Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μουσική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μουσική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

26 Δεκ 2019

Όλα μες τη γιορτή είναι

Το μεσημέρι κρύο. Ο ουρανός γκρι μολυβί. Η αγορά  ανοιχτή με όλα τα λαμπάκια της αναμμένα. Ακόμα και τα χασάπικα δείχνουν γιορτινά αυτές τις μέρες: οι χασάπηδες είναι γλυκομίλητοι, τα λουκάνικα, κρεμασμένα και κόκκινα όπως είναι, δεν χρειάζονται γιρλάντες, είναι από μόνα τους «γιρλάντες». Αστεράκια αναβοσβήνουν αυτιστικά πάνω απ τα αναψοκοκκινισμένα πρόσωπα αυτών που ψωνίζουν και που τρέχουν να τα προλάβουν όλα. Μια τέτοια βόλτα, με συνδέει με τις αντίστοιχες βόλτες που έκανα κάθε χρόνο τέτοιες μέρες με τον πατέρα μου, στη Βαρβάκειο και στα Πέριξ. Απ το ’90 μέχρι και όλη τη δεκαετία του 2000. Η Αθήνα άλλαζε, αλλά οι μυρωδιές και οι ήχοι έμεναν σταθεροί. Απ’ τα μοδάτα μαγαζιά έβγαινε ο ήχος εφησυχασμένης τζαζ που σου έφτιαχνε πάντα τη διάθεση. Ξαφνικά εισέβαλαν απ έξω χαρωποί  γύφτοι  με κλαρίνα. Χαρά θεού. Μετά περνώντας τα σιντάδικα της Σοφοκλέους άκουγες όλα τα τελευταία σουξέ. Μπορεί να τα προσπερνούσαμε αδιάφορα τότε, αλλά σίγουρα τώρα παραδεχόμαστε σχεδόν όλοι πως αποτυπώνουν, με τον τρόπο τους, την εποχή εκείνη:
«Δε μ’ ενδιαφέρει αν έχεις όνομα στην πιάτσα/ και δυνατές στη Σοφοκλέους μετοχές/ δε μ’ ενδιαφέρει αν έχεις γυμνασμένα μπράτσα/ και κάρτα Αμέρικαν Εξπρές. Γιατί σού λείπει αυτό που ψάχνω εγώ να βρω/ μα δεν το ’χει όμως κανείς σας/ κι έχω βαρεθεί μαζί σας/ όλοι οι άντρες ίδια φάτσα/ τάζετ’ ουρανούς με τ’ άστρα. /Μα κανείς δεν έχει αυτό που συνέχεια αναζητώ/ Αυτό το κάτι που θέλω/ που θα με κάνει σαν τρελή να σε θέλω».
2000 Θεσσαλονίκη Έναρξη Πύλη Αξιού.Καίτη Γαρμπή Σάκης Ρουβάς
Η βόλτα στην αγορά τελείωσε, επιστρέφω σπίτι μισοζαλισμένος. Επιμένω ν' ανοίγω, απ το πρωί ως το βράδυ, τα λαμπάκια στο δέντρο, που κατά βάθος είναι το πιο ωραίο πράγμα επάνω στο δέντρο και θα μπορούσαν να υπάρχουν και χωρίς αυτό. Περιμένοντας το γιορτινό τραπέζι βάζω ν’ ακούσω τα «Άπαντα» του Elvis, παραδοσιακά πλέον, από την υπέροχη Sun περίοδό του έως τα χρόνια του Vegas και του φυστικοβούτυρου. Συχνά λερώνω, κατά λάθος, τα εξώφυλλα των CD με τα μελομακάρονα.
Το πρωί έχουν προηγηθεί τα κάλαντα απ’ τα λιγοστά πια παιδάκια. Τους ανοίγω πάντα με χαρά. Κι εγώ μικρός τα έλεγα και τρίγωνο είχα κι απ’ όλα. Το έθιμο κρατούσε ακόμα στις πολυκατοικίες και στις αλάνες της δεκαετίας του 80. Όλο λέω  ότι θα γιορτάσω ως «παραδοσιακός άνθρωπος» χωρίς ποτέ να έχω γνωρίσει πραγματικά την Παράδοση: Καραβάκι με λαμπάκια, εκκλησία την παραμονή, παραδοσιακά κάλαντα, ανάγνωση Παπαδιαμάντη, όλα αυτά τα ωραία πράγματα που μοιάζουν σα να έρχονται από άλλη χώρα ή άλλο πλανήτη, και που για την ώρα τα λυμαίνονται οι πιουρίστες, συχνά στο όνομα μιας «καθαρότητας» και χωρίς συναίσθημα. Η «καθαρότητα» όμως δεν αφήνει χώρο στην απόλαυση. Και οι παλιοί μπερδεμένα τα έκαναν και νεωτερισμούς εισήγαγαν κι απ’ όλα. Όλα μες τη γιορτή είναι. Εγώ πάντως κάθε χρόνο βάζω τα Ελληνικά Κάλαντα, τον ιστορικό δίσκο της Δόμνας Σαμίου και τον απολαμβάνω μες το διαμέρισμα. 
R 10697402 1502608393 1842.jpeg
Με τον Αη Βασίλη ήμουν πάντα καχύποπτος. Θυμάμαι εκείνη την πολαροιντ απ’ τα Χριστούγεννα του 1979 προς 1980. Ήταν στο Μινιόν. Ήμουν γύρω στα τέσσερα και  στα ηχεία του πολυκαταστήματος πρέπει να έπαιζε κάτι σαν το «Να με παίρνανε τα σύννεφα» σε ντίσκο εκδοχή με τη Μαρινέλλα. Η φωτογραφία με δείχνει να χτυπιέμαι κατακόκκινος απ’ το κλάμα στα γόνατα ενός ενοχλημένου Αη βασίλη με στραβή, μάλιστα, γενειάδα. Προφανώς ο τύπος θα ήταν υπάλληλος του καταστήματος και θα ήταν κάπως σκασμένος απ’ την κοπιαστική ημέρα και δεν θα είχε και πολλή υπομονή μ’ εμένα. Τώρα τον καταλαβαίνω. Λίγο μετά το Μινιόν κάηκε, εν μέσω εορταστικής περιόδου μάλιστα.
minion17
Όλα άλλαξαν απότομα, ο απηυδισμένος υπάλληλος του Μινιόν που παρίστανε τον Αη Βασίλη μπορεί να ψήφισε ΠΑΣΟΚ, ίσως και να μπήκε στο Δημόσιο και μετά τέρμα η στολή. Ησύχασε. Εγώ βέβαια εξακολούθησα να μην συμπαθώ πολύ τον τύπο με τα κόκκινα και τη γενειάδα.
Προτιμώ τους δικούς μου προσωπικούς «Αγιοβασίληδες».
Το ελληνικό τραγούδι έχει αρκετούς. Πρώτος και καλύτερος και κλασσικότερος ο Σαββόπουλος, τουλάχιστον αυτός έχει βγάλει δισκάρες. Μετά ο Τζίμης Πανούσης, ένας άγιος με το «διάολο» μέσα του. Ο Μανώλης Ρασούλης θα μπορούσε, επίσης,  να είναι ένας παραπονιάρης Έλληνας Άγιος Βασίλης. Ήταν βιβλική φιγούρα ο αγαπημένος τραγουδοποιός. Ένας άλλος, πιο εναλλακτικός, βγαλμένος κι αυτός λες απ’ την Αγία Γραφή, είναι ο Ψαραντώνης, αν και τώρα που το σκέφτομαι ταιριάζει καλύτερα με τον Αη Γιάννη τον Πρόδρομο. Ο Π.Ε. Δημητριάδης είναι, επίσης, μια πρόταση στις μέρες μας, για το εγγύς μέλλον.
«Πάει ο παλιός ο χροοόνος ας γιορτάσουμε παιδιααα!»
Ακούω τους γιους μου να το τραγουδάνε κι εγώ σκέφτομαι τα παρακάτω.
Ήμουν γελαστό παιδάκι και μάλλον γι’ αυτό το λόγο η δασκάλα με είχε διαλέξει στην Α’ Δημοτικού να κάνω το Νέο Χρόνο με τα Δώρα. Μου χαν φορέσει, μάλιστα,  ένα στέμμα κι ένα πορτοκαλί ύφασμα σαν κάπα. Ένας μουτρωμένος συμμαθητής μου, καλό φιλαράκι, ενσάρκωνε τον Παλιό τον Χρόνο. Εγώ αν υπολογίζω καλά τώρα,  παρίστανα το 1981, χρονιά  μεταξύ άλλων του μεγάλου σεισμού της Αθήνας, της Θύρας 7 και του ερχομού του ΠΑΣΟΚ στην Εξουσία. Τα συμπεράσματα δικά σας.
Κάποια άλλη πρωτοχρονιά στη Θεσσαλονίκη που είχα πάει με τους γονείς μου είχα δει κάτι πολύ περίεργο, σαν όραμα, κάτι άσχετο με το θέμα ίσως, αλλά που μες στο μυαλό μου, έχει και κάποια σχέση. Μέναμε σ’ ένα ξενοδοχείο και τη βραδιά της παραμονής είδα το Μανώλη Αγγελόπουλο, να περιμένει σοβαρός στη ρεσεψιόν. Φορούσε γούνινο παλτό και είχε μακριά λαδωμένα μαλλιά, ήταν σαν ροκ σταρ, ένας περήφανος βασιλιάς των τσιγγάνων. Προφανώς θα ετοιμαζόταν να τραγουδήσει σε κάποιο κέντρο για το ρεβεγιόν. Εκείνη τη νύχτα, κάποιοι θεσσαλονικείς θα άλλαξαν τη χρονιά με τα «Μαύρα μάτια σου» και το «Αμάν Κουζουμ Αμάν Γιαβρούμ».
A 1022137 1433429177 6370.jpeg
Μ’ αυτά και μ’ αυτά ήρθε η στιγμή για το γιορτινό τραπέζι. Εκεί κυριαρχεί πάντα η θαλπωρή και η άφεση αμαρτιών, έστω και με τη μορφή ανακωχής για λίγες ώρες. Γενικώς  όλοι προσπαθούν να δείξουν και να φερθούν γιορτινά. Φιλιά, γέλια, δώρα. Εορταστικά προγράμματα με ζεϊμπεκιές στη τιβί,  που κανείς δε βλέπει. Μια άστοχη κουβέντα ή ένα δηλητηριώδες πολιτικό σχόλιο, μπορεί να οδηγήσει τη βραδιά σε ένα μικρό οικογενειακό δράμα, παρόμοιο μ αυτό που εκτυλίσσεται στο Festen  του Vinterberg.  Όλα μες τη γιορτή είναι εξάλλου. Και όλα μπερδεύονται με τη μυρωδιά της γεμιστής γαλοπούλας ή του χοιρινού με τα δαμάσκηνα που ψήνεται, το κόκκινο κρασί και τη φωνή του Bing Crosby και των υπόλοιπων γιορτινών crooners. Φωνές ζεστές, παρηγορητικές, απ’ τα βάθη του χρόνου, σαν να ίπτανται πάνω απ’ τα κεφάλια μας ή να σιγοντάρουν πίσω απ’ τα έπιπλα καθ’ όλη τη διάρκεια του τραπεζιού. Αυτό οφείλεται τις πιο πολλές φορές στην πλούσια δισκοθήκη του θείου μας που ξεσκονίζεται επιμελώς απ’ το πρωί. Τελικά νομίζω στο τέλος της βραδιάς επικρατεί πάντα μια γλυκεία κούραση και η αγάπη. Ακόμα και στην εποχή που έβραζε το αίμα μας, εμείς βαριόμασταν τελικά να βγούμε έξω στο κρύο και να βρούμε τους φίλους μας σε κάποιο ροκ μπαρ με κουτάκια μπύρας. Το γιορτινό τραπέζι είχε, τότε, για μας, κάτι το ζεστό και γλυκό άλλα και ευνουχιστικό μαζί
Την ώρα του γλυκού, όταν η βραδιά έχει προχωρήσει, παίζουν, σαν από μόνες τους πια, σκόρπιες μουσικές. Συγκινούμαι πάντα με την επιβλητική μελωδία του "Hark the Herald Angel Sing", σε όλες του τις εκτελέσεις, μ αρέσει και κει που ο Σαββόπουλος την εντάσσει στο δικό του «Σχόλιο»: «Γύρω στο '48/ πέρασα από κει κι εγώ». Τα Χριστούγεννα είναι παντού, απ’ την Οξφόρδη έως τη Μακρόνησο.
Κάποιοι στο τέλος πια, χυμένοι στους καναπέδες λίγο πριν τη μέθη ή τον ύπνο, αλλάζουν τα κανάλια της τηλεόρασης. Το κουτί, ο χλωμός πρόγονος του Νέτφλιξ, παίζει ανόρεχτα, όπως κάθε χρόνο τέτοιες μέρες, το ίδιο σήριαλ: όλοι οι αμφιλεγόμενοι ηγέτες της υφηλίου (φέτος ξεχωρίζει πάλι ο Donald Trump) προσποιούνται τους καλούς, μοιράζουν ευχές για ειρήνη και οι γυναίκες τους συμφωνούν κουνώντας το κεφάλι τους. Μετά αρχίζουν οι ανασκοπήσεις, η χρονιά περνάει μπροστά απ’ τα μάτια μας σαν ταινία του Γαβρά. Και μετά σειρά έχουν οι δικοί μας. Ο Πρόεδρος και οι πολιτικοί αρχηγοί, ακόμα και ο Γενικός Γραμματέας του ΚΚΕ, δείχνουν με τον τρόπο τους γιορτινοί, μοιράζουν ευχές και αισιοδοξία σ’ έναν κόσμο απαλλαγμένο απ την καθημερινή τριβή, σ’ έναν κόσμο δηλαδή που ουσιαστικά δεν υπήρξε ποτέ.
Και μετά, όταν οι αντιστάσεις πέφτουν εντελώς, η νύχτα παραδίνεται στη λαϊκοπόπ δήθεν ανεμελιά της ελληνικής τηλεόρασης, που είναι πια τόσο προβλέψιμη και συντηρητική. Εντούτοις εγώ  πάντοτε τη χαζεύω μαζοχιστικά. Δεν με πειράζει ο Βασίλης Καρράς, είναι με τον τρόπο του κι αυτός γιορτινός κι αυθεντικός, αλλά βαθιά μέσα μου έχω την ελπίδα ότι θα ‘ρθει κάποτε το βράδυ εκείνο που ο Π.Ε. Δημητριάδης των πρώην Κόρε. Ύδρο. θα τον παρουσιάζει ως οικοδεσπότης στη δική του χριστουγεννιάτικη εκπομπή.
   *Το κείμενο γράφτηκε για το site Sounds Greek to me

19 Ιουν 2018

Λίγες σκέψεις για τον Paul McCartney


Πρέπει ,νομίζω, συχνότερα να τιμούμε τους ζωντανούς, αυτούς που συνεχίζουν. Τους νεκρούς , είναι αλήθεια, ειδικά στην Ελλάδα, τους προτιμούμε , και είναι πιο εύκολο σ’ αυτούς να ξεχνούμε όλα τα πληκτικά και τα δυσάρεστα που είχαν ως ζωντανοί και να κρατούμε τα πιο «ηρωικά» και αιχμηρά τους στοιχεία, κατατάσσοντας τους συχνότατα στην κατηγορία των ημίθεων. Γι αυτό , πιο πολύ αγαπάμε τον Cobain απ τον Dave Grohl , τον Lennon απ τον McCartney.
Ο Μακκα , όμως, έκανε και κάνει πάντα τη δουλειά του. Συχνά τον κατηγορούν για διάφορα: για ελαφρότητα (λες και ένας άνθρωπος της ποπ πρέπει να είναι οπωσδήποτε φιλόσοφος), επιπολαιότητα, έλλειψη μέτρου, τον αντιμετωπίζουν σαν ζωντανό μουσείο των Beatles, τα φριχτά κουτσομπολίστικα social media τον παρουσιάζουν περίπου σαν το βρετανό Πασχάλη.
Συχνά ξεχνούμε ότι απ το ’66 και μετά αυτός έκανε τα πιο ενδιαφέροντα πράγματα στους Beatles, στα 24 του έγραφε τραγούδια-νουβέλες που περιέγραφαν με ακρίβεια κι ευαισθησία την αγγλική κοινωνία με όλη αυτή τη μελαγχολία και την υγρασία που τη χαρακτήριζαν. Κι επιτέλους δεν επαναπαύτηκε , δεν στρογγυλοκάθισε στο μύθο του παχαίνοντας και πίνοντας μπύρες. Έψαξε για άλλα στυλ ,σε όλο το φάσμα της λεγόμενης μοντέρνας μουσικής . Δεν φοβήθηκε τα σουξέ.
Πιο λαϊκό παιδί απ τον Λένον και τον Τζάγκερ παρά την έμφυτη αριστοκρατικότητα του , πιο δεμένος με την Ιρλανδό-Κελτική παράδοση του Λίβερπουλ παρόλο που μικρός ξεσήκωνε τον Eddie Cochran και τον Ray Charles, αυτός είναι ο πατριάρχης της Βρετανικής Ποπ.
Και χθες είχε
γενέθλια.

17 Φεβ 2018

A Day In The Life



 Λονδίνο Φεβρουάριος 1967,πλησίαζαν οι Απόκριες. Οι Beatles μετέτρεψαν
την ηχογράφηση του ορχηστρικού μέρους του τραγουδιού που φτιάχνανε
εκείνες τις μέρες (A Day In The Life) σ’ ένα αποκριάτικο ψυχεδελικό
πάρτι α λα sixties. Eπισκέπτες στο στούντιο ηχογράφησης, μερικά απ τα
«αριστοκρατικά τσογλάνια» της Μπριτάνια την εποχή εκείνη , ο Mick
Jagger,η Marianne Faithfull,ο Keith Richards,ο Brian Jones,ο Donovan,ο
Mike Nesmith, και τα μέλη της ψυχεδελικής καλλιτεχνικής κολεκτίβας Τhe
Fool.To όλον εγχείρημα κινηματογραφήθηκε για πιθανή τηλεοπτική χρήση.
Παρά το γεγονός ότι το αρχικό σχέδιο δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ, τμήματα
της ταινίας εμφανίζονται στην ανθολογία Beatles και στο βιντεοκλιπ του
"A Day in the Life". Η ταινία έχει μερικές περίεργες σκηνές , πολλά
μετέπειτα βιντεοκλιπ της Alternative Αμερικάνικης σκηνής ή του
Μαντσεστερ ή της Brit Pop μοιάζουν φτηνές απομιμήσεις όλων όσων
διαδραματίζονται στο φιλμάκι του 67: πχ O Μακάρτνει με ποδιά νοικοκυράς
που διευθύνει την ορχήστρα , μια χορευτρια οριεντάλ που εμφανίζεται από
το πουθενά ,μια τρελαμένη θαυμάστρια που δεν κρατιέται, ο Lennon που μας
καρφώνει επίμονα μέσα απ τα στρογγυλά γυαλιά του (αλλά και μέσα απ την
αιωνιότητα πια) και άλλα πολλά . Ανταποκρινόμενοι στη διάθεση των
Beatles για πειραματισμό και avant garde, οι μεσήλικες μουσικοί της
ορχήστρας, οι περισσότεροι άνθρωποι μεγαλωμένοι μέσα στη μιζέρια και τη
σκοτεινιά του Β’ Παγκοσμίου πολέμου που τότε ακόμα ήταν νωπός στη μνήμη
τους, κλήθηκαν να φορέσουν κάτι αποκριάτικο πάνω από το επίσημο ένδυμα
τους. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, άλλος να εμφανίζεται με ψεύτικη μύτη,
άλλος με πλαστικές αυτοκόλλητες θηλές. Και ήταν μεγάλοι άνθρωποι! Ο
George Martin θυμόταν ότι αυτός με το πρώτο βιολί έπαιζε σοβαρός
φορώντας ένα πόδι γορίλα, ενώ αυτός που έπαιζε φαγκότο είχε τοποθετήσει
ένα μπαλόνι στην άκρη του οργάνου του...

8 Δεκ 2017

Εάν Ήσουν Εδώ Σήμερα







     To Strawberry Fields Forever είναι , σταθερά, το αγαπημένο μου τραγούδι. Είναι ένα αριστούργημα. Δεν θα κάτσω να το αναλύσω τώρα, άπειρα κείμενα έχουν γραφτεί και θα γραφτούν για τις νεωτεριστικές του αρετές κλπ κλπ .
    Το μυαλό που το συνέλαβε, δολοφονήθηκε απ τις σφαίρες ενός παράφρονος φαν του , σαν σήμερα, πριν 37 χρόνια.
    Ήταν 40 χρονών, όσο περίπου είμαι εγώ τώρα.
    Θυμάμαι την αναγγελία του θανάτου του, απ τη μαυρόασπρη ελληνική τηλεόραση ,να πέφτει σαν βόμβα στο αθηναϊκό σαλόνι της γιαγιάς μου. Ακόμη κι αυτή , φαν του Αττίκ και των γαλλικών ελαφρών, έμεινε εμβρόντητη.
    Ο Λένον, λέει ο αστικός μύθος, τα τελευταία χρόνια της ζωής του είχε εγκαταλείψει τη ροκ ζωή, στις ,λιγοστές πια, συνεντεύξεις του μίλαγε σαν να μισούσε τη δεκαετία του ’60 (κι ότι σχετίζονταν μ' αυτήν).
    Ασχολούνταν κυρίως με την ανατροφή του μικρού του γιου και με το φούρνισμα του ψωμιού (η Γιόκο με όπλα την καπατσοσύνη και τη χορτοφαγία τον είχε πια «νικήσει», κι είχε πια αναλάβει κανονικά το ρόλο του άνδρα της οικογένειας, λείποντας συχνότατα απ το σπίτι) .
    Στο τζουκμποξ του ίσως να έπαιζαν πια παιδικά τραγουδάκια, μουσικές για αεροδρόμια, άντε και κανένας Buddy Holly (τον οποίο λάτρευε).
    Διάβασα πρόσφατα ότι δεν άντεχε τα παλιά τραγούδια του, γιατί αντιπαθούσε τη φωνή του, έλεγε πως ακουγόταν σαν μια στριμμένη αγγλίδα γιαγιά, γι αυτό στις ηχογραφήσεις έβαζε πολύ echo και φίλτρα(κι αργότερα τις «φορτωμένες» παραγωγές του Phil Spector) για να την παραμορφώνει.
    Γενικά προτιμούσε ν’ ακούγεται σαν τον ‘Ελβις ή τον Βuddy ή σαν κάποιον σοφό γέρο Ινδό , παρά σαν αγγλίδα γιαγιά.
    Ζωγράφιζε πολύ πριν απ τους Beatles. Σχέδια χιουμοριστικά, τολμηρά και σουρεαλιστικά. Ίσως αυτά ν’ αποτέλεσαν τον σπόρο των τραγουδιών που θα προέκυπταν αργότερα, ιδίως απ το ’65 και μετά.
    Με τον Πωλ Μακάρτνει είχε σχέση αγάπης-μίσους. Σ΄αυτόν , άλλωστε, απευθύνονταν το βιτριολικό «Ηοw Do You Sleep?» . Μ’ αυτόν όμως κοιτάζονταν στα μάτια, σαν ερωτευμένοι, όταν έγραφαν τα καλύτερα κομμάτια τους.
    Δύο χρόνια μετά τη δολοφονία του Λένον , ο Μακάρτνει κάθισε κι έγραψε ένα συγκινητικό κομμάτι για τον παλιό φίλο του, το ‘Here Today’. Σε κάποιο σημείο το τραγούδι λέει:
    Well Knowing You,
    You'd Probably Laugh And Say That We Were Worlds Apart.
    If You Were Here Today.
    Το τραγούδι αυτό, είναι κατά τη γνώμη μου, απ τις πιο τρυφερές στιγμές στην ιστορία της Ροκ.
    Δεν ξέρω πως θα ήταν , τι θα είχε κάνει , εάν ζούσε, εάν ήταν εδώ, σήμερα.
    Αυτό που ξέρω είναι πως χωρίς τα τραγούδια του η πραγματικότητα θα ήταν αφόρητη.

4 Οκτ 2017

Η Κική εκείνο το βράδυ




https://www.youtube.com/watch?v=g8SUnnwWHxM


Πρόλαβα ,ευτυχώς, να πάω κι εγώ, τέλος Σεπτεμβρίου, στη, φθινοπωρινή πια, Ταράτσα του Φοίβου. Ήταν, ίσως, η πιο πολυσυζητημένη της βραδιά. Εκλεκτός guest του Δεληβοριά ήταν ο Διονύσης Σαββόπουλος, ο «πατέρας» όλων των Ελλήνων τραγουδοποιών, παλαιοτέρων και νεωτέρων,  ο πρώτος που τόλμησε να τα πει με μια κιθάρα, με τόση ένταση και αποφασιστικότητα και, μάλιστα, σε βαθύτατα σκοτεινές εποχές. Ήμουν ιδιαίτερα συγκινημένος, αφού τους ξανάβλεπα μαζί στο πάλκο, μετά από σχεδόν είκοσι χρόνια. Φεβρουάριος του 1996, ήταν, θυμάμαι ,  τότε που τους είχα δει για πρώτη φορά μαζί  στη Σφεντόνα της λεωφόρου Αλεξάνδρας. Ήμουν είκοσι χρονών, είχα πάει πρώτη φορά σε τέτοιου είδους μαγαζί , με τρεις φίλους, κι εκεί είχα ακούσει , μεταξύ άλλων, το εξελληνισμένο Obladi Oblada,  αλλά και τα τραγούδια  απ  τον πιο πρόσφατο τότε κύκλο τραγουδιών του Σαββόπουλου τον «Μην πετάξεις τίποτα». Μαζί με τα παραπάνω  λοιπόν, άκουσα για πρώτη φορά   κι αυτό το παράξενα, όμορφο κι εθιστικά λάθος τονισμένο «Λιβερπούλ και Μαντσέστερ» απ την «Κική» του Δεληβοριά, αυτόν τον μικρό ατσούμπαλο στίχο που με φώτιζε παρηγορητικά, για πολύ καιρό αργότερα, στις βαρετές , υγρές, βάρδιες 12-4 , την ώρα που οι αρουραίοι έκαναν τσουλήθρα στους κάβους της πρύμνης της Φ/Γ Ναβαρίνο  όπου παρουσιάστηκα λίγους μήνες μετά από εκείνη τη βραδιά στη Σφεντόνα.

Τότε το ‘96 , αμήχανος καλεσμένος του Σαββόπουλου ήταν ο Φοίβος που ελάχιστοι μυημένοι τον γνωρίζαμε .  Τώρα ο τελευταίος έφτιαχνε την Ταράτσα, που βρισκόταν στο τέλος μιας σειράς καλοκαιρινών παραστάσεων - μια μεταφορά ονειρικού αναψυκτήριου στο σήμερα- με ζουμερές χορεύτριες, stand up comedians  και αδέξιους ταχυδακτυλουργούς .  Σ' αυτή τη  Φελινική παρέλαση ονομάτων, mainstream και μη , που δεν φοβήθηκαν να εμφανιστούν εκεί πάνω και να τα πουν μ’ ένα πιο burlesque τρόπο,  τελευταίος μουσαφίρης ήταν ο Σαββόπουλος και οικοδεσπότης πιά , όλο αυτοπεποίθηση πλέον, ο Δεληβοριάς. Οι ρόλοι είχαν αντιστραφεί.

Και δεν ήταν πια Καλοκαίρι, ούτε κυριολεκτικά, λόγω επιδείνωσης καιρού,  αλλά ούτε και μεταφορικά. Η ψυχολογία μου ήταν σαν πετρελαιοκηλίδα που απλώνεται μέρα με τη μέρα στο Σαρωνικό, καθώς είχα μπει για τα καλά στη φθινοπωρινή ρουτίνα, κι  ένας δυνατός ψυχρός άνεμος ήταν έτοιμος να τα σαρώσει όλα : χτύπαγε τέντες , στριφογύριζε με λύσσα τα αθώα χρωματιστά σημαιάκια πάνω απ την σκηνή, ανακάτευε τις παρτιτούρες, σκορπούσε νότες και λόγια και βάσεις μικροφώνων, ακόμα κι αυτό το πελώριο μπουκέτο από  τριαντάφυλλα με την επιγραφή «Η Ταράτσα Του Φοίβου» πηγαινοερχόταν απειλητικά (νομίζω, πάντως πως κάποιος μου είπε πως ήταν από φελιζόλ και να έπεφτε δεν θα έκανε μεγάλη ζημιά), και φυσικά ανέμιζε και τα λευκά γένια και τα ατακτοποίητα ξέφτια απ την κοτσίδα του Δ.Σ. κάνοντας τον έτσι, μαζί και με τα παιχνιδίσματα του προβολέα και τη ένταση της ερμηνείας του,  να μοιάζει με βιβλική φιγούρα. 

Μου έκανε μεγάλη εντύπωση  η επανεκτέλεση της «Κικής κάθε Βράδυ» απ τους δυο , μετά από σχεδόν 20 έτη. Και ιδιαίτερα το σημείο που ο Σαββόπουλος το αλλάζει και λέει "Αλβανοί και  Ναύτες Γέροι, όλοι μου οι συγγενείς!" εντάσσοντας το έτσι  στο δικό του δημιουργικό σύμπαν.  Αυτή ακριβώς  η στιγμή κι όχι η κάπως αόριστη (κι αγχωτική) προσδοκία για μια βραδιά μέθεξης, ήταν νομίζω το ‘κλειδί’ της επιτυχίας της προχθεσινής βραδιάς στην Ταράτσα. Μικρά ρίγη συγκίνησης. Έτσι κι αλλιώς οι εποχές είναι ζόρικες, όχι  με την έννοια της «σκοτεινιάς», της δυσκολίας των χρόνων που ξεκινούσε ο Σαββόπουλος, αλλά με την έννοια της μιζέριας που επιμένει, μιας αίσθησης ότι μετά από κάτι πραγματικά καλό που είναι δυστυχώς σύντομο ,  ακολουθεί σωρεία κακών που σε προσγειώνουν σε μια επίπεδη πραγματικότητα. Και δυστυχώς αυτό  το παραδεχόμαστε όλο και πιο πολύ και ίσως αυτή η παραδοχή , αυτή η κατάφαση στην πραγματικότητα , μας κάνει να ψάχνουμε , εναγωνίως, σαν φωτάκια  στο σκοτάδι τις λιγοστές στιγμές που αξίζουν . Ο Δεληβοριάς ίσως πρώτος το κατάλαβε αυτό και  γι αυτό στο πάλκο, φορώντας το γαλάζιο κουστούμι του διασκεδαστή, έδειχνε να μην σκοτίζεται για το  μεγάλο «νόημα» , ήθελε απλώς να οργανώσει, ανακαλώντας και ανακατεύοντας πράγματα και πρόσωπα που αγαπάει, μια καλοστημένη παράσταση για να ψυχαγωγηθεί ο κόσμος , γι αυτό και η ερμηνεία του, ειδικά στην «Κική» είχε , όχι πια το  τραύλισμα του ’96, αλλά μια σιγουριά αληθινή που ωρίμασε σταδιακά όλα αυτά τα χρόνια. Και είχε, προχθές, δίπλα του, τον πρώτο διδάξαντα, αυτόν που είδε πρώτος το τραγούδι, ελληνικό ή μη, ως ένα ενιαίο τοπίο, άλλοτε συναρπαστικό, άλλοτε ενδιαφέρον, άλλοτε θολό, άλλοτε βαρετό, αλλά πάντοτε ενιαίο. Όπως ακριβώς και  η ζωή. Μικρής διάρκειας στιγμές, μικρές φυσαλίδες συγκίνησης και υπέρβασης είναι αυτές που αλλάζουν το τοπίο , αλλά και τη ζωή μας.

Εν κατακλείδι , η διασκέδαση και η συγκίνηση , αυτά τα τόσο παρεξηγημένα και ταλαιπωρημένα κορίτσια των νεανικών μας χρόνων , πρωταγωνίστησαν πάλι προχθές το βράδυ στην Ταράτσα, χωρίς τύψεις και παρακινούμενες απ την καλειδοσκοπική ματιά του Δεληβοριά και την παρουσία-καταλύτη του Σαββόπουλου . Το τοπίο έγινε και πάλι ενδιαφέρον. Αργότερα ίσως να έρθει ξανά και το "νόημα".

27 Αυγ 2017

All I Want is You









Το είχα σχεδόν ξεχάσει, αυτό το τρυφερό, "φελινικό" , βιντεοκλίπ, ένα δραματάκι που εκτυλίσσεται μέσα σε μια ατμόσφαιρα τσίρκου. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι γυρίστηκε κοντά στην Όστια, την ίδια περίοδο που ο Ιταλός σκηνοθέτης γύριζε εκεί την τελευταία του ταινία. Ήταν οι πρώτες μέρες του MTV στην Ελλάδα, ήταν πολύ της μόδας τότε τα "καλόγουστα" μαυρόασπρα εξώφυλλα δίσκων (αλλά και κλιπ) ,και η νοσταλγική και πιο clean ματιά στα 60’s. Tο συγκεκριμένο πρέπει να το πρωτοείδα δεκατεσσάρων ετών, επιστρέφοντας από διακοπές με τη γιαγιά μου στη Σκόπελο , το τέλος του ταραγμένου Καλοκαιριού του 1989, που η χώρα , διχασμένη για μια ακόμη φορά, χτυπιόταν στα βράχια. Οι Αυριανιστές καθόριζαν τα πράγματα . Όταν μπήκε Σεπτέμβριος πήγα κι αγόρασα το δίσκο , το υπέροχο διπλό Rattle and Hum, μαζί με το Disintegration των Cure. Ήταν οι πρώτοι αληθινά «ενήλικοι» δίσκοι μου (και το Βαβέλ το αντίστοιχο περιοδικό) και δεν είχα να φοβηθώ τίποτα, τουλάχιστον για εκείνο το φθινόπωρο.

26 Ιουν 2014

Παρατηρώντας τον Μπομπ Ντύλαν





Η αλήθεια είναι πως όταν βλέπεις κάποιον σαν το Bob Dylan ζωντανό στη σκηνή , είναι αδύνατον ν’ ακούς, απλά και  μόνο , την συναυλία, έτσι ξερά, όπως ,ας πούμε, θα άκουγες ένα «αξιοπρεπές»  ροκ συγκρότημα  ή , ακόμη περισσότερο , ένα κουαρτέτο εγχόρδων μια δροσερή θερινή νύχτα. Αν είσαι τυχερός, και κάθεσαι, σχετικά κοντά στη σκηνή ( και προχθές στο Terra Vibe της Μαλακάσας  αυτό ήταν εφικτό , καθώς δεν ήταν ασφυκτικά γεμάτο), εστιάζεις αποκλειστικά στον ίδιο τον πρωταγωνιστή.  Με την λεπτομερή αφοσίωση ενός σχολαστικού εντομολόγου (που μάλιστα είναι ερωτευμένος με το ,προς έρευνα , αντικείμενο του ) παρατηρείς, καθ όλη τη διάρκεια του σετ,  τις γκριμάτσες , τις νευρώσεις, τα μαλλιά και τα ρούχα  του Βοb Dylan. Πιάνεις , δηλαδή, τον εαυτό σου, να κάνει κάτι σαν  αυτό που θα έκανε στο σινεμά,  ο σκηνοθέτης της ταινίας  «La Vie d' Adele»  Αμπτελατίφ Κεσίς  με τα πασαλειμμένα από μακαρονάδα με κιμά χείλη της Αντέλ Εξαρχόπουλος .

Φυσικά δεν κάνω συγκρίσεις. Για άλλους λόγους θέλεις να παρατηρείς τον Ντύλαν , και για άλλους , εντελώς διαφορετικούς, τη θελκτική ελληνογαλλίδα ηθοποιό .  Το κορίτσι είναι απλά είναι το ζωντανό ΤΩΡΑ, το άμεσο , το ΤΩΡΑ που πάλλεται και  σπαρταράει , που βγάζει σπυράκια , ιδρώνει και λερώνεται και ολοένα σχηματίζεται. Ο γηραλέος τροβαδούρος (πόσο  μισώ αυτή τη λέξη!) είναι το ΧΘΕΣ , o αρχαίος κόσμος , ο τόσο διαφορετικός απ  τον τωρινό. Είναι , σχεδόν, σαν μουσείο. Και τι δεν έχουν δει τα αχνά του μάτια : Toν Woody Guthrie , τoν Martin Luther King, τον Allen Ginsberg, άλλα και τις αχανείς εκτάσεις της αμερικάνικης υπαίθρου όπως ακριβώς  μας τις  περιέγραψε ο Faulkner ή ο Steinbeck ή την παλιά καλή Νέα Υόρκη , όπως μας την απέδωσε ο Hopper.

Κι όμως είναι εδώ, ζωντανός στο δάσος (;) της Μαλακάσας ,στο 37ο Χλμ Εθνικής Οδού Αθηνών – Λαμίας,  με το πλατύ καπέλο του μπροστά στο πιάνο και γρυλίζει,  ,ενώ μπορεί την ίδια ώρα, λίγο πιο πέρα,  κάποιο  υπερσύγχρονο φορτηγό γεμάτο φώτα ή λέιζερ, να περνάει παίζοντας στη διαπασών Παντελίδη. Τον βλέπω , εγώ μαζί μ ένα πλήθος από παιδιά με φράντζες, μαζί με πενηντάρηδες με τους γιούς τους, να μην κάθεται σε ησυχία, να σηκώνεται σαν να ψάχνει να βρει κάτι, να πίνει (άγνωστο τι..) από το πλαστικό ποτήρι, να πηγαίνει λίγο μέσα και μετά να επιστρέφει  απότομα και να ξανακάθεται  δείχνοντας μας τις άσπρες  μπότες του, μισοχαμογελώντας,  καθυστερώντας να μπει στο κουπλέ, ψάχνοντας μια καινούργια, αλλοπρόσαλλη, βερσιόν στα χιλιοειπωμένα τραγούδια του.

Τον βλέπω και σκέφτομαι , μήπως εγώ είμαι τελικά ο «γέρος» κι ο κολλημένος; Aυτός εδώ πάνω , παίζει, μετακινείται συνεχώς , και , γενικά, συνεχίζει την ζωή του κανονικά, όπως ακριβώς η Αντέλ , ενώ εγώ προσπαθώ, μάταια, να τον συνδέσω με το πενηντάχρονο και βάλε παρελθόν του. Πόσο πιο ξεκούραστο θα ήταν , εάν για μια στιγμή ξεχνούσαμε την «ένδοξη πορεία» και τον όγκο πληροφοριών  και απλά συγκεντρωνόμασταν στο ΤΩΡΑ, δηλαδή σε μια ωραία συναυλία ενός 73χρονου μουσικού με άσπρες μπότες που μας μισοχαμογελάει .

Όμως,  οι τελευταίες νότες ,ενός αγνώριστου και ουσιαστικά καινούργιου , All Along The Watchtower, μόλις έχουν σταματήσει . Ο Dylan και η μπάντα του , κάθονται παρατεταγμένοι , για να τους χειροκροτήσουμε. Όμως, μέσα στο βλέμμα του , αυτό το αχνό βλέμμα που ενώνει δύο ή τρείς αιώνες (ξεκινώντας με ιστορίες απ τον 19ο και καταλήγοντας στον 21ο) , βλέπω ένα παιδί, ένα μικρό παιδί που με ρωτάει : “Σου άρεσε η συναυλία;” Τι να του απαντήσω τώρα… Την επόμενη φορά Bob , που θά είμαι κι εγω πιό νέος!



www.slowfood.com

επισκεπτεσ:

count website traffic

Αναγνώστες