνίως, σαν φωτάκια  στο σκοτάδι τις λιγοστές στιγμές που αξίζουν . Ο Δεληβοριάς ίσως πρώτος το κατάλαβε αυτό και  γι αυτό στο πάλκο, φορώντας το γαλάζιο κουστούμι του διασκεδαστή, έδειχνε να μην σκοτίζεται για το  μεγάλο «νόημα» , ήθελε απλώς να οργανώσει, ανακαλώντας και ανακατεύοντας πράγματα και πρόσωπα που αγαπάει, μια καλοστημένη παράσταση για να ψυχαγωγηθεί ο κόσμος , γι αυτό και η ερμηνεία του, ειδικά στην «Κική» είχε , όχι πια το  τραύλισμα του ’96, αλλά μια σιγουριά αληθινή που ωρίμασε σταδιακά όλα αυτά τα χρόνια. Και είχε, προχθές, δίπλα του, τον πρώτο διδάξαντα, αυτόν που είδε πρώτος το τραγούδι, ελληνικό ή μη, ως ένα ενιαίο τοπίο, άλλοτε συναρπαστικό, άλλοτε ενδιαφέρον, άλλοτε θολό, άλλοτε βαρετό, αλλά πάντοτε ενιαίο. Όπως ακριβώς και  η ζωή. Μικρής διάρκειας στιγμές, μικρές φυσαλίδες συγκίνησης και υπέρβασης είναι αυτές που αλλάζουν το τοπίο , αλλά και τη ζωή μας.

Εν κατακλείδι , η διασκέδαση και η συγκίνηση , αυτά τα τόσο παρεξηγημένα και ταλαιπωρημένα κορίτσια των νεανικών μας χρόνων , πρωταγωνίστησαν πάλι προχθές το βράδυ στην Ταράτσα, χωρίς τύψεις και παρακινούμενες απ την καλειδοσκοπική ματιά του Δεληβοριά και την παρουσία-καταλύτη του Σαββόπουλου . Το τοπίο έγινε και πάλι ενδιαφέρον. Αργότερα ίσως να έρθει ξανά και το "νόημα".

14 Αυγ 2017

Τρεις πλευρές της Paulette Godard









Σας λέει τίποτα το όνομα Paulette Godard; Ήταν το κορίτσι του Τσάρλι Τσάπλιν στα «Modern Times» και «Τhe Great Dictator». Ήταν και σύντροφός του στη ζωή για ένα διάστημα. Η δεκαετία του ’30 , κι ενώ όλοι είχαν εγκαταλείψει μια για πάντα τον βωβό για χάρη του ομιλούντος, βρήκε το Τσάπλιν παντοδύναμο βέβαια , αλλά αμήχανο και διστακτικό μπροστά σ” αυτή τη μεγάλη μετάβαση. Δημοσίως, μάλιστα , σνόμπαρε τη «νέα τάση» χαρακτηρίζοντάς τη θνησιγενή. Φοβόταν; Πιέζονταν; Ένιωθε ίσως πως ο «αλητάκος» του θα έχανε τη βωβή του αίγλη και πως η εκκωφαντική μηχανή του μέλλοντος θα τον συνέθλιβε. Ίσως για αυτό, στα γυρίσματα των «Μοντέρνων Καιρών», με το Paulettάκι παρέα , έκαναν , στα κρυφά, κάποια δοκιμαστικά διαλόγων με ήχο (Τελικά η ιδέα εγκαταλείφθηκε και στην ταινία αυτή ελάχιστοι ήχοι και διάλογοι ακούγονται, οι τελείως απαραίτητοι, μαζί βέβαια με το υπέροχο ακαταλαβίστικο τραγουδάκι του Σαρλώ στη σκηνή του εστιατορίου). Αυτή ήταν η Paulette: με μπανάνα, με μαχαίρι, με ποδιά, και στις τρεις αυτές φάσεις με την ίδια άγρια ομορφιά και χάρη. Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, πως ο Σαρλώ (Τσάπλιν) την εμπιστεύτηκε και κράτησε με σιγουριά το λευκό της χεράκι στον άγνωστο, δύσκολο δρόμο που οδηγούσε στον ομιλούντα.

26 Ιουν 2014

Παρατηρώντας τον Μπομπ Ντύλαν





Η αλήθεια είναι πως όταν βλέπεις κάποιον σαν το Bob Dylan ζωντανό στη σκηνή , είναι αδύνατον ν’ ακούς, απλά και  μόνο , την συναυλία, έτσι ξερά, όπως ,ας πούμε, θα άκουγες ένα «αξιοπρεπές»  ροκ συγκρότημα  ή , ακόμη περισσότερο , ένα κουαρτέτο εγχόρδων μια δροσερή θερινή νύχτα. Αν είσαι τυχερός, και κάθεσαι, σχετικά κοντά στη σκηνή ( και προχθές στο Terra Vibe της Μαλακάσας  αυτό ήταν εφικτό , καθώς δεν ήταν ασφυκτικά γεμάτο), εστιάζεις αποκλειστικά στον ίδιο τον πρωταγωνιστή.  Με την λεπτομερή αφοσίωση ενός σχολαστικού εντομολόγου (που μάλιστα είναι ερωτευμένος με το ,προς έρευνα , αντικείμενο του ) παρατηρείς, καθ όλη τη διάρκεια του σετ,  τις γκριμάτσες , τις νευρώσεις, τα μαλλιά και τα ρούχα  του Βοb Dylan. Πιάνεις , δηλαδή, τον εαυτό σου, να κάνει κάτι σαν  αυτό που θα έκανε στο σινεμά,  ο σκηνοθέτης της ταινίας  «La Vie d' Adele»  Αμπτελατίφ Κεσίς  με τα πασαλειμμένα από μακαρονάδα με κιμά χείλη της Αντέλ Εξαρχόπουλος .

Φυσικά δεν κάνω συγκρίσεις. Για άλλους λόγους θέλεις να παρατηρείς τον Ντύλαν , και για άλλους , εντελώς διαφορετικούς, τη θελκτική ελληνογαλλίδα ηθοποιό .  Το κορίτσι είναι απλά είναι το ζωντανό ΤΩΡΑ, το άμεσο , το ΤΩΡΑ που πάλλεται και  σπαρταράει , που βγάζει σπυράκια , ιδρώνει και λερώνεται και ολοένα σχηματίζεται. Ο γηραλέος τροβαδούρος (πόσο  μισώ αυτή τη λέξη!) είναι το ΧΘΕΣ , o αρχαίος κόσμος , ο τόσο διαφορετικός απ  τον τωρινό. Είναι , σχεδόν, σαν μουσείο. Και τι δεν έχουν δει τα αχνά του μάτια : Toν Woody Guthrie , τoν Martin Luther King, τον Allen Ginsberg, άλλα και τις αχανείς εκτάσεις της αμερικάνικης υπαίθρου όπως ακριβώς  μας τις  περιέγραψε ο Faulkner ή ο Steinbeck ή την παλιά καλή Νέα Υόρκη , όπως μας την απέδωσε ο Hopper.

Κι όμως είναι εδώ, ζωντανός στο δάσος (;) της Μαλακάσας ,στο 37ο Χλμ Εθνικής Οδού Αθηνών – Λαμίας,  με το πλατύ καπέλο του μπροστά στο πιάνο και γρυλίζει,  ,ενώ μπορεί την ίδια ώρα, λίγο πιο πέρα,  κάποιο  υπερσύγχρονο φορτηγό γεμάτο φώτα ή λέιζερ, να περνάει παίζοντας στη διαπασών Παντελίδη. Τον βλέπω , εγώ μαζί μ ένα πλήθος από παιδιά με φράντζες, μαζί με πενηντάρηδες με τους γιούς τους, να μην κάθεται σε ησυχία, να σηκώνεται σαν να ψάχνει να βρει κάτι, να πίνει (άγνωστο τι..) από το πλαστικό ποτήρι, να πηγαίνει λίγο μέσα και μετά να επιστρέφει  απότομα και να ξανακάθεται  δείχνοντας μας τις άσπρες  μπότες του, μισοχαμογελώντας,  καθυστερώντας να μπει στο κουπλέ, ψάχνοντας μια καινούργια, αλλοπρόσαλλη, βερσιόν στα χιλιοειπωμένα τραγούδια του.

Τον βλέπω και σκέφτομαι , μήπως εγώ είμαι τελικά ο «γέρος» κι ο κολλημένος; Aυτός εδώ πάνω , παίζει, μετακινείται συνεχώς , και , γενικά, συνεχίζει την ζωή του κανονικά, όπως ακριβώς η Αντέλ , ενώ εγώ προσπαθώ, μάταια, να τον συνδέσω με το πενηντάχρονο και βάλε παρελθόν του. Πόσο πιο ξεκούραστο θα ήταν , εάν για μια στιγμή ξεχνούσαμε την «ένδοξη πορεία» και τον όγκο πληροφοριών  και απλά συγκεντρωνόμασταν στο ΤΩΡΑ, δηλαδή σε μια ωραία συναυλία ενός 73χρονου μουσικού με άσπρες μπότες που μας μισοχαμογελάει .

Όμως,  οι τελευταίες νότες ,ενός αγνώριστου και ουσιαστικά καινούργιου , All Along The Watchtower, μόλις έχουν σταματήσει . Ο Dylan και η μπάντα του , κάθονται παρατεταγμένοι , για να τους χειροκροτήσουμε. Όμως, μέσα στο βλέμμα του , αυτό το αχνό βλέμμα που ενώνει δύο ή τρείς αιώνες (ξεκινώντας με ιστορίες απ τον 19ο και καταλήγοντας στον 21ο) , βλέπω ένα παιδί, ένα μικρό παιδί που με ρωτάει : “Σου άρεσε η συναυλία;” Τι να του απαντήσω τώρα… Την επόμενη φορά Bob , που θά είμαι κι εγω πιό νέος!



www.slowfood.com

επισκεπτεσ:

count website traffic

Αναγνώστες