Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ταξίδια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ταξίδια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

27 Δεκ 2017

Ανδρούτσος




Νάτο το άγαλμα του Οδυσσέα Ανδρούτσου. Με τη μαρμάρινη μουστάκα του και το , επίσης, μαρμάρινο δασύτριχο του στήθος . Μένει εκεί αλώβητο στην ομώνυμη πλατεία στην παραλία της Πρέβεζας. Και τι δεν θα είχαν δει τα ματάκια του , εάν έβλεπαν : Την τοπική οργάνωση της ανεκδιήγητης «Χρυσής Αυγής», ένα τραγικό σύνολο από κοντόχοντρους ελληναράδες που χωρίς τίποτε να καταλαβαίνουν στέκονται με σημαίες στη σκιά του , κάθε εθνική εορτή. Κι άλλοι πολλοί: συνδικαλάρχες με τις κοιλιές τους και τις φραπεδιές τους , αλλά και αριστεριστές με την αφόρητα βαρετή τους συνθηματολογία. Τουλάχιστον , αυτές τις μέρες, έχει μόνο ευχάριστα νταβαντούρια κι ένα «χριστουγεννιάτικο χωριό» που έστησε πρόχειρα και βαριεστημένα ο Δήμος Πρεβέζης…

14 Αυγ 2017

Λευκάδα




                                                                        Λευκαδα 
                                                                Κόκκινο Φεγγάρι 
                                                              Πένθος για Αρλετα 
                                                                     Δεληβοριας 
                                                                    Λούνα Παρκ 
                                                                Σουβλακουπολη 
                                                           Αυτοκίνητα στη σειρά 
                                           Ραδιοσταθμοί απ την Ιταλια στην επιστροφή.

9 Αυγ 2013

Το Σούρουπο



  


Εδώ στας εξοχάς , 25 χλμ από την Πρέβεζα, όλα κυλούσαν σε ρυθμούς οικογενειακής ρουτίνας. Όταν επιτέλους κοιμήθηκαν τα μωρά , νωρίς το βράδυ, βγήκα έξω στο κήπο. Όλα ήταν ήσυχα, άκουγες μόνο τους ήχους των νυσταγμένων  τζιτζικιών που όσο πήγαινε και έσβηναν , μαζί με τον ήλιο που χάνονταν αργά πέρα στο Ιόνιο. Και ξαφνικά! Κλαρίνο! Από το πέρα σπίτι , ένα κατάξανθο παιδάκι , γιος έλληνα που ζει στη Σουηδία, εξασκούνταν  στο όργανο , που τον συνέδεε συμβολικά  (αλλά και ουσιαστικά) με τη γη των προγόνων του , την Ήπειρο. Η πλάση αντήχησε , τα γύρω βουνά αντιλαλούσαν (που λέει και το τραγούδι) , ο άτεχνος ,αλλά αρχαϊκός, ήχος απλώθηκε παντού :  Μέσω Goteborg ζωντάνεψε ξανά η ελληνική φύση . Σίγουρα θα  υπάρχει ,περά απ τους γονείς, και ενθάρρυνση απ το σουηδικό σχολείο (παραλίγο να γράψω σουηδικό μοντέλο), ήταν η σκέψη που ακολούθησε την έκπληξη μου .  Σχεδόν ταυτόχρονα,  τα μεγάλα ,πλακουτσωτά, ηπειρώτικα κεφάλια των πρεσβυτέρων της οικογενείας , έπιασαν το τραγούδι: «Δεν μπορωώ μανούλαμ δεν μπορωώ...». Αλλά ο μικρός τους στην έφερε, άφησε μετά τα δημοτικά και έπιασε τους Beach Boys και "Wouldn't It Be Nice" κι αμέσως μετά το “Bandiera Rossa” . Μέχρι και τη «Μασσαλιώτιδα» έπαιξε για φινάλε το κατάξανθο ελληνόπουλο εκ Σουηδίας! Στο τέλος, η αυστηρή φωνή του πατέρα διέταξε τον μικρό να πάει για ύπνο. Κι έτσι το, φορτωμένο αρχέγονα συναισθήματα,  κλαρίνο εσιώπησε . Στο μεταξύ , είχαν σιγήσει και τα τελευταία τζιτζίκια και έτσι έμεινα εκεί ν’ απολαμβάνω, μόνος μου,  την πλήρη ησυχία.


28 Σεπ 2011

Βερολίνο, η Πρωτεύουσα του "Εχθρού"


- Ζώντας όλους αυτούς τους μήνες στον ελλαδικό χώρο, μαθαίνεις (;) να ζεις σε μια κατάσταση του στυλ "λίγο πριν το τέλος". Σε μια ατμόσφαιρα που αρνείται ν' αλλάξει ή να φτάσει οριστικά στο "τέλος" και που, αντίθετα, παραμένει πεισματικά κολλημένη στο "λίγο πριν", σ' ένα διαρκές και καθημερινά αυτοτροφοδοτούμενο "λίγο πριν". Με αυτά καρφιτσωμένα μες το μυαλό μου, ταξίδεψα ή καλύτερα δραπέτευσα για λίγο, στην πρωτεύουσα του "εχθρού", στο Βερολίνο.
- Διάβασα πρόσφατα στη Καθημερινή μια συνέντευξη του Γάλλου φιλοσόφου Pierre-André Taguieff  που αναφερόμενος και στην ελληνική εκδοχή των "αγανακτισμένων" είπε τα παρακάτω: "H δαιμονοποίηση του εχθρού αντικαθιστά την ανάλυση της κατάστασης και τον στοχασμό..." και σκέφτηκα ότι αυτό ακριβώς αποτελεί παγίδα για τη χώρα μας, μια μεγάλη κρυφή παγίδα που αν δεν την προσέξουμε μπορεί να οδηγηθούμε σε ακόμη σκοτεινότερες καταστάσεις.
- Το Βερολίνο, ως πόλη, έχει γνωρίσει παρόμοιες καταστάσεις, μιας και όλες οι "πληγές" του Ευρωπαϊκού 20ου αιώνα, είναι εμφανείς παρά το λίφτινγκ της ενοποίησης. Η πρωτεύουσα της Γερμανίας, δεν ξεχειλίζει από μνημεία ή αρώματα, σε αυτούς τους τομείς πόλεις όπως το Παρίσι και  η Κωνσταντινούπολη παραμένουν ασυναγώνιστες. Ακόμα, η θλίψη που αποπνέουν τα χοντροκομμένα κτίρια σε ύφος σοσιαλιστικό, απομακρύνουν κάθε διάθεση ανέμελου τουριστικού ξεσαλώματος,  τουλάχιστον τις περισσότερες ημέρες του χρόνου. Γενικά η ατμόσφαιρα που κυριαρχεί παντού σε κάνει να σοβαρεύεις και να κάτσεις να σκεφτείς. Είναι βλέπεις κι ουρανός, βαρύς και γκρίζος σαν μολύβι, που δεν σηκώνει αστειάκια.
- Αντιθέτως είναι ο κατάλληλος καιρός για δουλειά! Τι λυτρωτικό πράγμα φαντάζει το παραπάνω στα μάτια κάποιου που προέρχεται απ' το μέρος που βασιλεύουν η ραστώνη, η αργή αποσύνθεση και οι "απόψεις", οι τελευταίες, μασκαρεμένες ,μάλιστα και με το μανδύα της "αγανάκτησης" ή της "συνταγής για τη σωτηρία της πατρίδας". Στο Βερολίνο οι άνθρωποι δουλεύουν, προχωράνε, συντηρούν το "παλιό" όταν αυτό έχει αξία κι όταν το "παλιό" δεν τους πείθει πια τολμούν το "καινούργιο", που , έτσι κι αλλιώς, προϋποθέτει το "παλιό" για να υπάρξει.
- Στο  Deutsches Historisches Museum, στο Μουσείο Γερμανικής Ιστορίας, βλέπεις να ξετυλίγεται , από αίθουσα σε αίθουσα, όλη η  νεώτερη Ιστορία της Γερμανίας, επομένως  κι όλου του υπέροχου αλλά και φριχτού, ταυτόχρονα, ευρωπαϊκού 20ου αιώνα, δηλαδή από το τέλος του Α' παγκοσμίου πολέμου έως και την πτώση του Τείχους. Κάθεσαι άφωνος μπροστά στις χριστουγεννιάτικες γιρλάντες με τη σβάστικα(!) φτιαγμένες ειδικά για τα ξανθά ροδαλά παιδάκια των Ναζί.


Κάθεσαι άφωνος μπροστά στα κινηματογραφημένα ντοκουμέντα με τον Αδόλφο να κινείται σαν υστερικός Σαρλώ του Εωσφόρου. Τέλος, κάθεσαι βουβός και πονάς, αντικρίζοντας τα πορτραίτα των θυμάτων του Ολοκαυτώματος: βλέπεις νέους που δεν πρόλαβαν, ηλικιωμένους που δεν πρόφτασαν να φύγουν απαλά και γλυκά στα χέρια οικείων, κορίτσια που δεν τους δόθηκε η ευκαιρία να βλαστήσουν και να καρποφορήσουν... Αναρωτιέσαι αν πρέπει κανείς να μένει μόνο στη μνήμη και στην παράθεση ντοκουμέντων, όμορφα βαλμένων σε βιτρίνα, κι αν φτάνει αυτό μόνο...


-  Κάθομαι σ' ένα καφέ, πίνοντας μια χλιαρή BERLINER και σκέφτομαι , αυτή τη φορά με τρυφερότητα, τη τωρινή Ελλάδα που βαρυγκωμά, και με πιάνει μια λάιτ νοσταλγία. Νιώθω λίγο ένοχος για μια πλευρά του εαυτού μου που θέλει συχνά ν΄αλαφραίνει τις δύσκολες καταστάσεις. Δεν χωνεύονται με τίποτα όσα έχουν γίνει, αλλά απ την άλλη όλα άλλαξαν από τότε. Η χαροκαμένη αλλά αξιοπρεπής μικρή Ελλάδα των πολέμων και των δυσκολιών, έχει δώσει τη θέση της σε μια μάζα απροσδιόριστη, που μπάζει από παντού, που ανά πάσα στιγμή, κινδυνεύει να τιναχτεί στον αέρα. Κι όπως πριν, έτσι και τώρα, παραμένει  αυτονόητο το αίτημα για οικονομική αποζημίωση. Οι νεκροί πρέπει να αποκατασταθούν ηθικά και το τερατώδες πρέπει να δώσει τη θέση του στην οριστική δικαίωση και την αιώνια γαλήνη. Αλλά πως θα γίνει αυτό, όταν όλα τα παραπάνω εκστομίζονται σπασμωδικά κι εκ του πονηρού από τους εγχώριους τηλε-εθνικιστάκους, κι από τους ,κάθε λογής, πολιτικό-πνευματικούς μας  ταγούς;
-  Ρίχνω μια τελευταία ματιά γύρω μου: το σύγχρονο Βερολίνο, είναι το αντίθετο αυτού που οραματιζόταν ο Χίτλερ, δηλαδή μια αρχαιοελληνικού ύφους πρωτεύουσα των απογόνων των Ούννων.Και μάλλον πολύ λίγο θυμίζει τις σκοτεινές εποχές του Τείχους. Μοιάζει πιο πολύ με την πολιτεία του Wim Wenders, έτσι απ΄το σινεμά την πρωτοέμαθα κι εγώ, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι  θα βρεις πια εκείνην την τόσο γοητευτική  ονειρική εγκατάλειψη της.  Η πόλη από το Spandau έως το Mitte και το Kreuzberg είναι αδιαίρετη πλέον αλλά και ανακατεμένη και πολυπολιτισμική  . Εκεί που άλλοτε αλώνιζαν οι κατάσκοποι, τώρα νέοι καλλιτέχνες ονειρεύονται μελλοντικά έργα.


Τέλος,  στο πάλαι ποτέ Ost-Berlin, κάτω από τα κτίρια με εμφανή ακόμα τα σημάδια της ανατολικού τύπου σεβεντίλας, ανθούν ακομπλεξάριστες ιδέες και οι έρωτες σε ποικίλους συνδυασμούς, όχι όμως με αναίδεια,  αλλά με την  φυσικότητα ενός ανθρώπου που χαίρεται τις ελευθερίες του, υπακούοντας ταυτόχρονα σε βασικούς κανόνες. Δηλαδή με τα αυτονόητα...

13 Ιουν 2010

Τένεδος


Οδήγησα με φίλους ως τις αρχές των  μικρασιατικών παραλίων προσπαθώντας (μάταια) να συνδέσω αυτά που τόσα χρόνια έχω ακούσει με αυτά που, φευγαλέα, σαν επιπόλαιο βιντεοκλίπ, βλέπω. Κάτω απ' το γκρίζο ουρανό και μ' ένα γκρίζο αμάξι προσπερνώ  : Ελλήσποντος, Καλλίπολη,  Δαρδανέλια, Τένεδος.  Τοποθεσίες με ονόματα φορτισμένα, έχουν μετατραπεί ,εδώ και καιρό, σε σύγχρονες  μελαγχολικές λουτροπόλεις, όλο πλαστικό κιτς, πορτραίτα του Κεμάλ και  προπαγανδιστικά τουριστικά πακέτα.
Σε μια εποχή που η Ελλάδα πνίγεται στα δικά της, ελπίζοντας   ίσως μόνο σ΄ένα λυτρωτικό κλάμα που θα την πάει παραπέρα , οι "γείτονες",  σαν ασταμάτητη καλοκουρδισμένη μηχανή, ισορροπούν ανάμεσα  στην οθωμανική και στην  κεμαλική τους υπόσταση ,δίχως τύψεις, με το βλέμμα μπροστά. Έτσι λοιπόν "προχωράει" η Τουρκία, σαν νεοοθωμανικό ισοπεδωτικό ρομπότ,  που αγνοεί ότι έχει προηγηθεί ή ότι έχει , η ίδια, προκαλέσει...
Δεν ξέρω τι από τα δύο είναι πιο σημαντικό, η ισοπεδωτική "πρόοδος" ή τα ειλικρινή ερείπια...

4 Ιουν 2010

Στον Αφρό


Έπιασαν οι ζέστες.  Ηλικιωμένος εραστής βγάζει βόλτα  στη παραλία τον δεύτερο του γάμο, μια Βουλγάρα νοσοκόμα όλο νάζι. Τα δωμάτια με "θέα στη θάλασσα"  περιμένουν τους συνταξιούχους με τα κουπόνια απ' την Εργατική Εστία . Θα ξεκαλοκαιριάσουν κοιτώντας την ίδια θέα , αμίλητοι, μέχρι το βραδινό δελτίο των οκτώ. Ζευγάρια ηλικιωμένων, ζευγάρια νέων σαν ζευγάρια ηλικιωμένων.
Σε μια βιτρίνα φωτογραφείου, κορνιζαρισμένοι νεαροί νεόνυμφοι ποζάρουν αφύσικα ευτυχισμένοι, δίπλα σ' ένα συντριβάνι. . Ίσως, αργότερα, ένα κρύο βράδυ του χειμώνα,    η σχέση τους ν' "αυτοκτονήσει" με τα μαξιλάρια του καναπέ,  μπροστά σ' ένα σήριαλ.

Παντού κουβέντες στον αφρό, όλα ανακατεύονται γλυκά:  οι σαμπανιζέ ερωτικοί αναστεναγμοί άλλης μιας ξανθιάς, οι μεταγραφές του Θρύλου, η οικονομική κρίση. Όλα αντιμετωπίζονται  με μια αστεία, μελιστάλαχτη, σοβαρότητα. Τουλάχιστον εδώ ακόμα χαμογελάς. Στην Αθήνα, που κατέβηκα τις προάλλες, οι ταξιτζήδες αναλύουν και οι γριές δαγκώνουν. Μέσα σε ιδρωμένα τρόλεϊ, εκστομίζονται πολύ βαριά πράγματα, νομίζεις ότι όλα σε λίγο θα σκάσουν. 

Εδώ τουλάχιστον ο κόσμος, γκρινιάζει για τη κρίση, ενώ παράλληλα ποτίζει τις τριανταφυλλιές του.

"Οδηγίες για να νοιώσεις σίγουρη για τον εαυτό σου " γράφει στο εξώφυλλο ένα γυναικείο περιοδικό. Μόνο τα έντυπα συνεχίζουν να ναι σίγουρα.  Το μόνο για το οποίο εγώ αισθάνομαι σίγουρος, είναι ότι δεν θέλω  να βλέπω την κατάσταση σαν εξιδανικευμένη καρτ ποστάλ, αλλά ούτε και σαν κηδεία. Λίγο πιο δίπλα  ένας άνδρας χαζεύει, δήθεν ανέμελα, ένα πορνοπεριοδικό , και  στο μυαλό μου, αμέσως, έρχεται αυτή η σκηνή.
Καλό μας καλοκαίρι...






8 Μαρ 2010

ζ. Zωή ως Ζούγκλα


Αργά το απόγευμα ,  λίγο έξω απ' την πόλη. Μόλις συνειδητοποίησε το μέγεθος της κρίσης και τρέχει στο σουπερμάρκετ. Να την, προχωράει με σίγουρο βήμα προς το υπερκατάστημα. Σαν επιδρομέας, σαν στρατηγός. Σε λίγο θα ξαλαφρώσει, αγοράζοντας ότι βρει μπροστά της. Τα πιο μαλακά ψωμάκια, το χαρτί υγείας που ευωδιάζει. Θα  βγει από κει μέσα,  αγκομαχώντας ,  και με χίλιες σακούλες που το βάρος τους  θα την λυγίζει. Αλλά  τώρα θα νιώθει πιο ξαλαφρωμένη, ο πανικός της θα χει περάσει. Θα εξέλθει του υπερκαταστήματος, ως νικήτρια.  Ως νικήτρια της "κρίσης".



Απόγευμα προς βράδυ, μεσήλικας μόνος σε προποτζίδικο,  μπλε τοίχος σαν βυθός,  ψεύτικα φυτά, σαν πλαστική ζούγκλα σε μικρογραφία. Οι ώρες περνούν σαν χασμουρητά. Η τι βι σε λίγο θα χει ειδήσεις, κι  αυτός θα κάτσει να κοιτάζει, παραδομένος, σαν να ναι αυτός, ο τελευταίος ζωντανός οργανισμός στη γη.

 Δυο άνθρωποι, δυο ζωές, μια πόλη.

25 Φεβ 2010

Η Απέναντι Όχθη


          Το μούσι του Αβραάμ Λίνκολν

Περνάω τα σύνορα. Γύρω μου γη παρατημένη. Ξαφνικά στάση.  Χαώδες μακρόστενο πολυκατάστημα στη μέση του πουθενά. Μέσα, μυρίζει κατάχρηση  χλωρίνης, ο αντίλαλος πολλαπλασιάζει  την φωνή μας, άνθρωποι σφουγγαρίζουν, εμείς περπατάμε, κι αυτοί σφουγγαρίζουν πίσω  μας .  Στην πρόσοψη, κόκκινα φλογερά γράμματα "KEMAL YAY ΤΕSIS..κλπ, κλπ...", από πάνω  ακριβώς,  δεσπόζει μια φιγούρα, που δεν μοιάζει καθόλου στον Κεμάλ, αφού, απ' ότι ξέρω, δεν είχε μούσι  ο Κεμάλ . Αυτός  θυμίζει κάποιον άλλον, αυτός είναι φτυστός ο...Αβραάμ Λίνκολν.














              Υγρασία στα πρόσωπα
Να μαι πάλι εδώ, στην απέραντη Πόλη, με την μόνιμη συννεφιά πάνω απ' το Βόσπορο.  Κρύο, περίπου σαν της Ευρώπης. Η υγρασία, όμως, που κάθεται επάνω στα πρόσωπα των κατοίκων, τους κάνει,  να μοιάζουν, λιγάκι πιο κουρασμένοι, πιο αργοί, πιο Ανατολίτες.














             Ψυχεδέλεια
Αρχίζω να περπατάω αφήνοντας τα πάντα στη τύχη, χωρίς πυξίδα. Μ' αρέσει  να ταξιδεύω έτσι.  Διαλέγεις στο χάρτη τα πιο ωραία ονόματα δρόμων  και κατευθύνεσαι προς τα κει. Δεν παριστάνω τον ανήξερο, δυστυχώς ξέρω ήδη αρκετά,  ούτε τον, όλο βουλιμία, τουρίστα. Απλά προσπαθώ να νιώσω σαν να ζω εδώ, σαν να είμαι ένας άνθρωπος που πηγαίνει απλά στη δουλειά του, και τυχαία, περνάει μπροστά από μια βιτρίνα και βλέπει κάτι θεσπέσια, πολύχρωμα, ψυχεδελικά  γλυκά.















                      Η μορφή

Κοιτάζει με τα τρομερά του γυαλιά, το παρόν και ,ίσως, το μέλλον της πόλης. Μια κάποια μορφή, δεν βρίσκετε;  Ίσως να ήταν ποιητής, ίσως και σφαγέας, ίσως και τα δύο. Εμένα με νοιάζει αυτή η φυσιογνωμία, που ούτε τ' όνομα της δεν ξέρω,  και  που βρίσκεται στη μέση μιας πλατείας, ανάμεσα στα γυμνά δέντρα , κάπου στην Κωνσταντινούπολη.

 













                    Το πλοίο 

Ο Βόσπορος για τους κατοίκους της Πόλης, είναι κάτι το πολύ φυσικό. Περπατάς να πας κάπου, και ξεπροβάλλει από ένα άνοιγμα, σαν υπενθύμιση. Κινείται παράλληλα με τη ζωή , η ροή του ενώνει τους τόσο διαφορετικούς, μεταξύ τους, πολίτες. Όταν π.χ.  ένα πλοίο κυλάει αργά στο στενό πέρασμα, είναι ορατό από εκατομμύρια ψυχές που κατά τ' άλλα δεν έχουν τίποτε κοινό: ο διαδηλωτής που πάει στη πλατεία Τακσίμ, να τα σπάσει, ο αστυνομικός που πάει να δείρει το διαδηλωτή, ο δημοσιογράφος που πάει να καλύψει το "γεγονός" , η νοικοκυρά που πάει προς το σπίτι για να βάλει τηλεόραση και να δει το "γεγονός" σε ζωντανή μετάδοση. Όλοι τους, θα κοιτάξουν, έστω και για λίγο, το πλοίο που κυλάει αργά στο Βόσπορο. Όλοι τους, θα έχουν, έστω και για λίγο, την ίδια κοινή εικόνα, και ίσως όλοι τους, να συγκινηθούν και λίγο.
















                      Η μισή γέφυρα

 Νέο ζευγάρι Τούρκων ψάχνει. Τι άραγε; Μπορεί να είναι  και συμβολικό. Δύο  Τούρκοι του 21ου αιώνα,  μπροστά σε μια μισοτελειωμένη(;), κατεστραμμένη(;) γέφυρα...
Ποιο είναι το πρόσωπο της Τουρκίας, σήμερα; Στη περιοχή Μπέγιογλου  αλλά και γύρω, εκατοντάδες νέων  ανθρώπων ζούνε και κινούνται ευρωπαϊκά, με ότι κι αν μπορεί να σημαίνει αυτό. Οι σχέσεις, το ντύσιμο και οι καυγάδες τους, έχουν εδώ και καιρό, κάτι απ' την φινέτσα, αλλά και την πολυπλοκότητα, της σκέψης της Γηραιάς Ηπείρου. Αν ήξερα Τουρκικά, θα ήθελα πολύ ν΄ακούσω τι λένε στις μεταξύ τους, εκ βαθέων, συζητήσεις, αλλά και στο τσακίρ κέφι τους, επάνω. Πως  βιώνουν άραγε,  την ατέλειωτη μητρόπολη και τα μικροδράματα της, και που μπορεί να βγάλει, εντέλει, όλο αυτό;
Απ' την άλλη,  υπάρχει το παρακράτος και η κεκαλυμμένη στρατοκρατία, που κρύβονται πίσω απ΄ τις τεράστιες σημαίες με την ημισέληνο, και απ' το αυστηρά πορτραίτα του πατερούλη Ατατούρκ. Στη  πιο σκοτεινή πλευρά της πόλης, δολοφονούνται άνθρωποι, μετριοπαθείς, δημοσιογράφοι και άλλοι, που ονειρεύονταν ότι κάποτε η ημιτελής γέφυρα, θα ολοκληρώνονταν...
  Δεν ξέρω.  Η μισή γέφυρα, με το ζευγάρι, κρύβουν καλά το μυστικό τους. Πάντως, αν προσέξτε καλά τη κοπέλα στη φωτογραφία , θα δείτε ότι δεν φοράει μαντίλα.


  
               Έλληνες και Τούρκοι 

Παρόμοιες φυσιογνωμίες με τους Έλληνες, παρεμφερή χούγια, δύο αντίθετοι κόσμοι που αλληλοεξαρτώνται. Μιναρέδες και εκκλησίες, εθνικισμοί και κοντόφθαλμες πολιτικές, το κάλεσμα του μουεζίνη με παγκοσμιοποιημένο μπιτάκι  και γλυκερή νοσταλγία για τις "χαμένες πατρίδες'. Προσπαθώ να τα απλώσω  όλα μέσα μου, αλλά μπερδεύομαι. Η Τουρκία δείχνει ότι προχωράει όλο αυτοπεποίθηση "ντυμένη" ευρωπαϊκά   , αλλά στο "βλέμμα" της διακρίνεις το άγχος και την υστερία αυτού που θέλει να ξεφορτωθεί κάτι. Κι η ανάσα της μυρίζει εθνικισμό. Απ΄την άλλη οι ορδές των Νεοελλήνων τουριστών  που προσπερνώ,  δεν έχουν τίποτε απ' την διαυγή θλίψη των Θεοδοσιανών τειχών , ούτε των κομψών κτιρίων στο Πέραν.  Εμείς  ή θα είμαστε υπερήφανοι με λάθος τρόπο ή για λάθος λόγους.

  
             Χωρίς σκιές 

Όλο λέω ότι θα κρατηθώ και ότι δεν θα ξαναμιλήσω πια για  το παρελθόν, και τις σκιές του. Θέλω να μιλάω για κτίρια, όπως αυτά της φωτογραφίας, που θα μπορούσε να είναι οπουδήποτε στο κόσμο: Σικάγο,Τόκιο ή Αλεξανδρούπολη. Αλλά μάλλον είναι πολύ δύσκολο να ταξιδεύεις στο κόσμο, χωρίς αποσκευές, άδειος εντελώς, χωρίς  σκιές.
Μια άλλη φορά, ίσως-


 φωτογραφίες από τους συνταξιδιώτες  Επαμεινώνδα  Τερκενλή και   Ανδρέα  Αντωνόπουλο  ευχαριστούμε.








17 Φεβ 2010

Ε. ΕΟΤ


 Η πλαζ του Ε.Ο.Τ. το χειμώνα:  άδειες ξαπλώστρες, βρεγμένη άμμος, καθόλου σκιές.

Έξι μήνες μετά:  "Γιαγιά έχει τσούχτρες", "ΑΠΑΓΟΡΕΥΟΝΤΑΙ ΤΑ ΣΚΥΛΙΑ", καρτούν συνταξιούχοι, λαστιχένια παπούτσια,  γαλάζιο παγωτό, σαχλές ρακέτες.  "Η μικρή του χρόνου δεν θα ρχεται μαζί μας".

 Αντικείμενα άχρηστα που παίρνουν αξία, μόνο, κάθε καλοκαίρι.

6 Φεβ 2010

Δ. Το Δωμάτιο.


Το δωμάτιο μυρίζει μαγειρεμένο λάχανο, τα χέρια της  ΝΕΟ ULTRA FAIRY. Στο καφέ σκρίνιο η ζωή της όλη,  το χωριό, ο γάμος της, τα είκοσι τόσα χρόνια στις Γερμανίες. Κάθε κορνίζα κι ένα αγαπημένο πρόσωπο, κάθε δαντέλα κι ανάμνηση:  η παρέλαση του εγγονού , o γάμος του Γιώργου. Δεξιά,  το ρολόι και το ημερολόγιο, μετρούν τις ώρες και τις μέρες που φεύγουν έτσι, χωρίς αλλαγές, με το "τι θα φάμε αύριο;" ή με το  " έχει ψύχρα απόψε".  Αριστερά, επάνω στο σκαλιστό τραπεζάκι, φωτίζει το πιο ωραίο "λαμπατέρ", η τηλεόραση.
 Η "παλιά" ζωή συνεχίζεται, ερήμην μας. Όλα είναι ακόμα εδώ. Εικόνες και σύμβολα που συχνά "κατακρεουργήθηκαν"  από τον  "λυρικό" οίστρο  κατεστημένων στιχουργών και το μελό της παλαιάς αριστεράς,  και τελικά διαμόρφωσαν, ηθελημένα ή μη, τη μέση αισθητική και το πεδίο συγκίνησης, του  Νεοέλληνα:  Η καλή μαυροφορεμένη γριούλα, ο φτωχός αδικημένος με τα καθαρά χέρια και τη μεγάλη καρδιά, "το μερτικό μου απ' τη χαρά που το χουν πάρει άλλοι"...
Τώρα πια όμως, το μικροαστικό δυαράκι με την  κοντοκουρεμένη υπερήλικη μπορεί ν' αποδειχτεί σκέτος εφιάλτης. Πράγματα που παλαιότερα ίσως να ήταν αγνά και ταπεινά, τώρα έχουν καταντήσει βαρίδια  για όσους θέλουν να τρέξουν προς άλλες, νέες κι άγνωστες κατευθύνσεις.
Το δωμάτιο εξακολουθεί και υπάρχει, δεν μπορούμε να το αγνοούμε, ίσως να είναι εδώ για πάντα. Το δύσκολο είναι να το κοιτάξουμε σαν να το αντικρύζουμε για πρώτη φορά...




29 Ιαν 2010

Δύο μέρες



Σάββατο πρωί
Εθνική οδός Θεσσαλονίκης-Έδεσσας, με βροχή/ στάση, καφές και μπουγάτσα με κρέμα, στη Χαλκηδόνα/ Πέλλα,  τώρα πια ξέρεις- Καρατζαφέρης/The Land of Alexander The Great/ "ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ", το νυχτερινό κέντρο όπου  εμφανίζεται για λίγες (μόνο) βραδιές η Τζούλια Αλεξανδράτου/ Γιαννιτσά μες τη λάσπη/ λίγο πιο μετά πολυκατάστημα κινέζικης εισβολής με εκτυφλωτικό νέον: CHINATOWN/ ύστερα η μακεδονική εξοχή: επίπεδη, υγρή, με δέντρα σαν αυτά του  CASPAR DAVID FRIEDRICH/ σκουπίδια στη χλόη/ καλωσορίσατε στην Αριδαία/ γήπεδο Αλμωπού/ θερμά λουτρά/ εγκαταλελειμμένο ξενοδοχείο μες  τους  υδρατμούς/ παιδιά στα ιαματικά / τρεχούμενα νερά/ κατούρημα μετά από ώρες/ζευγάρι Σλάβων τουριστών:  o ένας κυνηγός κεφαλών, η άλλη ξανθιά πορνοστάρ με φουσκωμένα χείλη-στήθη/ πωλούνται ξερά φασόλια και μπούκοβο/ Έδεσσα/η πόλη των καταρρακτών  και της ανεργίας/ ένα κορίτσι  φωτογραφίζεται μπροστά στο αφρισμένο νερό/ το αγόρι της αγριοκοιτάζει  προς τα δω/  κεριά στη λίμνη / κατούρημα (ξανά!)/επιστροφή στη Θεσσαλονίκη.



Τρίτη πρωί
Αθήνα για δουλειά/ ξενοδοχείο πέντε αστέρων στα  Μεσόγεια/ διεθνές meeting/ βαβυλωνία/φωτογραφίζω:  κουστούμια που μιλούν, χειρονομούν, δίνουν συγχαρητήρια, πίνουν εσπρέσο, γράφουν στο λαπτοπ,  χαζεύουν τον Σαρωνικό/
βιαστικές ψηλοτάκουνες γόβες/πουκάμισα με πτυχώσεις/ σφιγμένες αρθρώσεις/ βεβιασμένα χαμόγελα/επιμελημένη αξυρισιά/κορίτσια καριέρας/
απολογισμός του '09/ προοπτικές για το '10/ ταρτελέτες  με φράουλα/  σαλάτες με καλαμπόκι/ υπερκατανάλωση Perrier/ σερβιτόρος σαν τον κύριο Ιλό/ τέλος γεύματος στις 12.30/ μετά αφρικάνικα ταμπούρλα για χαλάρωση.

16 Δεκ 2009

Θεσσαλονίκη


Το περασμένο Σαββατοκύριακο, ξαναβρέθηκα, έτσι για διάλειμμα,  στη πόλη με τα ωραία σουτζουκάκια, την υγρασία, τα φαντάσματα, τον φλαμανδικό ουρανό , το νεφελώδη μοντερνισμό , και τους ανεκδιήγητους τοπικούς  άρχοντες.
¨Ηταν ωραία, έκανε κρύο, ήταν σχεδόν Χριστούγεννα, κι έτσι ξέχασα τι ήθελα να γράψω γι' αυτήν.
Μια άλλη φορά, ίσως.

21 Οκτ 2009

Α. Ανθρωπογεωγραφία. 2. Πρόγονοι, Παρελθόν, Μνήμη.


     Περνάω με το ποδήλατο από τη παραλία της Αλεξανδρούπολης.
 Χονδροειδείς επαύλεις,  δημόσιες υπηρεσίες σαν κουτιά, τα  κτίρια των τελευταίων τριάντα τόσο χρόνων διεκδικούν με αξιώσεις το πανελλήνιο πρωτάθλημα κακογουστιάς. Τα κιτρινισμένα φύλλα πέφτουν απαλά χαρίζοντας μια φθινοπωρινή πατίνα  στα προαναφερθέντα. Πέφτουν κι επάνω στα μνημεία. Πέφτουν και πάνω στην Αρμένικη Εκκλησία του Αγίου Ιωάννη του Καραμπέτ (Προδρόμου), που πνίγεται από τις πολυκατοικίες.
Στο πάρκο του, άσχημου, Μνημείου των Ποντίων, παρέες ηλικιωμένων αντρών παίζουν χαρτιά και επιτραπέζια επάνω σε παγκάκια,  πειράζονται σαν παιδιά σε μιαν άγνωστη μου  γλώσσα.  «Ρωσσοπόντιους» τους αποκαλούν οι άλλοι.  Η ομιλίες τους, απλώνονται σιγά σιγά στον αέρα της πόλης, μιας πόλης χωρίς «βαθύ» παρελθόν, που μέχρι πρότινος αρνιόταν ότι της θύμιζε,  την Ανατολή, τις μακρινές της ρίζες, υιοθετώντας ένα ψευτομοντέρνο, αφόρητα ελλαδίτικο,  προφίλ.

 Αρκεί μια προφορά, ένας φροντισμένος κήπος ή ένα μυρωδάτο φαγητό από το διπλανό σπίτι, για να σου υπενθυμίσει ότι κάτω από το μπετόν, κάτω απ’ το βιαστικά, βαλμένο ένδυμα του εκσυγχρονισμού, κυλάει , σαν υπόγειο ποτάμι, η παλιά ζωή, οι άνθρωποι και οι ιστορίες τους. Ποιος ο λόγος να θυμηθούμε; Πως είναι δυνατόν να «θυμηθούμε», πράγματα που δεν έχουμε ζήσει…

Αντιπαθώ, φοβερά το στόμφο που ορισμένοι χρησιμοποιούν για να μιλήσουν για τους «προγόνους». Εκεί την πατάμε συνήθως στην Ελλάδα, έννοιες όπως «πρόγονοι», «μνήμη», «παρελθόν», μας κολλάνε συνήθως στα ίδια, αντί να μας ξεκολλάνε προς τα μπρος. Οι  πόλεις, η ζωή η ίδια έχει αλλάξει. Τώρα έχουμε, περισσότερο από ποτέ, ανάγκη για  φωνές σύγχρονες, ανθρώπινες, για πράξεις που να μιλάνε με ειλικρίνεια και (γιατί όχι;) με γόνιμο χιούμορ για όλα τα παραπάνω. Όπως αντιπαθώ τους πομπώδεις προγονόπληκτους, απεχθάνομαι εξίσου, κι όσους ζουν τη μοντέρνα ζωούλα τους,  ανάλαφρα και ανέμελα, χωρίς ούτε ένα τόσο δα ράγισμα, μια μικρή ρωγμή, ένα μικρό τσαλάκωμα από το παρελθόν.
Μεγάλωσα σε σχολεία των αρχών της δεκαετίας του ’90, με βιβλία και δασκάλους ανήμπορους, να μου μεταδώσουν τη συγκίνηση που νιώθει κανείς όταν καταλαβαίνει ότι ένα πράγμα «παλιό» μπορεί να αφορά το τώρα, ότι ένα πράγμα πρωτόγνωρο, σύγχρονο μπορεί να κουβαλάει επάνω του, αιώνες ολόκληρους. Το κατάλαβα αυτό, αργότερα, αλλά και τότε έπρεπε να αντιμετωπίσω τη «γοητεία» των ωραίων πραγμάτων του παρελθόντος που θαύμαζα και ζούσα , σαν όλα να συνέβαιναν εκείνη τη στιγμή. Τώρα είμαι μόνος μου, σε μια πόλη του βορρά, και κάνω ποδήλατο.


Κάνω ποδήλατο, σε μια φθινοπωρινή πολιτεία του 21ου αιώνα, που προσποιείται ότι δεν έχει μάτια για το παρελθόν, που κλείνει τ’ αυτιά της στις φωνές των Ρωμαίων, Βυζαντινών κι Οθωμανών, Μικρασιατών, Αρμενίων, Εβραίων, Ρώσων και Βουλγάρων και τόσων άλλων, που κάποτε περπάτησαν εδώ γύρω, έστω και για λίγο.
Τώρα πια ξέρω, και δεν ανησυχώ, πως  κάθε πόλη έχει τα ‘μυστικά’ της. Κι’ η Αλεξανδρούπολη, που δεν το δείχνει, ίσως έχει τα περισσότερα.

14 Οκτ 2009

Α. Ανθρωπογεωγραφία. 1. Νεκροί και Μνημεία.




Άνθρωποι πάνε κι έρχονται διαρκώς. Οι παλαιοί δίνουν τη θέση τους στους νέους. Σε κάποιο σπίτι κάποιοι πανηγυρίζουν, σε κάποιο άλλο, λυπούνται. Δεν πάει πολύς καιρός,  ,που, περνώντας ένα βράδυ από έναν πεζόδρομο ,  είδα από μια ορθάνοιχτη πόρτα να ξενυχτάνε ένα νεκρό. Το σπίτι ήταν κατάφωτο σαν σε γιορτή, γυναίκες στα μαύρα μιλούσαν χαμηλόφωνα γύρω από το στολισμένο φέρετρο. Τα κάδρα με τις φωτογραφίες έτσι όπως ήταν τοποθετημένα, ακριβώς πάνω απ’ το κεφάλι του πεθαμένου, έμοιαζαν με τις αναμνήσεις του , εικόνες μιας ζωής, που ξαφνικά πάγωσαν, ακινητοποιήθηκαν και κρεμάστηκαν. Για αυτούς που έχουν φύγει, μένουν μόνο οι φωτογραφίες, στοιχεία που, αντί να κρατήσουν ζεστή τη μνήμη τους, υπογραμμίζουν το πόσο μακρινή και δυσβάσταχτη  είναι η απόσταση μεταξύ ζωής και θανάτου, μεταξύ του τότε και του τώρα.  Άλλοτε πάλι οι ζωντανοί της πόλης τιμούν αυτούς που «έφυγαν» , δίνουν τα ονόματα τους σε δρόμους, πλατείες, και πολιτιστικούς συλλόγους, απονεκρώνοντας έτσι, τη πιο ζωντανή πλευρά τους. Στο τέλος ξεχνάς εντελώς, ότι όλα αυτά τα μαρμάρινα ονόματα, ήταν κάποτε άνθρωποι ζωντανοί που περπατούσαν, ίδρωναν, γλεντούσαν κάπου εδώ. Όπου και να ψάξω μες στην πόλη, δεν βρίσκω ούτε ένα μνημείο που να θυμίζει ανθρώπους που έζησαν, όλα θυμίζουν νεκρούς.

30 Σεπ 2009

Α. Το Αεροδρόμιο

Έφτασα ως εδώ διασχίζοντας μια ρημαγμένη γη, όλο εργοστάσια και αντιπροσωπείες αυτοκινήτων. Αεροδρόμιο Αλεξανδρούπολης «Δημόκριτος»,    τέλος Σεπτεμβρίου, απόγευμα.  Ανακαινισμένο και λευκό, με ντιζάιν που εκπέμπει μαζικότητα και βαρεμάρα. Δεν υπάρχει τίποτα για να πιαστείς,  να ξεχαστείς, απλά ακολουθείς τις επιγραφές, τις αφίξεις και τις αναχωρήσεις. Θα μπορούσες να βρίσκεσαι οπουδήποτε. Όπως  στα περισσότερα αεροδρόμια, η έννοια «τοπικός», πέρα από κάτι αφίσες με κάτι «WELCOME ΤΟ THRACE”,ακυρώνεται. Oι ανακοινώσεις στα μεγάφωνα γίνονται από κορίτσια  χωρίς προφορά, χωρίς  πατρίδα. Η πατρίδα τους είναι το γκισέ τους. Έτσι όταν, καμιά φορά, ακούσεις, στα ξαφνικά, μια ντοπιολαλιά, μια βαριά θρακιώτικη προφορά, γυρνάς έκπληκτος να δεις από πού προέρχεται. Οι επιβάτες, εδώ, είναι κυρίως μικρές ομάδες νεαρών  ,που το βλέμμα τους, και τα κάπως άτσαλα φορεμένα ρούχα τους, μαρτυρούν πως είναι αδειούχοι φαντάροι. Πίνουν κακάο και χαζογελάν για τ’ αθλητικά, παριστάνοντας τους «πολίτες». Aυτοί , μαζί με τους, σαφώς πιο άνετους, φοιτητές, αποτελούν τον βασικό πυρήνα των  επιβατών. Στην άκρη, μια οικογένεια Πομάκων, χαζεύει, στη μεγάλη τζαμαρία, το επίπεδο θρακικό τοπίο.     
Yπάρχει κάτι που ενώνει όλους εμάς που γεννηθήκαμε στα μέσα της δεκαετίας του ’70 και μετά.   Είμαστε οι γενιές των αεροδρομίων. To αεροπλάνο τείνει  να γίνει, πια, το κτελ του 21ου αιώνα. Ότι ήταν για τους παλαιότερους οι σιδηροδρομικοί σταθμοί και  τα λιμάνια, με τους αποχωρισμούς, τις  επανασυνδέσεις και ότι συμβόλιζαν αυτά, είναι για μας τα οξυζενέ κτίρια με τα μεγάλα τζάμια και τις αχανείς, γκρίζες πίστες. Εδώ το πεδίο είναι σχετικά καινούργιο, η ομοιομορφία του, δεν επιτρέπει ηρωικούς μελοδραματισμούς. Το μόνο που μπορεί να δει κανείς, εδώ, είναι χαμηλόφωνες φευγάτες ιστορίες από φευγάτους ανθρώπους.   Τα αεροδρόμια είναι οι μόνιμες κατοικίες του προσωρινού, οι ναοί του στιγμιαίου.
Ποτέ δεν είχα την αυτοπεποίθηση του «αεροπόρου με τις  γκρίζες φαβορίτες», Κώστα Πρέκα.  Κάθε φορά που μπαίνω σε αεροδρόμιο, ψάχνω βιαστικός να βρω τα γκισέ, και έτσι ξεχνώ τις «φιλολογίες» για το θέμα αυτό. Στο  «Δημόκριτος», συνήθως φτάνω αργά τ’ απόγευμα, για να ταξιδέψω στην Αθήνα. Με το που τελειώσω το «τσεκάρισμα», όμως,μια μαγική αίσθηση διακτινισμού με διακατέχει, και ξαφνικά όλα μου θυμίζουν το προορισμό μου. Αφήνοντας το κτίριο για να μπω στο αεροπλάνο, και καθώς ο αέρας με χτυπάει αλύπητα, νιώθω ήδη ότι διασχίζω τη Σταδίου, βράδυ.



18 Σεπ 2009

Ιστορίες απ' το Φάρο




Καμιά φορά δυσκολευόμαστε να μιλήσουμε για τα πράγματα που είναι γύρω μας, δίπλα μας  : τους δικούς μας, τους φίλους μας, την γειτονιά μας, την πόλη που ζούμε. Μας είναι πιο εύκολο όταν μιλάμε για έννοιες, πιο γενικές, πιο αφηρημένες. Το οικείο όταν ξεφεύγει από το μονότονο βουητό της καθημερινότητας και εγκαθίσταται σε μια λευκή ήσυχη επιφάνεια, μοιάζει ανοίκειο, ξένο. Σχεδόν δεν θέλουμε να το δούμε.  Όταν κλείνω την πόρτα, αρχίζω ένα έργο ή ανοίγω τον υπολογιστή ξεχνώ αυτά που θέλω να πω . Κοιτάζω το λευκό, το απόλυτο άδειο, αμφιβάλλοντας για το αν θα πρεπε να το γεμίσω πάλι, ή αν θα πρεπε να περιμένω λίγο να ησυχάσουν όλα , μήπως καταφέρω  κι ακούσω τη μυστική μελωδία του...

Τα ποστ που θ' ακολουθήσουν θα έχουν ως γενικό θέμα τη πόλη που (κυρίως) ζω, την Αλεξανδρούπολη. Θα είναι μικρά, ελπίζω όχι κουραστικά, κείμενα που θα μοιάζουν με βόλτα  στην πόλη. Κάτι σαν ημερολόγιο ποδηλάτου ή σαν ένα προσωπικό, εντελώς υποκειμενικό λεξικό . Ελπίζω  να μπορέσουν να ξεπεράσουν τον εαυτό τους, τη σφιχτή επαρχιακή τους ατμόσφαιρα, και να καταφέρουν να σας μιλήσουν, σαν να μιλάνε λίγο και για τη δική σας πόλη.






9 Σεπ 2009

Στη θέση τους

- Μέρες Σεπτεμβρίου, στην Αλεξανδρούπολη ξανά, τίποτα δεν άλλαξε θέση, ούτε ο Φάρος της, ούτε το Λούνα Παρκ της, ούτε το Μνημείο των Ποντίων της, ούτε οι γέροι της, ούτε ο Μητροπολίτης της. Όλα είναι στη θέση τους.
-Οι βροχερές μέρες ήρθαν στην πόλη πιο νωρίς φέτος. μαζί τους έφεραν: «γλυκιά ρουτίνα», κατοικίδιους τσακωμούς, καινούργιες δουλειές, σχέδια.
-Εκλογές ανέκδοτο και οι φετινές. Στη πλατεία ένα συνεργείο στήνει το βάθρο για την ομιλία του Παπανδρέου, οι ίδιοι δείχνουν να βαριούνται, ο καιρός δείχνει να βαριέται (ψιλοβρέχει), οι περαστικοί προσπερνάνε ανόρεχτα. Μπροστά σε κάτι γιγαντοοθόνες μια αγέλη σκύλων ξύνεται.
-Γκρίζο το Θρακικό Πέλαγος σήμερα. Η γραμμή του ορίζοντα μόλις που φαίνεται, δεν ξέρεις που τελειώνει το επίπεδο της θάλασσας και που αρχίζει εκείνο τ’ ουρανού. Οι φόρμες καταλύονται, όλα μοιάζουν «αφηρημένα» , μ’ ένα βαθύτερο, εσωτερικό φως, σαν πίνακας του Ρόθκο ,σε μαύρο, άσπρο και γκρίζο όμως.
-Επιστροφή στη ζωγραφική, ονειρεύομαι ξανά τελειωμένα έργα, ζηλεύω την προσήλωση Lucien Freud, την επινοητικότητα του Francis Bacon, τη χάρη του David Hockney, το «σενάριο» του Neo Rauch, την άνεση των Ιαπώνων.

-Εδώ πάνω δεν υπάρχει χώρος για εξαλλοσύνες και έκφραση, «εκφράζονται» μόνο όσοι τα δίνουν όλα κάθε Σάββατο στα χάι τεκ μπουζουξίδικα. Οι άλλοι, αν είναι τυχεροί, φεύγουν απ’ τη πόλη, οι υπόλοιποι «βράζουν» μέσα τους, το κάνουν ιδιωτικά, για να μην τους πάρει κανείς χαμπάρι.
-Θα ήθελα παρόλα αυτά να δω κάποιους να επιμένουν, να κάθονται στο τόπο τους από επιλογή και με χαρά να φτιάχνουν πράγματα που να έχουν «εντοπιότητα» μ' ένα μοναδικό αλλά και σύγχρονο τρόπο: ένα περίεργο εστιατόριο, μία διαφορετική επιχείρηση επίπλων, μία βιοτεχνία καταπληκτικής μαρμελάδας…
-Νομίζω πως αυτό είναι μια λύση.

-Αλλιώς όλα θα μένουν στη θέση τους, συνεχώς.

14 Μαρ 2009

Μπλά μπλά μπλά


Αρχίζοντας μια καινούργια δουλειά, έχεις ήδη δει κάτι , σαν όνειρο. Νιώθεις μια περίεργη χαρά, μια βιαστική χαρά, σαν να ξέρεις, σαν να έχεις ήδη δει το τέλος, σαν να έχεις φανταστεί το σημείο που θέλεις να φτάσεις . Προσπαθείς να πείσεις τον εαυτό σου ότι ξέρεις το πώς και το γιατί, προσποιείσαι ότι πατάς επάνω σε σταθερό έδαφος, σε βεβαιότητες, αλλά κάθε σου κίνηση αποδεικνύει το αντίθετο.. Θέλεις να ξεφορτωθείς ότι σε βαραίνει, να το μετατρέψεις σε κάτι άλλο, καινούργιο, πιο σταθερό ίσως, και με μεγαλύτερη διάρκεια. Εύχεσαι να μπορέσεις, αυτή τη φορά, να είσαι πιο ακριβής, πιο οξύς, πιο σίγουρος γι’ αυτά που αγαπάς, και γι’ αυτά που δεν αγαπάς. Η πορεία προς την ολοκλήρωση της δουλειάς, εάν μπορούμε να λέμε «ολοκλήρωση» για κάτι που διαρκώς συνεχίζεται, είναι έντονη, κουραστική, αλλά και με πολλές μικρές χαρές που σου αποκαλύπτονται διαδοχικά, και στη δική μου περίπτωση, με πολύ αργούς ρυθμούς.
Τα τελευταία χρόνια, ζω κυρίως στην Αλεξανδρούπολη, μια πόλη καινούργια, με ήπιους ανθρώπους και μπόλικη εσωστρέφεια, μια πόλη ελάχιστα «εμπνευστική», με τη κλασσική έννοια του όρου. Ο τρόπος που δουλεύω, εξαρτάται από τον τρόπο που ζω, από τους τόπους που κινούμαι. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο ζωγραφίζω και τη Αλεξανδρούπολη, ή για να το πω καλύτερα εντάσσω και την Αλεξανδρούπολη στις ιστορίες που θέλω να διηγηθώ. Τη χρησιμοποιώ ως σκηνικό, ως μια πόλη μισοαληθινή, αφαιρώντας το όποιο φολκλόρ ,τη «μυθολογία» με το ζόρι. Κουράζομαι με τις οποιεσδήποτε ψευδαισθησιακές αποδόσεις της « πραγματικότητας » που αμολάει, με τόση ευκολία και χωρίς αυτοέλεγχο, η οποιαδήποτε απαίδευτη ψυχή, στο όνομα μιας αρτίστικης, δήθεν, ελευθερίας. Από την άλλη κοιτώ με μικρή καχυποψία απ' τη μία (αλλά και με ολοένα αυξανόμενο ενδιαφέρον απ' την άλλη ), τη τάση εκείνη που θέλει να κοιτάζει το "ασήμαντο", να ασχολείται με το τετριμμένο, δημιουργώντας, πολλές φορές χωρίς να το συνειδητοποιεί, και εις βάρος της, μια νέα «φιλολογία», ακόμη μια «σχολή», μια «μυθολογία» που απεχθάνεται τις άλλες «μυθολογίες».
Η ενότητα των έργων που σε λίγο θα ολοκληρωθεί, έχει ως θέμα τη «καθημερινότητα», το «κοινότυπο» και όλα όσα υπονοούνται με αυτά . Προσπαθώ με όση λιγότερη «ηρωοποίηση» , να αποδώσω τα όσα βλέπω και σκέφτομαι, ζώντας για πρώτη φορά στη ζωή μου στην επαρχία, κατεβαίνοντας που και που στην Αθήνα, ενώ όλα αλλάζουν παντού, μέσα μας και έξω μας. Προσπαθώ να βάλω σε μια δική μου, προσωπική, τάξη, αυτό που καθημερινά έρχεται χύμα και τις σε πολλές περιπτώσεις χωρίς να το έχω φανταστεί. Σε λίγο αυτό θα χει τελειώσει, και όλα θα ανακατευθούν, εκ νέου, και δεν θα μ' αφήνουν σε ησυχία για μια ακόμη φορά...

www.slowfood.com

επισκεπτεσ:

count website traffic

Αναγνώστες