Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα έβρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα έβρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

4 Ιουν 2010

Στον Αφρό


Έπιασαν οι ζέστες.  Ηλικιωμένος εραστής βγάζει βόλτα  στη παραλία τον δεύτερο του γάμο, μια Βουλγάρα νοσοκόμα όλο νάζι. Τα δωμάτια με "θέα στη θάλασσα"  περιμένουν τους συνταξιούχους με τα κουπόνια απ' την Εργατική Εστία . Θα ξεκαλοκαιριάσουν κοιτώντας την ίδια θέα , αμίλητοι, μέχρι το βραδινό δελτίο των οκτώ. Ζευγάρια ηλικιωμένων, ζευγάρια νέων σαν ζευγάρια ηλικιωμένων.
Σε μια βιτρίνα φωτογραφείου, κορνιζαρισμένοι νεαροί νεόνυμφοι ποζάρουν αφύσικα ευτυχισμένοι, δίπλα σ' ένα συντριβάνι. . Ίσως, αργότερα, ένα κρύο βράδυ του χειμώνα,    η σχέση τους ν' "αυτοκτονήσει" με τα μαξιλάρια του καναπέ,  μπροστά σ' ένα σήριαλ.

Παντού κουβέντες στον αφρό, όλα ανακατεύονται γλυκά:  οι σαμπανιζέ ερωτικοί αναστεναγμοί άλλης μιας ξανθιάς, οι μεταγραφές του Θρύλου, η οικονομική κρίση. Όλα αντιμετωπίζονται  με μια αστεία, μελιστάλαχτη, σοβαρότητα. Τουλάχιστον εδώ ακόμα χαμογελάς. Στην Αθήνα, που κατέβηκα τις προάλλες, οι ταξιτζήδες αναλύουν και οι γριές δαγκώνουν. Μέσα σε ιδρωμένα τρόλεϊ, εκστομίζονται πολύ βαριά πράγματα, νομίζεις ότι όλα σε λίγο θα σκάσουν. 

Εδώ τουλάχιστον ο κόσμος, γκρινιάζει για τη κρίση, ενώ παράλληλα ποτίζει τις τριανταφυλλιές του.

"Οδηγίες για να νοιώσεις σίγουρη για τον εαυτό σου " γράφει στο εξώφυλλο ένα γυναικείο περιοδικό. Μόνο τα έντυπα συνεχίζουν να ναι σίγουρα.  Το μόνο για το οποίο εγώ αισθάνομαι σίγουρος, είναι ότι δεν θέλω  να βλέπω την κατάσταση σαν εξιδανικευμένη καρτ ποστάλ, αλλά ούτε και σαν κηδεία. Λίγο πιο δίπλα  ένας άνδρας χαζεύει, δήθεν ανέμελα, ένα πορνοπεριοδικό , και  στο μυαλό μου, αμέσως, έρχεται αυτή η σκηνή.
Καλό μας καλοκαίρι...






8 Μαρ 2010

ζ. Zωή ως Ζούγκλα


Αργά το απόγευμα ,  λίγο έξω απ' την πόλη. Μόλις συνειδητοποίησε το μέγεθος της κρίσης και τρέχει στο σουπερμάρκετ. Να την, προχωράει με σίγουρο βήμα προς το υπερκατάστημα. Σαν επιδρομέας, σαν στρατηγός. Σε λίγο θα ξαλαφρώσει, αγοράζοντας ότι βρει μπροστά της. Τα πιο μαλακά ψωμάκια, το χαρτί υγείας που ευωδιάζει. Θα  βγει από κει μέσα,  αγκομαχώντας ,  και με χίλιες σακούλες που το βάρος τους  θα την λυγίζει. Αλλά  τώρα θα νιώθει πιο ξαλαφρωμένη, ο πανικός της θα χει περάσει. Θα εξέλθει του υπερκαταστήματος, ως νικήτρια.  Ως νικήτρια της "κρίσης".



Απόγευμα προς βράδυ, μεσήλικας μόνος σε προποτζίδικο,  μπλε τοίχος σαν βυθός,  ψεύτικα φυτά, σαν πλαστική ζούγκλα σε μικρογραφία. Οι ώρες περνούν σαν χασμουρητά. Η τι βι σε λίγο θα χει ειδήσεις, κι  αυτός θα κάτσει να κοιτάζει, παραδομένος, σαν να ναι αυτός, ο τελευταίος ζωντανός οργανισμός στη γη.

 Δυο άνθρωποι, δυο ζωές, μια πόλη.

25 Φεβ 2010

Η Απέναντι Όχθη


          Το μούσι του Αβραάμ Λίνκολν

Περνάω τα σύνορα. Γύρω μου γη παρατημένη. Ξαφνικά στάση.  Χαώδες μακρόστενο πολυκατάστημα στη μέση του πουθενά. Μέσα, μυρίζει κατάχρηση  χλωρίνης, ο αντίλαλος πολλαπλασιάζει  την φωνή μας, άνθρωποι σφουγγαρίζουν, εμείς περπατάμε, κι αυτοί σφουγγαρίζουν πίσω  μας .  Στην πρόσοψη, κόκκινα φλογερά γράμματα "KEMAL YAY ΤΕSIS..κλπ, κλπ...", από πάνω  ακριβώς,  δεσπόζει μια φιγούρα, που δεν μοιάζει καθόλου στον Κεμάλ, αφού, απ' ότι ξέρω, δεν είχε μούσι  ο Κεμάλ . Αυτός  θυμίζει κάποιον άλλον, αυτός είναι φτυστός ο...Αβραάμ Λίνκολν.














              Υγρασία στα πρόσωπα
Να μαι πάλι εδώ, στην απέραντη Πόλη, με την μόνιμη συννεφιά πάνω απ' το Βόσπορο.  Κρύο, περίπου σαν της Ευρώπης. Η υγρασία, όμως, που κάθεται επάνω στα πρόσωπα των κατοίκων, τους κάνει,  να μοιάζουν, λιγάκι πιο κουρασμένοι, πιο αργοί, πιο Ανατολίτες.














             Ψυχεδέλεια
Αρχίζω να περπατάω αφήνοντας τα πάντα στη τύχη, χωρίς πυξίδα. Μ' αρέσει  να ταξιδεύω έτσι.  Διαλέγεις στο χάρτη τα πιο ωραία ονόματα δρόμων  και κατευθύνεσαι προς τα κει. Δεν παριστάνω τον ανήξερο, δυστυχώς ξέρω ήδη αρκετά,  ούτε τον, όλο βουλιμία, τουρίστα. Απλά προσπαθώ να νιώσω σαν να ζω εδώ, σαν να είμαι ένας άνθρωπος που πηγαίνει απλά στη δουλειά του, και τυχαία, περνάει μπροστά από μια βιτρίνα και βλέπει κάτι θεσπέσια, πολύχρωμα, ψυχεδελικά  γλυκά.















                      Η μορφή

Κοιτάζει με τα τρομερά του γυαλιά, το παρόν και ,ίσως, το μέλλον της πόλης. Μια κάποια μορφή, δεν βρίσκετε;  Ίσως να ήταν ποιητής, ίσως και σφαγέας, ίσως και τα δύο. Εμένα με νοιάζει αυτή η φυσιογνωμία, που ούτε τ' όνομα της δεν ξέρω,  και  που βρίσκεται στη μέση μιας πλατείας, ανάμεσα στα γυμνά δέντρα , κάπου στην Κωνσταντινούπολη.

 













                    Το πλοίο 

Ο Βόσπορος για τους κατοίκους της Πόλης, είναι κάτι το πολύ φυσικό. Περπατάς να πας κάπου, και ξεπροβάλλει από ένα άνοιγμα, σαν υπενθύμιση. Κινείται παράλληλα με τη ζωή , η ροή του ενώνει τους τόσο διαφορετικούς, μεταξύ τους, πολίτες. Όταν π.χ.  ένα πλοίο κυλάει αργά στο στενό πέρασμα, είναι ορατό από εκατομμύρια ψυχές που κατά τ' άλλα δεν έχουν τίποτε κοινό: ο διαδηλωτής που πάει στη πλατεία Τακσίμ, να τα σπάσει, ο αστυνομικός που πάει να δείρει το διαδηλωτή, ο δημοσιογράφος που πάει να καλύψει το "γεγονός" , η νοικοκυρά που πάει προς το σπίτι για να βάλει τηλεόραση και να δει το "γεγονός" σε ζωντανή μετάδοση. Όλοι τους, θα κοιτάξουν, έστω και για λίγο, το πλοίο που κυλάει αργά στο Βόσπορο. Όλοι τους, θα έχουν, έστω και για λίγο, την ίδια κοινή εικόνα, και ίσως όλοι τους, να συγκινηθούν και λίγο.
















                      Η μισή γέφυρα

 Νέο ζευγάρι Τούρκων ψάχνει. Τι άραγε; Μπορεί να είναι  και συμβολικό. Δύο  Τούρκοι του 21ου αιώνα,  μπροστά σε μια μισοτελειωμένη(;), κατεστραμμένη(;) γέφυρα...
Ποιο είναι το πρόσωπο της Τουρκίας, σήμερα; Στη περιοχή Μπέγιογλου  αλλά και γύρω, εκατοντάδες νέων  ανθρώπων ζούνε και κινούνται ευρωπαϊκά, με ότι κι αν μπορεί να σημαίνει αυτό. Οι σχέσεις, το ντύσιμο και οι καυγάδες τους, έχουν εδώ και καιρό, κάτι απ' την φινέτσα, αλλά και την πολυπλοκότητα, της σκέψης της Γηραιάς Ηπείρου. Αν ήξερα Τουρκικά, θα ήθελα πολύ ν΄ακούσω τι λένε στις μεταξύ τους, εκ βαθέων, συζητήσεις, αλλά και στο τσακίρ κέφι τους, επάνω. Πως  βιώνουν άραγε,  την ατέλειωτη μητρόπολη και τα μικροδράματα της, και που μπορεί να βγάλει, εντέλει, όλο αυτό;
Απ' την άλλη,  υπάρχει το παρακράτος και η κεκαλυμμένη στρατοκρατία, που κρύβονται πίσω απ΄ τις τεράστιες σημαίες με την ημισέληνο, και απ' το αυστηρά πορτραίτα του πατερούλη Ατατούρκ. Στη  πιο σκοτεινή πλευρά της πόλης, δολοφονούνται άνθρωποι, μετριοπαθείς, δημοσιογράφοι και άλλοι, που ονειρεύονταν ότι κάποτε η ημιτελής γέφυρα, θα ολοκληρώνονταν...
  Δεν ξέρω.  Η μισή γέφυρα, με το ζευγάρι, κρύβουν καλά το μυστικό τους. Πάντως, αν προσέξτε καλά τη κοπέλα στη φωτογραφία , θα δείτε ότι δεν φοράει μαντίλα.


  
               Έλληνες και Τούρκοι 

Παρόμοιες φυσιογνωμίες με τους Έλληνες, παρεμφερή χούγια, δύο αντίθετοι κόσμοι που αλληλοεξαρτώνται. Μιναρέδες και εκκλησίες, εθνικισμοί και κοντόφθαλμες πολιτικές, το κάλεσμα του μουεζίνη με παγκοσμιοποιημένο μπιτάκι  και γλυκερή νοσταλγία για τις "χαμένες πατρίδες'. Προσπαθώ να τα απλώσω  όλα μέσα μου, αλλά μπερδεύομαι. Η Τουρκία δείχνει ότι προχωράει όλο αυτοπεποίθηση "ντυμένη" ευρωπαϊκά   , αλλά στο "βλέμμα" της διακρίνεις το άγχος και την υστερία αυτού που θέλει να ξεφορτωθεί κάτι. Κι η ανάσα της μυρίζει εθνικισμό. Απ΄την άλλη οι ορδές των Νεοελλήνων τουριστών  που προσπερνώ,  δεν έχουν τίποτε απ' την διαυγή θλίψη των Θεοδοσιανών τειχών , ούτε των κομψών κτιρίων στο Πέραν.  Εμείς  ή θα είμαστε υπερήφανοι με λάθος τρόπο ή για λάθος λόγους.

  
             Χωρίς σκιές 

Όλο λέω ότι θα κρατηθώ και ότι δεν θα ξαναμιλήσω πια για  το παρελθόν, και τις σκιές του. Θέλω να μιλάω για κτίρια, όπως αυτά της φωτογραφίας, που θα μπορούσε να είναι οπουδήποτε στο κόσμο: Σικάγο,Τόκιο ή Αλεξανδρούπολη. Αλλά μάλλον είναι πολύ δύσκολο να ταξιδεύεις στο κόσμο, χωρίς αποσκευές, άδειος εντελώς, χωρίς  σκιές.
Μια άλλη φορά, ίσως-


 φωτογραφίες από τους συνταξιδιώτες  Επαμεινώνδα  Τερκενλή και   Ανδρέα  Αντωνόπουλο  ευχαριστούμε.








17 Φεβ 2010

Ε. ΕΟΤ


 Η πλαζ του Ε.Ο.Τ. το χειμώνα:  άδειες ξαπλώστρες, βρεγμένη άμμος, καθόλου σκιές.

Έξι μήνες μετά:  "Γιαγιά έχει τσούχτρες", "ΑΠΑΓΟΡΕΥΟΝΤΑΙ ΤΑ ΣΚΥΛΙΑ", καρτούν συνταξιούχοι, λαστιχένια παπούτσια,  γαλάζιο παγωτό, σαχλές ρακέτες.  "Η μικρή του χρόνου δεν θα ρχεται μαζί μας".

 Αντικείμενα άχρηστα που παίρνουν αξία, μόνο, κάθε καλοκαίρι.

6 Φεβ 2010

Δ. Το Δωμάτιο.


Το δωμάτιο μυρίζει μαγειρεμένο λάχανο, τα χέρια της  ΝΕΟ ULTRA FAIRY. Στο καφέ σκρίνιο η ζωή της όλη,  το χωριό, ο γάμος της, τα είκοσι τόσα χρόνια στις Γερμανίες. Κάθε κορνίζα κι ένα αγαπημένο πρόσωπο, κάθε δαντέλα κι ανάμνηση:  η παρέλαση του εγγονού , o γάμος του Γιώργου. Δεξιά,  το ρολόι και το ημερολόγιο, μετρούν τις ώρες και τις μέρες που φεύγουν έτσι, χωρίς αλλαγές, με το "τι θα φάμε αύριο;" ή με το  " έχει ψύχρα απόψε".  Αριστερά, επάνω στο σκαλιστό τραπεζάκι, φωτίζει το πιο ωραίο "λαμπατέρ", η τηλεόραση.
 Η "παλιά" ζωή συνεχίζεται, ερήμην μας. Όλα είναι ακόμα εδώ. Εικόνες και σύμβολα που συχνά "κατακρεουργήθηκαν"  από τον  "λυρικό" οίστρο  κατεστημένων στιχουργών και το μελό της παλαιάς αριστεράς,  και τελικά διαμόρφωσαν, ηθελημένα ή μη, τη μέση αισθητική και το πεδίο συγκίνησης, του  Νεοέλληνα:  Η καλή μαυροφορεμένη γριούλα, ο φτωχός αδικημένος με τα καθαρά χέρια και τη μεγάλη καρδιά, "το μερτικό μου απ' τη χαρά που το χουν πάρει άλλοι"...
Τώρα πια όμως, το μικροαστικό δυαράκι με την  κοντοκουρεμένη υπερήλικη μπορεί ν' αποδειχτεί σκέτος εφιάλτης. Πράγματα που παλαιότερα ίσως να ήταν αγνά και ταπεινά, τώρα έχουν καταντήσει βαρίδια  για όσους θέλουν να τρέξουν προς άλλες, νέες κι άγνωστες κατευθύνσεις.
Το δωμάτιο εξακολουθεί και υπάρχει, δεν μπορούμε να το αγνοούμε, ίσως να είναι εδώ για πάντα. Το δύσκολο είναι να το κοιτάξουμε σαν να το αντικρύζουμε για πρώτη φορά...




17 Νοε 2009

Γ. Το Γήπεδο.



Εθνικός Αλεξανδρούπολης, μπλε πλαστικά καθίσματα  , σπασμένοι προβολείς, και ένα γκράφιτι "welcome to hell". Ησυχία. Ένας γλάρος πετάει. To γήπεδο της πόλης περιμένει τη Κυριακή.
 Κυριακή παρά Κυριακή, μαζεύονται εδώ οι λιγοστοί  φίλαθλοι.  Άνδρες , με μπλε  κασκόλ ροκανίζουν το κυριακάτικο απόγευμα τους, μασουλώντας, βαρετά σάντουιτς με λουκάνικο και μουστάρδα πριν αρχίσει το ματς.
Στο ματς σπάνια ακούς φωνές χαράς, πιό συχνά ακούς το προπονητή να γαβγίζει σε κάθε σφύριγμα. Σαν γνήσιος Έλληνας, αισθάνεται διαρκώς αδικημένος και του ρχεται να σκάσει.
  Στα γήπεδα η Ελλάδα , άλλοτε, αναστέναζε. Μετά αναστέναζε κάτω απ’'το μπαλκόνι ενός ηγέτη, πιο πρόσφατα στα σκυλάδικα ή στη Τιβι, τώρα πια δεν ξέρω... Ίσως έχει ξεχάσει γιατί αναστενάζει.
 Το εγχώριο ποδόσφαιρο, παραπαίει ξανά, η μνήμη των ημερών του Euro μοιράζεται πλάι στα " Τραγούδια του Αγώνα", στις Κυριακάτικες Εφημερίδες.
 Χλιαρός καιρός στη πόλη του Φάρου. 17η Νοεμβρίου με νοτιά που σε αρρωσταίνει. Δύο παιδιά με  βερμούδες περπατούν ανάλαφρα προς το έρημο γήπεδο. Στο σχολείο τους, για μια ακόμη φορά, «γιόρτασαν» μηχανικά και στείρα τις παλιές εκείνες μέρες. Η φωτιά έγινε σύνθημα και το σύνθημα, συνήθεια. Στο άδειο γήπεδο, τουλάχιστον, είναι προφυλαγμένα απ’ το αφόρητο και, για χιλιοστή φορά, κακοπαιγμένο  «Της Δικαιοσύνης Ήλιε Νοητέ», και τον βαρετό λόγο των αρμοδίων καθηγητών, για τα διάφορα «νοήματα» και «μηνύματα» της επετείου. Ίσως σ' αυτό το άδειο γήπεδο, έχει κανείς την απαραίτητη ησυχία, για να δει τα πράγματα πιο καθαρά.





6 Νοε 2009

Γ. Οι Γέροι.


Τους προσπερνάω μες τη βιασύνη μου, ενώ αυτοί πάνε σιγά -σιγά . Tους βλέπω πίσω από μπαλκονόπορτες, αργές σκιές μπροστά τη τηλεόραση.  Από το πρωί περιμένουν, το μεσημεριανό φαγητό, το βραδινό δελτίο. Ο κόσμος τους είναι στενός: Aπ’ το κρεβάτι, στο παράθυρο και μετά στη πολυθρόνα.  Οι έγνοιες τους μικρές : να βάλουν μέσα τον βασιλικό, να ταΐσουν τα γατιά. Γι αυτούς, το 2009 που φεύγει δεν διέφερε σε τίποτα απ’ το 2008, κάθε Κυριακή θα πιουν το ημίγλυκο τους, αυτό που άλλοτε τους έκανε να τραγουδούν και τώρα πια , τους κάνει πιο βουβούς. Οι γέροι δεν μιλούν πια, δεν έχουν αυταπάτες, ακόμα κι αυτοί που είναι πλούσιοι είναι πια «φτωχοί», δεν έχουν πια όνειρα. Η εφημερίδα, τους φέρνει ύπνο, οι αλλαγές εκνευρισμό. Φοβούνται να μείνουν μόνοι, μα και παρέα να χουν, πάλι μόνοι μένουν, βουτώντας στη σιωπή.
 Πώς να μιλήσεις για τους γέρους της πόλης ; Από ποια σκοπιά;  Όλοι είμαστε μελλοντικοί γέροι. Μήπως καλύτερα πρέπει να μιλάμε για «πρώην» νέους, ή καλύτερα για παιδιά που γέμισαν ρυτίδες; Oι ηλικιωμένοι της Αλεξανδρούπολης δε διαφέρουν και πολύ απ’ αυτούς της Αθήνας(ή του Παρισιού), άλλωστε, όπως λέει κι ο Ζακ Μπρελ,  σε μια «επαρχία» ζεις έτσι κι αλλιώς, όταν ζεις τόσο πολύ .

κι' ακολουθεί αυτό
ή αυτό:


Jacques Brel
LES VIEUX
1963


Les vieux ne parlent plus ou alors seulement parfois du bout des yeux
Même riches ils sont pauvres, ils n'ont plus d'illusions et n'ont qu'un coeur pour deux
Chez eux ça sent le thym, le propre, la lavande et le verbe d'antan
Que l'on vive à Paris on vit tous en province quand on vit trop longtemps
Est-ce d'avoir trop ri que leur voix se lézarde quand ils parlent d'hier
Et d'avoir trop pleuré que des larmes encore leur perlent aux paupières
Et s'ils tremblent un peu est-ce de voir vieillir la pendule d'argent
Qui ronronne au salon, qui dit oui qui dit non, qui dit: je vous attends

Les vieux ne rêvent plus, leurs livres s'ensommeillent, leurs pianos sont fermés
Le petit chat est mort, le muscat du dimanche ne les fait plus chanter
Les vieux ne bougent plus leurs gestes ont trop de rides leur monde est trop petit
Du lit à la fenêtre, puis du lit au fauteuil et puis du lit au lit
Et s'ils sortent encore bras dessus bras dessous tout habillés de raide
C'est pour suivre au soleil l'enterrement d'un plus vieux, l'enterrement d'une plus laide
Et le temps d'un sanglot, oublier toute une heure la pendule d'argent
Qui ronronne au salon, qui dit oui qui dit non, et puis qui les attend

Les vieux ne meurent pas, ils s'endorment un jour et dorment trop longtemps
Ils se tiennent la main, ils ont peur de se perdre et se perdent pourtant
Et l'autre reste là, le meilleur ou le pire, le doux ou le sévère
Cela n'importe pas, celui des deux qui reste se retrouve en enfer
Vous le verrez peut-être, vous la verrez parfois en pluie et en chagrin
Traverser le présent en s'excusant déjà de n'être pas plus loin
Et fuir devant vous une dernière fois la pendule d'argent
Qui ronronne au salon, qui dit oui qui dit non, qui leur dit: je t'attends
Qui ronronne au salon, qui dit oui qui dit non et puis qui nous attend.


28 Οκτ 2009

Β. O Βασιλιάς


Αυτός είναι ο Βασιλιάς Αλέξανδρος ο Α'. Ευγενής, ήπιος και διακριτικός σαν Ευρωπαίος. Θολός και μακρινός σαν παλιά φωτογραφία.Η ηγεμονία του ήταν σύντομη, το ίδιο και η ζωή του. Στη Wikipedia διαβάζω ότι , απ' τους βασιλείς του σύγχρονου ελληνικού κράτους, αυτός ήταν ο πλέον συμπαθής, στη μνήμη του  λαού, μιας και δεν επενέβαινε στο έργο του πρωθυπουργού Βενιζέλου, στηρίζοντας, μάλιστα, όλες τις επιλογές του. Πέθανε νέος, στα εικοσιεπτά του.
  Δεν μου αρέσουν καθόλου οι Βασιλείς. Ούτε στη ζωή, ούτε στα παραμύθια, ούτε στη Ποπ Κουλτούρα. Ο Μάικλ Τζάκσον απ' τη στιγμή που φυλάκισε την ατίθαση μαύρη ψυχή του μέσα σ' ένα αλα Ντίσνει, εφιαλτικό κάστρο, έπαψε να με ενδιαφέρει.Το ίδιο και ο Έλβις, αγνοώ  την "βασιλική' του περίοδο . Τον προτιμούσα στις πρώτες "ηλιόλουστες' ηχογραφήσεις (SUN  RECORDS)  τότε που τραγουδούσε ανέμελα το "Τhat's Allright Mama". Στην Ελλάδα, ίσως, οι μόνοι βασιλείς που συμπαθώ  είναι αυτοί των Τσιγγάνων. Ο Κωνσταντίνος Γλίξμπουργκ , ο τέως μονάρχης, μου φαίνεται απλά ένας νερόβραστος εβδομηντάρης κύριος των τένις κλαμπ και της ολυμπιακής ιδέας, αλλά τίποτε παραπάνω.  Η Βασίλισσα Ελισσαβετ ,μου είναι το ίδιο συμπαθής, πια, με τον Τζόνι Ρότεν, που ως, θλιβερό μεσήλικο κόμικ πλέον, τραγουδάει το "Ο ΘΕΟΣ ΑΣ ΣΩΖΕΙ ΤΗ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ" για το χλιαρό κοινό του τέλους της πρώτης δεκαετίας του αιώνα μας.
Στην, ούτε δύο αιώνων, σύγχρονη Ελλάδα, οι επίσημοι μονάρχες, δικαίως , ήταν μισητά πρόσωπα και "ξένο" σώμα.  Παρατηρώ όμως τη φωτογραφία του, σαν ήρωα από αγγλικό μυθιστόρημα, νεαρού βασιλιά και σκέφτομαι ότι κάποιοι άνθρωποι δεν μπορούν να ξεφύγουν ποτέ απ' το ρόλο τους. Για κάποιους η απλή ζωή, όπου τα λάθη παραμένουν ανθρώπινα και δεν προκαλούν πολέμους ή εθνικούς σπαραγμούς, και οι ερωτοδουλειές λέγονται απλά σεξ και δεν προκαλούν διαδόχους, είναι πράγμα πολύ πιο ακριβό από έναν θρόνο. Και ανέφικτο, επίσης. Πολλοί με ευγενική ψυχή, πεθάναν μ' αυτό το καημό, μέσα σε ολόχρυσα παλάτια, πιο δυστυχισμένοι κι απ' τους φυλακισμένους.
Σκληρά, αντιμετωπίζουμε όλοι, σ' αυτό το τόπο,  τους διάφορους "πρώην" και τους "τέως". Κάποιοι απ' αυτούς, το αξίζουν, άλλοι πάλι όχι. Γενικά ξεχνούμε γρήγορα ή θυμόμαστε ότι μας αρέσει.Σε μια χώρα που, κάποτε, ήξερε να περιθάλπει τους, κάθε λογής, ηττημένους και εκπεσόντες , τώρα κυριαρχούν  μικροί καθημερινοί "μονάρχες", με τα βίτσια τους,τον εγωισμό τους,  κοντόφθαλμοι και ρηχοί.

Τώρα θα μου πείτε γιατί τα γράφω όλα αυτά και τι σχέση έχει ένας βραχύβιος βασιλιάς με το υποκειμενικό μου λεξικό; Απλά, προς τιμή του, η πόλη για την οποία γράφω, από Δεδέαγατς ( τουρκικά: γέρικο δέντρο) βαπτίστηκε Αλεξανδρούπολη.

ΥΓ  Ο Αλέξανδρος ο Α'  πέθανε στο βασιλικό κτήμα Τατοΐου από  δάγκωμα πιθήκου. Αντιγράφω από Wiki:
Η διατύπωση του τελευταίου ιατρικού δελτίου ήταν πολύ άκομψη, μοναδική στη νεότερη ελληνική ιστορία:
"Μετά βραχείαν αγωνία, καθ΄ ην η Αυτού Μεγαλειότης κατελήφθη υπό σπασμωδικών κινήσεων του προσώπου, εξέπνευσε περί 4ην και 12 λεπτά μετά μεσημβρίαν"





21 Οκτ 2009

Α. Ανθρωπογεωγραφία. 2. Πρόγονοι, Παρελθόν, Μνήμη.


     Περνάω με το ποδήλατο από τη παραλία της Αλεξανδρούπολης.
 Χονδροειδείς επαύλεις,  δημόσιες υπηρεσίες σαν κουτιά, τα  κτίρια των τελευταίων τριάντα τόσο χρόνων διεκδικούν με αξιώσεις το πανελλήνιο πρωτάθλημα κακογουστιάς. Τα κιτρινισμένα φύλλα πέφτουν απαλά χαρίζοντας μια φθινοπωρινή πατίνα  στα προαναφερθέντα. Πέφτουν κι επάνω στα μνημεία. Πέφτουν και πάνω στην Αρμένικη Εκκλησία του Αγίου Ιωάννη του Καραμπέτ (Προδρόμου), που πνίγεται από τις πολυκατοικίες.
Στο πάρκο του, άσχημου, Μνημείου των Ποντίων, παρέες ηλικιωμένων αντρών παίζουν χαρτιά και επιτραπέζια επάνω σε παγκάκια,  πειράζονται σαν παιδιά σε μιαν άγνωστη μου  γλώσσα.  «Ρωσσοπόντιους» τους αποκαλούν οι άλλοι.  Η ομιλίες τους, απλώνονται σιγά σιγά στον αέρα της πόλης, μιας πόλης χωρίς «βαθύ» παρελθόν, που μέχρι πρότινος αρνιόταν ότι της θύμιζε,  την Ανατολή, τις μακρινές της ρίζες, υιοθετώντας ένα ψευτομοντέρνο, αφόρητα ελλαδίτικο,  προφίλ.

 Αρκεί μια προφορά, ένας φροντισμένος κήπος ή ένα μυρωδάτο φαγητό από το διπλανό σπίτι, για να σου υπενθυμίσει ότι κάτω από το μπετόν, κάτω απ’ το βιαστικά, βαλμένο ένδυμα του εκσυγχρονισμού, κυλάει , σαν υπόγειο ποτάμι, η παλιά ζωή, οι άνθρωποι και οι ιστορίες τους. Ποιος ο λόγος να θυμηθούμε; Πως είναι δυνατόν να «θυμηθούμε», πράγματα που δεν έχουμε ζήσει…

Αντιπαθώ, φοβερά το στόμφο που ορισμένοι χρησιμοποιούν για να μιλήσουν για τους «προγόνους». Εκεί την πατάμε συνήθως στην Ελλάδα, έννοιες όπως «πρόγονοι», «μνήμη», «παρελθόν», μας κολλάνε συνήθως στα ίδια, αντί να μας ξεκολλάνε προς τα μπρος. Οι  πόλεις, η ζωή η ίδια έχει αλλάξει. Τώρα έχουμε, περισσότερο από ποτέ, ανάγκη για  φωνές σύγχρονες, ανθρώπινες, για πράξεις που να μιλάνε με ειλικρίνεια και (γιατί όχι;) με γόνιμο χιούμορ για όλα τα παραπάνω. Όπως αντιπαθώ τους πομπώδεις προγονόπληκτους, απεχθάνομαι εξίσου, κι όσους ζουν τη μοντέρνα ζωούλα τους,  ανάλαφρα και ανέμελα, χωρίς ούτε ένα τόσο δα ράγισμα, μια μικρή ρωγμή, ένα μικρό τσαλάκωμα από το παρελθόν.
Μεγάλωσα σε σχολεία των αρχών της δεκαετίας του ’90, με βιβλία και δασκάλους ανήμπορους, να μου μεταδώσουν τη συγκίνηση που νιώθει κανείς όταν καταλαβαίνει ότι ένα πράγμα «παλιό» μπορεί να αφορά το τώρα, ότι ένα πράγμα πρωτόγνωρο, σύγχρονο μπορεί να κουβαλάει επάνω του, αιώνες ολόκληρους. Το κατάλαβα αυτό, αργότερα, αλλά και τότε έπρεπε να αντιμετωπίσω τη «γοητεία» των ωραίων πραγμάτων του παρελθόντος που θαύμαζα και ζούσα , σαν όλα να συνέβαιναν εκείνη τη στιγμή. Τώρα είμαι μόνος μου, σε μια πόλη του βορρά, και κάνω ποδήλατο.


Κάνω ποδήλατο, σε μια φθινοπωρινή πολιτεία του 21ου αιώνα, που προσποιείται ότι δεν έχει μάτια για το παρελθόν, που κλείνει τ’ αυτιά της στις φωνές των Ρωμαίων, Βυζαντινών κι Οθωμανών, Μικρασιατών, Αρμενίων, Εβραίων, Ρώσων και Βουλγάρων και τόσων άλλων, που κάποτε περπάτησαν εδώ γύρω, έστω και για λίγο.
Τώρα πια ξέρω, και δεν ανησυχώ, πως  κάθε πόλη έχει τα ‘μυστικά’ της. Κι’ η Αλεξανδρούπολη, που δεν το δείχνει, ίσως έχει τα περισσότερα.

14 Οκτ 2009

Α. Ανθρωπογεωγραφία. 1. Νεκροί και Μνημεία.




Άνθρωποι πάνε κι έρχονται διαρκώς. Οι παλαιοί δίνουν τη θέση τους στους νέους. Σε κάποιο σπίτι κάποιοι πανηγυρίζουν, σε κάποιο άλλο, λυπούνται. Δεν πάει πολύς καιρός,  ,που, περνώντας ένα βράδυ από έναν πεζόδρομο ,  είδα από μια ορθάνοιχτη πόρτα να ξενυχτάνε ένα νεκρό. Το σπίτι ήταν κατάφωτο σαν σε γιορτή, γυναίκες στα μαύρα μιλούσαν χαμηλόφωνα γύρω από το στολισμένο φέρετρο. Τα κάδρα με τις φωτογραφίες έτσι όπως ήταν τοποθετημένα, ακριβώς πάνω απ’ το κεφάλι του πεθαμένου, έμοιαζαν με τις αναμνήσεις του , εικόνες μιας ζωής, που ξαφνικά πάγωσαν, ακινητοποιήθηκαν και κρεμάστηκαν. Για αυτούς που έχουν φύγει, μένουν μόνο οι φωτογραφίες, στοιχεία που, αντί να κρατήσουν ζεστή τη μνήμη τους, υπογραμμίζουν το πόσο μακρινή και δυσβάσταχτη  είναι η απόσταση μεταξύ ζωής και θανάτου, μεταξύ του τότε και του τώρα.  Άλλοτε πάλι οι ζωντανοί της πόλης τιμούν αυτούς που «έφυγαν» , δίνουν τα ονόματα τους σε δρόμους, πλατείες, και πολιτιστικούς συλλόγους, απονεκρώνοντας έτσι, τη πιο ζωντανή πλευρά τους. Στο τέλος ξεχνάς εντελώς, ότι όλα αυτά τα μαρμάρινα ονόματα, ήταν κάποτε άνθρωποι ζωντανοί που περπατούσαν, ίδρωναν, γλεντούσαν κάπου εδώ. Όπου και να ψάξω μες στην πόλη, δεν βρίσκω ούτε ένα μνημείο που να θυμίζει ανθρώπους που έζησαν, όλα θυμίζουν νεκρούς.

30 Σεπ 2009

Α. Το Αεροδρόμιο

Έφτασα ως εδώ διασχίζοντας μια ρημαγμένη γη, όλο εργοστάσια και αντιπροσωπείες αυτοκινήτων. Αεροδρόμιο Αλεξανδρούπολης «Δημόκριτος»,    τέλος Σεπτεμβρίου, απόγευμα.  Ανακαινισμένο και λευκό, με ντιζάιν που εκπέμπει μαζικότητα και βαρεμάρα. Δεν υπάρχει τίποτα για να πιαστείς,  να ξεχαστείς, απλά ακολουθείς τις επιγραφές, τις αφίξεις και τις αναχωρήσεις. Θα μπορούσες να βρίσκεσαι οπουδήποτε. Όπως  στα περισσότερα αεροδρόμια, η έννοια «τοπικός», πέρα από κάτι αφίσες με κάτι «WELCOME ΤΟ THRACE”,ακυρώνεται. Oι ανακοινώσεις στα μεγάφωνα γίνονται από κορίτσια  χωρίς προφορά, χωρίς  πατρίδα. Η πατρίδα τους είναι το γκισέ τους. Έτσι όταν, καμιά φορά, ακούσεις, στα ξαφνικά, μια ντοπιολαλιά, μια βαριά θρακιώτικη προφορά, γυρνάς έκπληκτος να δεις από πού προέρχεται. Οι επιβάτες, εδώ, είναι κυρίως μικρές ομάδες νεαρών  ,που το βλέμμα τους, και τα κάπως άτσαλα φορεμένα ρούχα τους, μαρτυρούν πως είναι αδειούχοι φαντάροι. Πίνουν κακάο και χαζογελάν για τ’ αθλητικά, παριστάνοντας τους «πολίτες». Aυτοί , μαζί με τους, σαφώς πιο άνετους, φοιτητές, αποτελούν τον βασικό πυρήνα των  επιβατών. Στην άκρη, μια οικογένεια Πομάκων, χαζεύει, στη μεγάλη τζαμαρία, το επίπεδο θρακικό τοπίο.     
Yπάρχει κάτι που ενώνει όλους εμάς που γεννηθήκαμε στα μέσα της δεκαετίας του ’70 και μετά.   Είμαστε οι γενιές των αεροδρομίων. To αεροπλάνο τείνει  να γίνει, πια, το κτελ του 21ου αιώνα. Ότι ήταν για τους παλαιότερους οι σιδηροδρομικοί σταθμοί και  τα λιμάνια, με τους αποχωρισμούς, τις  επανασυνδέσεις και ότι συμβόλιζαν αυτά, είναι για μας τα οξυζενέ κτίρια με τα μεγάλα τζάμια και τις αχανείς, γκρίζες πίστες. Εδώ το πεδίο είναι σχετικά καινούργιο, η ομοιομορφία του, δεν επιτρέπει ηρωικούς μελοδραματισμούς. Το μόνο που μπορεί να δει κανείς, εδώ, είναι χαμηλόφωνες φευγάτες ιστορίες από φευγάτους ανθρώπους.   Τα αεροδρόμια είναι οι μόνιμες κατοικίες του προσωρινού, οι ναοί του στιγμιαίου.
Ποτέ δεν είχα την αυτοπεποίθηση του «αεροπόρου με τις  γκρίζες φαβορίτες», Κώστα Πρέκα.  Κάθε φορά που μπαίνω σε αεροδρόμιο, ψάχνω βιαστικός να βρω τα γκισέ, και έτσι ξεχνώ τις «φιλολογίες» για το θέμα αυτό. Στο  «Δημόκριτος», συνήθως φτάνω αργά τ’ απόγευμα, για να ταξιδέψω στην Αθήνα. Με το που τελειώσω το «τσεκάρισμα», όμως,μια μαγική αίσθηση διακτινισμού με διακατέχει, και ξαφνικά όλα μου θυμίζουν το προορισμό μου. Αφήνοντας το κτίριο για να μπω στο αεροπλάνο, και καθώς ο αέρας με χτυπάει αλύπητα, νιώθω ήδη ότι διασχίζω τη Σταδίου, βράδυ.



24 Σεπ 2009

A. Τα Αδέσποτα


Τα αδέσποτα είναι τα πιο ελεύθερα πλάσματα της πόλης. Δεν δίνουν σημασία σε τίποτε, κοιμούνται όταν οι άλλοι δουλεύουν, τεμπελιάζουν κάτω απ’ τον ασπριδερό ήλιο του βορρά όταν όλοι πηγαινοέρχονται προσποιούμενοι τους πολυάσχολους , καβαλάνε το ένα το άλλο χωρίς ενδοιασμούς δίπλα στα παιδάκια που παίζουν στο πάρκο.  Μιλώ κυρίως για σκύλους. Πιστεύω πως η έννοια αδέσποτο είναι ταυτισμένη περισσότερο με σκύλο, σπάνια με γάτα. Οι γάτες είναι σκληρές, είναι ο εαυτούλης τους, ζούνε  εκ του ασφαλούς. Οι γάτες σαν κλέφτρες εμφανίζονται στην αγορά, παίρνουν ότι θέλουν, και μετά σαν κλέφτρες, πάλι, εξαφανίζονται. Οι σκύλοι, αντίθετα, θα μείνουν εκεί, πιστοί, ακόμα και αν τα ρολά κλείσουν. Οι γάτες φυλάγονται, αυτοσυντηρούνται όπου κι αν βρίσκονται, ενώ οι σκύλοι όταν χάνουν το αφεντικό τους, , χάνουν τη πυξίδα τους, βιώνουν σε βάθος τη μοίρα του να είναι κάποιος αδέσποτος ,είναι τραγικές φιγούρες. Είναι όμως και κωμικές. Τους βλέπω σε αγέλες να διασχίζουν τους δρόμους του κέντρου, δήθεν αδιάφοροι, σαν να ετοιμάζονται για μια μεγάλη αποστολή. Οι αρχηγοί μπροστά,  και οι πιο μαλθακοί και άτσαλοι , τελευταίοι και καταϊδρωμένοι. Νομίζεις ότι βλέπεις μια ανθρώπινη παρέα. Υπάρχουν όλες οι αποχρώσεις: οι χειραφετημένοι, οι δειλοί, οι «φλώροι», με κάτι περίτεχνα λουράκια, που χάθηκαν απ’ τ’ αφεντικά τους και τα βρήκαν σκούρα στους πέντε δρόμους.  Στα μάτια τους διαβάζεις τη ζωή τους,  συχνά θα δεις δάκρυα. Υπάρχουν και φορές που παρατηρώντας τους θα θυμηθείς έναν αστείο μακρινό σου θείο…
 Γυρνώντας με το ποδήλατο συναντώ συχνά τον Ζαχαρία. Είναι ο Μιλού της περιοχής (τον Τεντεν δεν τον έχω βρει ακόμα), πολλοί τον ξέρουν με τ’ όνομα του.  Τριγυρνάει στους πεζοδρόμους των καφέ και χλευάζει τους διάφορους ψωροπερήφανους που προσπαθούν να ενταχθούν στη ντόπια «ελίτ». Άλλες φορές πάλι παρενοχλεί τα άλλα, πιο γέρικα, αδέσποτα, που  ξαπλώνουν σε διάφορες γωνίες των δρόμων παριστάνοντας τα (κοιμισμένα) αγάλματα. Όταν όμως, έρχεται τ΄ απόγευμα και αρχίζει να πιάνει η ψύχρα, ο Ζαχαρίας κόβει την πλάκα και κάθεται και κοιτάζει τα μεγάλα σκουριασμένα πλοία που κάθονται ,χρόνια τώρα, στο λιμάνι . Τότε, σίγουρα, νιώθει έναν κόμπο στο λαιμό.


18 Σεπ 2009

Ιστορίες απ' το Φάρο




Καμιά φορά δυσκολευόμαστε να μιλήσουμε για τα πράγματα που είναι γύρω μας, δίπλα μας  : τους δικούς μας, τους φίλους μας, την γειτονιά μας, την πόλη που ζούμε. Μας είναι πιο εύκολο όταν μιλάμε για έννοιες, πιο γενικές, πιο αφηρημένες. Το οικείο όταν ξεφεύγει από το μονότονο βουητό της καθημερινότητας και εγκαθίσταται σε μια λευκή ήσυχη επιφάνεια, μοιάζει ανοίκειο, ξένο. Σχεδόν δεν θέλουμε να το δούμε.  Όταν κλείνω την πόρτα, αρχίζω ένα έργο ή ανοίγω τον υπολογιστή ξεχνώ αυτά που θέλω να πω . Κοιτάζω το λευκό, το απόλυτο άδειο, αμφιβάλλοντας για το αν θα πρεπε να το γεμίσω πάλι, ή αν θα πρεπε να περιμένω λίγο να ησυχάσουν όλα , μήπως καταφέρω  κι ακούσω τη μυστική μελωδία του...

Τα ποστ που θ' ακολουθήσουν θα έχουν ως γενικό θέμα τη πόλη που (κυρίως) ζω, την Αλεξανδρούπολη. Θα είναι μικρά, ελπίζω όχι κουραστικά, κείμενα που θα μοιάζουν με βόλτα  στην πόλη. Κάτι σαν ημερολόγιο ποδηλάτου ή σαν ένα προσωπικό, εντελώς υποκειμενικό λεξικό . Ελπίζω  να μπορέσουν να ξεπεράσουν τον εαυτό τους, τη σφιχτή επαρχιακή τους ατμόσφαιρα, και να καταφέρουν να σας μιλήσουν, σαν να μιλάνε λίγο και για τη δική σας πόλη.






9 Σεπ 2009

Στη θέση τους

- Μέρες Σεπτεμβρίου, στην Αλεξανδρούπολη ξανά, τίποτα δεν άλλαξε θέση, ούτε ο Φάρος της, ούτε το Λούνα Παρκ της, ούτε το Μνημείο των Ποντίων της, ούτε οι γέροι της, ούτε ο Μητροπολίτης της. Όλα είναι στη θέση τους.
-Οι βροχερές μέρες ήρθαν στην πόλη πιο νωρίς φέτος. μαζί τους έφεραν: «γλυκιά ρουτίνα», κατοικίδιους τσακωμούς, καινούργιες δουλειές, σχέδια.
-Εκλογές ανέκδοτο και οι φετινές. Στη πλατεία ένα συνεργείο στήνει το βάθρο για την ομιλία του Παπανδρέου, οι ίδιοι δείχνουν να βαριούνται, ο καιρός δείχνει να βαριέται (ψιλοβρέχει), οι περαστικοί προσπερνάνε ανόρεχτα. Μπροστά σε κάτι γιγαντοοθόνες μια αγέλη σκύλων ξύνεται.
-Γκρίζο το Θρακικό Πέλαγος σήμερα. Η γραμμή του ορίζοντα μόλις που φαίνεται, δεν ξέρεις που τελειώνει το επίπεδο της θάλασσας και που αρχίζει εκείνο τ’ ουρανού. Οι φόρμες καταλύονται, όλα μοιάζουν «αφηρημένα» , μ’ ένα βαθύτερο, εσωτερικό φως, σαν πίνακας του Ρόθκο ,σε μαύρο, άσπρο και γκρίζο όμως.
-Επιστροφή στη ζωγραφική, ονειρεύομαι ξανά τελειωμένα έργα, ζηλεύω την προσήλωση Lucien Freud, την επινοητικότητα του Francis Bacon, τη χάρη του David Hockney, το «σενάριο» του Neo Rauch, την άνεση των Ιαπώνων.

-Εδώ πάνω δεν υπάρχει χώρος για εξαλλοσύνες και έκφραση, «εκφράζονται» μόνο όσοι τα δίνουν όλα κάθε Σάββατο στα χάι τεκ μπουζουξίδικα. Οι άλλοι, αν είναι τυχεροί, φεύγουν απ’ τη πόλη, οι υπόλοιποι «βράζουν» μέσα τους, το κάνουν ιδιωτικά, για να μην τους πάρει κανείς χαμπάρι.
-Θα ήθελα παρόλα αυτά να δω κάποιους να επιμένουν, να κάθονται στο τόπο τους από επιλογή και με χαρά να φτιάχνουν πράγματα που να έχουν «εντοπιότητα» μ' ένα μοναδικό αλλά και σύγχρονο τρόπο: ένα περίεργο εστιατόριο, μία διαφορετική επιχείρηση επίπλων, μία βιοτεχνία καταπληκτικής μαρμελάδας…
-Νομίζω πως αυτό είναι μια λύση.

-Αλλιώς όλα θα μένουν στη θέση τους, συνεχώς.

2 Σεπ 2009

Γι' αυτό που αρχίζει...


Τις τελευταίες μέρες ένοιωθα σαν ταλαιπωρημένο, κοντομάνικο μπλουζάκι, που ξέβαψε απ’ τ’ αλάτι και τον ήλιο. άλλο ένα μακρύ (πολύ μακρύ) ελληνικό καλοκαίρι, έδωσε τη θέση του σ’ έναν ανακουφιστικό Σεπτέμβριο. Τώρα ζευγάρια συνταξιούχων κολυμπούν στου ΕΟΤ τις παραλίες, οι ξαπλώστρες αδειανές, οι πόρτες μισάνοιχτες στις ριγέ καμπίνες.
Θα κρατηθώ να μη μιλήσω για στάχτες κι αυθαίρετα. Λυπάμαι, κυρίως για τα δέντρα και τα ζώα που χάνονται αβοήθητα, για τη κανονικότητα που εξοντώνεται ξεδιάντροπα, για την ασχήμια που εγκαθίσταται σιγά-σιγά παντού, γύρω μας και μέσα μας.
Θα ήμουν, όμως, υποκριτής εάν έλεγα ότι δεν το χάρηκα αυτό το καλοκαίρι: Φίλοι παλιοί ανακατεύτηκαν με άλλους καινούργιους, ροδαλοί μπέμπηδες εισέβαλαν ηχηρά στη καθημερινότητα μας, ένα πεισματάρικο ντεσεβό με ταλαιπώρησε ευχάριστα στη Χίο ,αν και ποτέ στ' αλήθεια, παρ όλη τη προσπάθεια, δεν πήρε μπρος ...
Τώρα είναι Σεπτέμβριος ξανά, η πιο ωραία εποχή του χρόνου. Ένας εξουθενωμένος Έλληνας Πρωθυπουργός απ’ το διπλανό δωμάτιο αναγγέλλει εκλογές. Τώρα πολλοί μέσα κι έξω απ’ το διαδίκτυο θα συνεχίζουν να μετατρέπουν την αγανάκτηση τους σε επάγγελμα, τις όποιες αυθόρμητες κινήσεις τους σε ασφυχτικά «πρέπει». Λείπει από παντού , η αποφασιστικότητα και η ελπίδα. Κείμενα, εκπομπές και άνθρωποι όταν δεν βουλιάζουν στη μοιρολατρία, εκπέμπουν μια χαζοαισιοδοξία που είναι φοβερά εκνευριστική.
Δεν ξέρω τι να ευχηθώ γι’ αυτό που αρχίζει…

13 Νοε 2008

Η ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗ Υποκειμενικά


Βγαίνω βόλτα στην Αλεξανδρούπολη μ' ένα μαυρόασπρο ποδήλατο. Καμιά φορά αγνοείς τα πράγματα που είναι δίπλα σου. Νομίζεις ότι τα σημαντικά βρίσκονται κάπου αλλού, κι' ότι εσύ απλώς ζεις περιμένοντας τα. Η περιφέρεια, όπως και το κέντρο, έχουν αλλάξει πολύ το τελευταίο καιρό. Κάτι καινούργιο ετοιμάζεται. Σε λίγο οι τόποι που ζούμε ,για κάποιους, θα γίνουν αγνώριστοι. Παρατηρώ τους ανθρώπους στα καφέ, αμίλητοι μπροστά σε οθόνες που όσο πάει και μεγαλώνουν. Παρακολουθούν βουβά, τη καταστροφή του ποδοσφαίρου, τη φθορά της πολιτικής. Όλοι οι μοναχικοί άνθρωποι, ξεσκάνε μοναχικά. Πως να περιγράψεις τη κοινοτοπία, πως να αποδώσεις όλη αυτή τη "καινουργίλα";
Τα απογεύματα, κάθομαι και ζωγραφίζω αυτά που βλέπω και σκέφτομαι, πλαδαρές φιγούρες με γυαλιστερά σορτς μπροστά από καντίνες χρώματος φιστικί.Χρησιμοποιώ επίτηδες ξινά "αντιπαθητικά" χρώματα. Για τις λεπτομέρειες κοιτάζω συχνά τον Van Eyck και τον Peter Brueghel. Ζωγραφίζω μια επαρχία αζωγράφιστη, χωρίς την ανάγκη να αναπολήσω (να αναπολήσω τί;), ούτε όμως και να χλευάσω, όπως θα κανε το οποιοδήποτε συνεπές κωλόπαιδο της εποχής μας. Με τραβάει το γεγονός ότι μέσα σ' ολον αυτόν τον ίλιγγο, κάποιος εξακολουθεί να μπαινοβγαίνει σε μισοσκότεινες πόρτες, κάποιος χειρονομεί μπροστά στο ηλιοβασίλεμα, κάποια ξανθιά κυρία άφησε κάτω τις σακούλες της γιατί εντελώς ξαφνικά "λύγισε". Οι άνθρωποι, όπως άλλωστε οτιδήποτε ζωντανό , αντιστέκονται στην υστερία του "τέλειου" και στο "σιδέρωμα" ραγίζοντας και κάνοντας άλλα αντί άλλων. Πολλές φορές λάμπουν γι' αυτές ακριβώς τις "ατέλειες" (αρκεί να μην το πολυκαταλάβουν). Έτσι είναι και η Αλεξανδρούπολη,έτσι είναι και οι περισσότερες πόλεις στην Ελλάδα, σήμερα.Ντύνονται ομοιόμορφα, παριστάνουν τις "Αθηναίες", ενώ, κατά βάθος το "σώμα" τους αντιστέκεται σθεναρά στην ισοπέδωση.

www.slowfood.com

επισκεπτεσ:

count website traffic

Αναγνώστες