28 Οκτ 2009

Β. O Βασιλιάς


Αυτός είναι ο Βασιλιάς Αλέξανδρος ο Α'. Ευγενής, ήπιος και διακριτικός σαν Ευρωπαίος. Θολός και μακρινός σαν παλιά φωτογραφία.Η ηγεμονία του ήταν σύντομη, το ίδιο και η ζωή του. Στη Wikipedia διαβάζω ότι , απ' τους βασιλείς του σύγχρονου ελληνικού κράτους, αυτός ήταν ο πλέον συμπαθής, στη μνήμη του  λαού, μιας και δεν επενέβαινε στο έργο του πρωθυπουργού Βενιζέλου, στηρίζοντας, μάλιστα, όλες τις επιλογές του. Πέθανε νέος, στα εικοσιεπτά του.
  Δεν μου αρέσουν καθόλου οι Βασιλείς. Ούτε στη ζωή, ούτε στα παραμύθια, ούτε στη Ποπ Κουλτούρα. Ο Μάικλ Τζάκσον απ' τη στιγμή που φυλάκισε την ατίθαση μαύρη ψυχή του μέσα σ' ένα αλα Ντίσνει, εφιαλτικό κάστρο, έπαψε να με ενδιαφέρει.Το ίδιο και ο Έλβις, αγνοώ  την "βασιλική' του περίοδο . Τον προτιμούσα στις πρώτες "ηλιόλουστες' ηχογραφήσεις (SUN  RECORDS)  τότε που τραγουδούσε ανέμελα το "Τhat's Allright Mama". Στην Ελλάδα, ίσως, οι μόνοι βασιλείς που συμπαθώ  είναι αυτοί των Τσιγγάνων. Ο Κωνσταντίνος Γλίξμπουργκ , ο τέως μονάρχης, μου φαίνεται απλά ένας νερόβραστος εβδομηντάρης κύριος των τένις κλαμπ και της ολυμπιακής ιδέας, αλλά τίποτε παραπάνω.  Η Βασίλισσα Ελισσαβετ ,μου είναι το ίδιο συμπαθής, πια, με τον Τζόνι Ρότεν, που ως, θλιβερό μεσήλικο κόμικ πλέον, τραγουδάει το "Ο ΘΕΟΣ ΑΣ ΣΩΖΕΙ ΤΗ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ" για το χλιαρό κοινό του τέλους της πρώτης δεκαετίας του αιώνα μας.
Στην, ούτε δύο αιώνων, σύγχρονη Ελλάδα, οι επίσημοι μονάρχες, δικαίως , ήταν μισητά πρόσωπα και "ξένο" σώμα.  Παρατηρώ όμως τη φωτογραφία του, σαν ήρωα από αγγλικό μυθιστόρημα, νεαρού βασιλιά και σκέφτομαι ότι κάποιοι άνθρωποι δεν μπορούν να ξεφύγουν ποτέ απ' το ρόλο τους. Για κάποιους η απλή ζωή, όπου τα λάθη παραμένουν ανθρώπινα και δεν προκαλούν πολέμους ή εθνικούς σπαραγμούς, και οι ερωτοδουλειές λέγονται απλά σεξ και δεν προκαλούν διαδόχους, είναι πράγμα πολύ πιο ακριβό από έναν θρόνο. Και ανέφικτο, επίσης. Πολλοί με ευγενική ψυχή, πεθάναν μ' αυτό το καημό, μέσα σε ολόχρυσα παλάτια, πιο δυστυχισμένοι κι απ' τους φυλακισμένους.
Σκληρά, αντιμετωπίζουμε όλοι, σ' αυτό το τόπο,  τους διάφορους "πρώην" και τους "τέως". Κάποιοι απ' αυτούς, το αξίζουν, άλλοι πάλι όχι. Γενικά ξεχνούμε γρήγορα ή θυμόμαστε ότι μας αρέσει.Σε μια χώρα που, κάποτε, ήξερε να περιθάλπει τους, κάθε λογής, ηττημένους και εκπεσόντες , τώρα κυριαρχούν  μικροί καθημερινοί "μονάρχες", με τα βίτσια τους,τον εγωισμό τους,  κοντόφθαλμοι και ρηχοί.

Τώρα θα μου πείτε γιατί τα γράφω όλα αυτά και τι σχέση έχει ένας βραχύβιος βασιλιάς με το υποκειμενικό μου λεξικό; Απλά, προς τιμή του, η πόλη για την οποία γράφω, από Δεδέαγατς ( τουρκικά: γέρικο δέντρο) βαπτίστηκε Αλεξανδρούπολη.

ΥΓ  Ο Αλέξανδρος ο Α'  πέθανε στο βασιλικό κτήμα Τατοΐου από  δάγκωμα πιθήκου. Αντιγράφω από Wiki:
Η διατύπωση του τελευταίου ιατρικού δελτίου ήταν πολύ άκομψη, μοναδική στη νεότερη ελληνική ιστορία:
"Μετά βραχείαν αγωνία, καθ΄ ην η Αυτού Μεγαλειότης κατελήφθη υπό σπασμωδικών κινήσεων του προσώπου, εξέπνευσε περί 4ην και 12 λεπτά μετά μεσημβρίαν"





21 Οκτ 2009

Α. Ανθρωπογεωγραφία. 2. Πρόγονοι, Παρελθόν, Μνήμη.


     Περνάω με το ποδήλατο από τη παραλία της Αλεξανδρούπολης.
 Χονδροειδείς επαύλεις,  δημόσιες υπηρεσίες σαν κουτιά, τα  κτίρια των τελευταίων τριάντα τόσο χρόνων διεκδικούν με αξιώσεις το πανελλήνιο πρωτάθλημα κακογουστιάς. Τα κιτρινισμένα φύλλα πέφτουν απαλά χαρίζοντας μια φθινοπωρινή πατίνα  στα προαναφερθέντα. Πέφτουν κι επάνω στα μνημεία. Πέφτουν και πάνω στην Αρμένικη Εκκλησία του Αγίου Ιωάννη του Καραμπέτ (Προδρόμου), που πνίγεται από τις πολυκατοικίες.
Στο πάρκο του, άσχημου, Μνημείου των Ποντίων, παρέες ηλικιωμένων αντρών παίζουν χαρτιά και επιτραπέζια επάνω σε παγκάκια,  πειράζονται σαν παιδιά σε μιαν άγνωστη μου  γλώσσα.  «Ρωσσοπόντιους» τους αποκαλούν οι άλλοι.  Η ομιλίες τους, απλώνονται σιγά σιγά στον αέρα της πόλης, μιας πόλης χωρίς «βαθύ» παρελθόν, που μέχρι πρότινος αρνιόταν ότι της θύμιζε,  την Ανατολή, τις μακρινές της ρίζες, υιοθετώντας ένα ψευτομοντέρνο, αφόρητα ελλαδίτικο,  προφίλ.

 Αρκεί μια προφορά, ένας φροντισμένος κήπος ή ένα μυρωδάτο φαγητό από το διπλανό σπίτι, για να σου υπενθυμίσει ότι κάτω από το μπετόν, κάτω απ’ το βιαστικά, βαλμένο ένδυμα του εκσυγχρονισμού, κυλάει , σαν υπόγειο ποτάμι, η παλιά ζωή, οι άνθρωποι και οι ιστορίες τους. Ποιος ο λόγος να θυμηθούμε; Πως είναι δυνατόν να «θυμηθούμε», πράγματα που δεν έχουμε ζήσει…

Αντιπαθώ, φοβερά το στόμφο που ορισμένοι χρησιμοποιούν για να μιλήσουν για τους «προγόνους». Εκεί την πατάμε συνήθως στην Ελλάδα, έννοιες όπως «πρόγονοι», «μνήμη», «παρελθόν», μας κολλάνε συνήθως στα ίδια, αντί να μας ξεκολλάνε προς τα μπρος. Οι  πόλεις, η ζωή η ίδια έχει αλλάξει. Τώρα έχουμε, περισσότερο από ποτέ, ανάγκη για  φωνές σύγχρονες, ανθρώπινες, για πράξεις που να μιλάνε με ειλικρίνεια και (γιατί όχι;) με γόνιμο χιούμορ για όλα τα παραπάνω. Όπως αντιπαθώ τους πομπώδεις προγονόπληκτους, απεχθάνομαι εξίσου, κι όσους ζουν τη μοντέρνα ζωούλα τους,  ανάλαφρα και ανέμελα, χωρίς ούτε ένα τόσο δα ράγισμα, μια μικρή ρωγμή, ένα μικρό τσαλάκωμα από το παρελθόν.
Μεγάλωσα σε σχολεία των αρχών της δεκαετίας του ’90, με βιβλία και δασκάλους ανήμπορους, να μου μεταδώσουν τη συγκίνηση που νιώθει κανείς όταν καταλαβαίνει ότι ένα πράγμα «παλιό» μπορεί να αφορά το τώρα, ότι ένα πράγμα πρωτόγνωρο, σύγχρονο μπορεί να κουβαλάει επάνω του, αιώνες ολόκληρους. Το κατάλαβα αυτό, αργότερα, αλλά και τότε έπρεπε να αντιμετωπίσω τη «γοητεία» των ωραίων πραγμάτων του παρελθόντος που θαύμαζα και ζούσα , σαν όλα να συνέβαιναν εκείνη τη στιγμή. Τώρα είμαι μόνος μου, σε μια πόλη του βορρά, και κάνω ποδήλατο.


Κάνω ποδήλατο, σε μια φθινοπωρινή πολιτεία του 21ου αιώνα, που προσποιείται ότι δεν έχει μάτια για το παρελθόν, που κλείνει τ’ αυτιά της στις φωνές των Ρωμαίων, Βυζαντινών κι Οθωμανών, Μικρασιατών, Αρμενίων, Εβραίων, Ρώσων και Βουλγάρων και τόσων άλλων, που κάποτε περπάτησαν εδώ γύρω, έστω και για λίγο.
Τώρα πια ξέρω, και δεν ανησυχώ, πως  κάθε πόλη έχει τα ‘μυστικά’ της. Κι’ η Αλεξανδρούπολη, που δεν το δείχνει, ίσως έχει τα περισσότερα.

14 Οκτ 2009

Α. Ανθρωπογεωγραφία. 1. Νεκροί και Μνημεία.




Άνθρωποι πάνε κι έρχονται διαρκώς. Οι παλαιοί δίνουν τη θέση τους στους νέους. Σε κάποιο σπίτι κάποιοι πανηγυρίζουν, σε κάποιο άλλο, λυπούνται. Δεν πάει πολύς καιρός,  ,που, περνώντας ένα βράδυ από έναν πεζόδρομο ,  είδα από μια ορθάνοιχτη πόρτα να ξενυχτάνε ένα νεκρό. Το σπίτι ήταν κατάφωτο σαν σε γιορτή, γυναίκες στα μαύρα μιλούσαν χαμηλόφωνα γύρω από το στολισμένο φέρετρο. Τα κάδρα με τις φωτογραφίες έτσι όπως ήταν τοποθετημένα, ακριβώς πάνω απ’ το κεφάλι του πεθαμένου, έμοιαζαν με τις αναμνήσεις του , εικόνες μιας ζωής, που ξαφνικά πάγωσαν, ακινητοποιήθηκαν και κρεμάστηκαν. Για αυτούς που έχουν φύγει, μένουν μόνο οι φωτογραφίες, στοιχεία που, αντί να κρατήσουν ζεστή τη μνήμη τους, υπογραμμίζουν το πόσο μακρινή και δυσβάσταχτη  είναι η απόσταση μεταξύ ζωής και θανάτου, μεταξύ του τότε και του τώρα.  Άλλοτε πάλι οι ζωντανοί της πόλης τιμούν αυτούς που «έφυγαν» , δίνουν τα ονόματα τους σε δρόμους, πλατείες, και πολιτιστικούς συλλόγους, απονεκρώνοντας έτσι, τη πιο ζωντανή πλευρά τους. Στο τέλος ξεχνάς εντελώς, ότι όλα αυτά τα μαρμάρινα ονόματα, ήταν κάποτε άνθρωποι ζωντανοί που περπατούσαν, ίδρωναν, γλεντούσαν κάπου εδώ. Όπου και να ψάξω μες στην πόλη, δεν βρίσκω ούτε ένα μνημείο που να θυμίζει ανθρώπους που έζησαν, όλα θυμίζουν νεκρούς.

αρχείο

www.slowfood.com

επισκεπτεσ:

count website traffic

Αναγνώστες