Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αθήνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αθήνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

26 Δεκ 2019

Όλα μες τη γιορτή είναι

Το μεσημέρι κρύο. Ο ουρανός γκρι μολυβί. Η αγορά  ανοιχτή με όλα τα λαμπάκια της αναμμένα. Ακόμα και τα χασάπικα δείχνουν γιορτινά αυτές τις μέρες: οι χασάπηδες είναι γλυκομίλητοι, τα λουκάνικα, κρεμασμένα και κόκκινα όπως είναι, δεν χρειάζονται γιρλάντες, είναι από μόνα τους «γιρλάντες». Αστεράκια αναβοσβήνουν αυτιστικά πάνω απ τα αναψοκοκκινισμένα πρόσωπα αυτών που ψωνίζουν και που τρέχουν να τα προλάβουν όλα. Μια τέτοια βόλτα, με συνδέει με τις αντίστοιχες βόλτες που έκανα κάθε χρόνο τέτοιες μέρες με τον πατέρα μου, στη Βαρβάκειο και στα Πέριξ. Απ το ’90 μέχρι και όλη τη δεκαετία του 2000. Η Αθήνα άλλαζε, αλλά οι μυρωδιές και οι ήχοι έμεναν σταθεροί. Απ’ τα μοδάτα μαγαζιά έβγαινε ο ήχος εφησυχασμένης τζαζ που σου έφτιαχνε πάντα τη διάθεση. Ξαφνικά εισέβαλαν απ έξω χαρωποί  γύφτοι  με κλαρίνα. Χαρά θεού. Μετά περνώντας τα σιντάδικα της Σοφοκλέους άκουγες όλα τα τελευταία σουξέ. Μπορεί να τα προσπερνούσαμε αδιάφορα τότε, αλλά σίγουρα τώρα παραδεχόμαστε σχεδόν όλοι πως αποτυπώνουν, με τον τρόπο τους, την εποχή εκείνη:
«Δε μ’ ενδιαφέρει αν έχεις όνομα στην πιάτσα/ και δυνατές στη Σοφοκλέους μετοχές/ δε μ’ ενδιαφέρει αν έχεις γυμνασμένα μπράτσα/ και κάρτα Αμέρικαν Εξπρές. Γιατί σού λείπει αυτό που ψάχνω εγώ να βρω/ μα δεν το ’χει όμως κανείς σας/ κι έχω βαρεθεί μαζί σας/ όλοι οι άντρες ίδια φάτσα/ τάζετ’ ουρανούς με τ’ άστρα. /Μα κανείς δεν έχει αυτό που συνέχεια αναζητώ/ Αυτό το κάτι που θέλω/ που θα με κάνει σαν τρελή να σε θέλω».
2000 Θεσσαλονίκη Έναρξη Πύλη Αξιού.Καίτη Γαρμπή Σάκης Ρουβάς
Η βόλτα στην αγορά τελείωσε, επιστρέφω σπίτι μισοζαλισμένος. Επιμένω ν' ανοίγω, απ το πρωί ως το βράδυ, τα λαμπάκια στο δέντρο, που κατά βάθος είναι το πιο ωραίο πράγμα επάνω στο δέντρο και θα μπορούσαν να υπάρχουν και χωρίς αυτό. Περιμένοντας το γιορτινό τραπέζι βάζω ν’ ακούσω τα «Άπαντα» του Elvis, παραδοσιακά πλέον, από την υπέροχη Sun περίοδό του έως τα χρόνια του Vegas και του φυστικοβούτυρου. Συχνά λερώνω, κατά λάθος, τα εξώφυλλα των CD με τα μελομακάρονα.
Το πρωί έχουν προηγηθεί τα κάλαντα απ’ τα λιγοστά πια παιδάκια. Τους ανοίγω πάντα με χαρά. Κι εγώ μικρός τα έλεγα και τρίγωνο είχα κι απ’ όλα. Το έθιμο κρατούσε ακόμα στις πολυκατοικίες και στις αλάνες της δεκαετίας του 80. Όλο λέω  ότι θα γιορτάσω ως «παραδοσιακός άνθρωπος» χωρίς ποτέ να έχω γνωρίσει πραγματικά την Παράδοση: Καραβάκι με λαμπάκια, εκκλησία την παραμονή, παραδοσιακά κάλαντα, ανάγνωση Παπαδιαμάντη, όλα αυτά τα ωραία πράγματα που μοιάζουν σα να έρχονται από άλλη χώρα ή άλλο πλανήτη, και που για την ώρα τα λυμαίνονται οι πιουρίστες, συχνά στο όνομα μιας «καθαρότητας» και χωρίς συναίσθημα. Η «καθαρότητα» όμως δεν αφήνει χώρο στην απόλαυση. Και οι παλιοί μπερδεμένα τα έκαναν και νεωτερισμούς εισήγαγαν κι απ’ όλα. Όλα μες τη γιορτή είναι. Εγώ πάντως κάθε χρόνο βάζω τα Ελληνικά Κάλαντα, τον ιστορικό δίσκο της Δόμνας Σαμίου και τον απολαμβάνω μες το διαμέρισμα. 
R 10697402 1502608393 1842.jpeg
Με τον Αη Βασίλη ήμουν πάντα καχύποπτος. Θυμάμαι εκείνη την πολαροιντ απ’ τα Χριστούγεννα του 1979 προς 1980. Ήταν στο Μινιόν. Ήμουν γύρω στα τέσσερα και  στα ηχεία του πολυκαταστήματος πρέπει να έπαιζε κάτι σαν το «Να με παίρνανε τα σύννεφα» σε ντίσκο εκδοχή με τη Μαρινέλλα. Η φωτογραφία με δείχνει να χτυπιέμαι κατακόκκινος απ’ το κλάμα στα γόνατα ενός ενοχλημένου Αη βασίλη με στραβή, μάλιστα, γενειάδα. Προφανώς ο τύπος θα ήταν υπάλληλος του καταστήματος και θα ήταν κάπως σκασμένος απ’ την κοπιαστική ημέρα και δεν θα είχε και πολλή υπομονή μ’ εμένα. Τώρα τον καταλαβαίνω. Λίγο μετά το Μινιόν κάηκε, εν μέσω εορταστικής περιόδου μάλιστα.
minion17
Όλα άλλαξαν απότομα, ο απηυδισμένος υπάλληλος του Μινιόν που παρίστανε τον Αη Βασίλη μπορεί να ψήφισε ΠΑΣΟΚ, ίσως και να μπήκε στο Δημόσιο και μετά τέρμα η στολή. Ησύχασε. Εγώ βέβαια εξακολούθησα να μην συμπαθώ πολύ τον τύπο με τα κόκκινα και τη γενειάδα.
Προτιμώ τους δικούς μου προσωπικούς «Αγιοβασίληδες».
Το ελληνικό τραγούδι έχει αρκετούς. Πρώτος και καλύτερος και κλασσικότερος ο Σαββόπουλος, τουλάχιστον αυτός έχει βγάλει δισκάρες. Μετά ο Τζίμης Πανούσης, ένας άγιος με το «διάολο» μέσα του. Ο Μανώλης Ρασούλης θα μπορούσε, επίσης,  να είναι ένας παραπονιάρης Έλληνας Άγιος Βασίλης. Ήταν βιβλική φιγούρα ο αγαπημένος τραγουδοποιός. Ένας άλλος, πιο εναλλακτικός, βγαλμένος κι αυτός λες απ’ την Αγία Γραφή, είναι ο Ψαραντώνης, αν και τώρα που το σκέφτομαι ταιριάζει καλύτερα με τον Αη Γιάννη τον Πρόδρομο. Ο Π.Ε. Δημητριάδης είναι, επίσης, μια πρόταση στις μέρες μας, για το εγγύς μέλλον.
«Πάει ο παλιός ο χροοόνος ας γιορτάσουμε παιδιααα!»
Ακούω τους γιους μου να το τραγουδάνε κι εγώ σκέφτομαι τα παρακάτω.
Ήμουν γελαστό παιδάκι και μάλλον γι’ αυτό το λόγο η δασκάλα με είχε διαλέξει στην Α’ Δημοτικού να κάνω το Νέο Χρόνο με τα Δώρα. Μου χαν φορέσει, μάλιστα,  ένα στέμμα κι ένα πορτοκαλί ύφασμα σαν κάπα. Ένας μουτρωμένος συμμαθητής μου, καλό φιλαράκι, ενσάρκωνε τον Παλιό τον Χρόνο. Εγώ αν υπολογίζω καλά τώρα,  παρίστανα το 1981, χρονιά  μεταξύ άλλων του μεγάλου σεισμού της Αθήνας, της Θύρας 7 και του ερχομού του ΠΑΣΟΚ στην Εξουσία. Τα συμπεράσματα δικά σας.
Κάποια άλλη πρωτοχρονιά στη Θεσσαλονίκη που είχα πάει με τους γονείς μου είχα δει κάτι πολύ περίεργο, σαν όραμα, κάτι άσχετο με το θέμα ίσως, αλλά που μες στο μυαλό μου, έχει και κάποια σχέση. Μέναμε σ’ ένα ξενοδοχείο και τη βραδιά της παραμονής είδα το Μανώλη Αγγελόπουλο, να περιμένει σοβαρός στη ρεσεψιόν. Φορούσε γούνινο παλτό και είχε μακριά λαδωμένα μαλλιά, ήταν σαν ροκ σταρ, ένας περήφανος βασιλιάς των τσιγγάνων. Προφανώς θα ετοιμαζόταν να τραγουδήσει σε κάποιο κέντρο για το ρεβεγιόν. Εκείνη τη νύχτα, κάποιοι θεσσαλονικείς θα άλλαξαν τη χρονιά με τα «Μαύρα μάτια σου» και το «Αμάν Κουζουμ Αμάν Γιαβρούμ».
A 1022137 1433429177 6370.jpeg
Μ’ αυτά και μ’ αυτά ήρθε η στιγμή για το γιορτινό τραπέζι. Εκεί κυριαρχεί πάντα η θαλπωρή και η άφεση αμαρτιών, έστω και με τη μορφή ανακωχής για λίγες ώρες. Γενικώς  όλοι προσπαθούν να δείξουν και να φερθούν γιορτινά. Φιλιά, γέλια, δώρα. Εορταστικά προγράμματα με ζεϊμπεκιές στη τιβί,  που κανείς δε βλέπει. Μια άστοχη κουβέντα ή ένα δηλητηριώδες πολιτικό σχόλιο, μπορεί να οδηγήσει τη βραδιά σε ένα μικρό οικογενειακό δράμα, παρόμοιο μ αυτό που εκτυλίσσεται στο Festen  του Vinterberg.  Όλα μες τη γιορτή είναι εξάλλου. Και όλα μπερδεύονται με τη μυρωδιά της γεμιστής γαλοπούλας ή του χοιρινού με τα δαμάσκηνα που ψήνεται, το κόκκινο κρασί και τη φωνή του Bing Crosby και των υπόλοιπων γιορτινών crooners. Φωνές ζεστές, παρηγορητικές, απ’ τα βάθη του χρόνου, σαν να ίπτανται πάνω απ’ τα κεφάλια μας ή να σιγοντάρουν πίσω απ’ τα έπιπλα καθ’ όλη τη διάρκεια του τραπεζιού. Αυτό οφείλεται τις πιο πολλές φορές στην πλούσια δισκοθήκη του θείου μας που ξεσκονίζεται επιμελώς απ’ το πρωί. Τελικά νομίζω στο τέλος της βραδιάς επικρατεί πάντα μια γλυκεία κούραση και η αγάπη. Ακόμα και στην εποχή που έβραζε το αίμα μας, εμείς βαριόμασταν τελικά να βγούμε έξω στο κρύο και να βρούμε τους φίλους μας σε κάποιο ροκ μπαρ με κουτάκια μπύρας. Το γιορτινό τραπέζι είχε, τότε, για μας, κάτι το ζεστό και γλυκό άλλα και ευνουχιστικό μαζί
Την ώρα του γλυκού, όταν η βραδιά έχει προχωρήσει, παίζουν, σαν από μόνες τους πια, σκόρπιες μουσικές. Συγκινούμαι πάντα με την επιβλητική μελωδία του "Hark the Herald Angel Sing", σε όλες του τις εκτελέσεις, μ αρέσει και κει που ο Σαββόπουλος την εντάσσει στο δικό του «Σχόλιο»: «Γύρω στο '48/ πέρασα από κει κι εγώ». Τα Χριστούγεννα είναι παντού, απ’ την Οξφόρδη έως τη Μακρόνησο.
Κάποιοι στο τέλος πια, χυμένοι στους καναπέδες λίγο πριν τη μέθη ή τον ύπνο, αλλάζουν τα κανάλια της τηλεόρασης. Το κουτί, ο χλωμός πρόγονος του Νέτφλιξ, παίζει ανόρεχτα, όπως κάθε χρόνο τέτοιες μέρες, το ίδιο σήριαλ: όλοι οι αμφιλεγόμενοι ηγέτες της υφηλίου (φέτος ξεχωρίζει πάλι ο Donald Trump) προσποιούνται τους καλούς, μοιράζουν ευχές για ειρήνη και οι γυναίκες τους συμφωνούν κουνώντας το κεφάλι τους. Μετά αρχίζουν οι ανασκοπήσεις, η χρονιά περνάει μπροστά απ’ τα μάτια μας σαν ταινία του Γαβρά. Και μετά σειρά έχουν οι δικοί μας. Ο Πρόεδρος και οι πολιτικοί αρχηγοί, ακόμα και ο Γενικός Γραμματέας του ΚΚΕ, δείχνουν με τον τρόπο τους γιορτινοί, μοιράζουν ευχές και αισιοδοξία σ’ έναν κόσμο απαλλαγμένο απ την καθημερινή τριβή, σ’ έναν κόσμο δηλαδή που ουσιαστικά δεν υπήρξε ποτέ.
Και μετά, όταν οι αντιστάσεις πέφτουν εντελώς, η νύχτα παραδίνεται στη λαϊκοπόπ δήθεν ανεμελιά της ελληνικής τηλεόρασης, που είναι πια τόσο προβλέψιμη και συντηρητική. Εντούτοις εγώ  πάντοτε τη χαζεύω μαζοχιστικά. Δεν με πειράζει ο Βασίλης Καρράς, είναι με τον τρόπο του κι αυτός γιορτινός κι αυθεντικός, αλλά βαθιά μέσα μου έχω την ελπίδα ότι θα ‘ρθει κάποτε το βράδυ εκείνο που ο Π.Ε. Δημητριάδης των πρώην Κόρε. Ύδρο. θα τον παρουσιάζει ως οικοδεσπότης στη δική του χριστουγεννιάτικη εκπομπή.
   *Το κείμενο γράφτηκε για το site Sounds Greek to me

4 Οκτ 2017

Η Κική εκείνο το βράδυ




https://www.youtube.com/watch?v=g8SUnnwWHxM


Πρόλαβα ,ευτυχώς, να πάω κι εγώ, τέλος Σεπτεμβρίου, στη, φθινοπωρινή πια, Ταράτσα του Φοίβου. Ήταν, ίσως, η πιο πολυσυζητημένη της βραδιά. Εκλεκτός guest του Δεληβοριά ήταν ο Διονύσης Σαββόπουλος, ο «πατέρας» όλων των Ελλήνων τραγουδοποιών, παλαιοτέρων και νεωτέρων,  ο πρώτος που τόλμησε να τα πει με μια κιθάρα, με τόση ένταση και αποφασιστικότητα και, μάλιστα, σε βαθύτατα σκοτεινές εποχές. Ήμουν ιδιαίτερα συγκινημένος, αφού τους ξανάβλεπα μαζί στο πάλκο, μετά από σχεδόν είκοσι χρόνια. Φεβρουάριος του 1996, ήταν, θυμάμαι ,  τότε που τους είχα δει για πρώτη φορά μαζί  στη Σφεντόνα της λεωφόρου Αλεξάνδρας. Ήμουν είκοσι χρονών, είχα πάει πρώτη φορά σε τέτοιου είδους μαγαζί , με τρεις φίλους, κι εκεί είχα ακούσει , μεταξύ άλλων, το εξελληνισμένο Obladi Oblada,  αλλά και τα τραγούδια  απ  τον πιο πρόσφατο τότε κύκλο τραγουδιών του Σαββόπουλου τον «Μην πετάξεις τίποτα». Μαζί με τα παραπάνω  λοιπόν, άκουσα για πρώτη φορά   κι αυτό το παράξενα, όμορφο κι εθιστικά λάθος τονισμένο «Λιβερπούλ και Μαντσέστερ» απ την «Κική» του Δεληβοριά, αυτόν τον μικρό ατσούμπαλο στίχο που με φώτιζε παρηγορητικά, για πολύ καιρό αργότερα, στις βαρετές , υγρές, βάρδιες 12-4 , την ώρα που οι αρουραίοι έκαναν τσουλήθρα στους κάβους της πρύμνης της Φ/Γ Ναβαρίνο  όπου παρουσιάστηκα λίγους μήνες μετά από εκείνη τη βραδιά στη Σφεντόνα.

Τότε το ‘96 , αμήχανος καλεσμένος του Σαββόπουλου ήταν ο Φοίβος που ελάχιστοι μυημένοι τον γνωρίζαμε .  Τώρα ο τελευταίος έφτιαχνε την Ταράτσα, που βρισκόταν στο τέλος μιας σειράς καλοκαιρινών παραστάσεων - μια μεταφορά ονειρικού αναψυκτήριου στο σήμερα- με ζουμερές χορεύτριες, stand up comedians  και αδέξιους ταχυδακτυλουργούς .  Σ' αυτή τη  Φελινική παρέλαση ονομάτων, mainstream και μη , που δεν φοβήθηκαν να εμφανιστούν εκεί πάνω και να τα πουν μ’ ένα πιο burlesque τρόπο,  τελευταίος μουσαφίρης ήταν ο Σαββόπουλος και οικοδεσπότης πιά , όλο αυτοπεποίθηση πλέον, ο Δεληβοριάς. Οι ρόλοι είχαν αντιστραφεί.

Και δεν ήταν πια Καλοκαίρι, ούτε κυριολεκτικά, λόγω επιδείνωσης καιρού,  αλλά ούτε και μεταφορικά. Η ψυχολογία μου ήταν σαν πετρελαιοκηλίδα που απλώνεται μέρα με τη μέρα στο Σαρωνικό, καθώς είχα μπει για τα καλά στη φθινοπωρινή ρουτίνα, κι  ένας δυνατός ψυχρός άνεμος ήταν έτοιμος να τα σαρώσει όλα : χτύπαγε τέντες , στριφογύριζε με λύσσα τα αθώα χρωματιστά σημαιάκια πάνω απ την σκηνή, ανακάτευε τις παρτιτούρες, σκορπούσε νότες και λόγια και βάσεις μικροφώνων, ακόμα κι αυτό το πελώριο μπουκέτο από  τριαντάφυλλα με την επιγραφή «Η Ταράτσα Του Φοίβου» πηγαινοερχόταν απειλητικά (νομίζω, πάντως πως κάποιος μου είπε πως ήταν από φελιζόλ και να έπεφτε δεν θα έκανε μεγάλη ζημιά), και φυσικά ανέμιζε και τα λευκά γένια και τα ατακτοποίητα ξέφτια απ την κοτσίδα του Δ.Σ. κάνοντας τον έτσι, μαζί και με τα παιχνιδίσματα του προβολέα και τη ένταση της ερμηνείας του,  να μοιάζει με βιβλική φιγούρα. 

Μου έκανε μεγάλη εντύπωση  η επανεκτέλεση της «Κικής κάθε Βράδυ» απ τους δυο , μετά από σχεδόν 20 έτη. Και ιδιαίτερα το σημείο που ο Σαββόπουλος το αλλάζει και λέει "Αλβανοί και  Ναύτες Γέροι, όλοι μου οι συγγενείς!" εντάσσοντας το έτσι  στο δικό του δημιουργικό σύμπαν.  Αυτή ακριβώς  η στιγμή κι όχι η κάπως αόριστη (κι αγχωτική) προσδοκία για μια βραδιά μέθεξης, ήταν νομίζω το ‘κλειδί’ της επιτυχίας της προχθεσινής βραδιάς στην Ταράτσα. Μικρά ρίγη συγκίνησης. Έτσι κι αλλιώς οι εποχές είναι ζόρικες, όχι  με την έννοια της «σκοτεινιάς», της δυσκολίας των χρόνων που ξεκινούσε ο Σαββόπουλος, αλλά με την έννοια της μιζέριας που επιμένει, μιας αίσθησης ότι μετά από κάτι πραγματικά καλό που είναι δυστυχώς σύντομο ,  ακολουθεί σωρεία κακών που σε προσγειώνουν σε μια επίπεδη πραγματικότητα. Και δυστυχώς αυτό  το παραδεχόμαστε όλο και πιο πολύ και ίσως αυτή η παραδοχή , αυτή η κατάφαση στην πραγματικότητα , μας κάνει να ψάχνουμε , εναγωνίως, σαν φωτάκια  στο σκοτάδι τις λιγοστές στιγμές που αξίζουν . Ο Δεληβοριάς ίσως πρώτος το κατάλαβε αυτό και  γι αυτό στο πάλκο, φορώντας το γαλάζιο κουστούμι του διασκεδαστή, έδειχνε να μην σκοτίζεται για το  μεγάλο «νόημα» , ήθελε απλώς να οργανώσει, ανακαλώντας και ανακατεύοντας πράγματα και πρόσωπα που αγαπάει, μια καλοστημένη παράσταση για να ψυχαγωγηθεί ο κόσμος , γι αυτό και η ερμηνεία του, ειδικά στην «Κική» είχε , όχι πια το  τραύλισμα του ’96, αλλά μια σιγουριά αληθινή που ωρίμασε σταδιακά όλα αυτά τα χρόνια. Και είχε, προχθές, δίπλα του, τον πρώτο διδάξαντα, αυτόν που είδε πρώτος το τραγούδι, ελληνικό ή μη, ως ένα ενιαίο τοπίο, άλλοτε συναρπαστικό, άλλοτε ενδιαφέρον, άλλοτε θολό, άλλοτε βαρετό, αλλά πάντοτε ενιαίο. Όπως ακριβώς και  η ζωή. Μικρής διάρκειας στιγμές, μικρές φυσαλίδες συγκίνησης και υπέρβασης είναι αυτές που αλλάζουν το τοπίο , αλλά και τη ζωή μας.

Εν κατακλείδι , η διασκέδαση και η συγκίνηση , αυτά τα τόσο παρεξηγημένα και ταλαιπωρημένα κορίτσια των νεανικών μας χρόνων , πρωταγωνίστησαν πάλι προχθές το βράδυ στην Ταράτσα, χωρίς τύψεις και παρακινούμενες απ την καλειδοσκοπική ματιά του Δεληβοριά και την παρουσία-καταλύτη του Σαββόπουλου . Το τοπίο έγινε και πάλι ενδιαφέρον. Αργότερα ίσως να έρθει ξανά και το "νόημα".

10 Σεπ 2017

Αντεστραμμένος Σεπτέμβριος





Kι ύστερα εκεί γύρω στα τέλη Αυγούστου, αρχές Σεπτέμβρη επιστρέφεις στην πόλη. Στην αρχή σου λένε πως σ’ επιθύμησαν, αλλά γρήγορα καταλαβαίνεις πως έτσι μιλάνε στις πόλεις, ειδικά σ’ αυτή την πόλη. «Τι έγινες;” “Που χάθηκες;” Kαι μετά τα λόγια χάνουν τον ήχο τους και «πουφ» σκορπίζονται στον αττικό ουρανό. Λόγια της αιθαλομίχλης. Εν τω μεταξύ εσύ βγάζεις τα χαβανέζικα πουκάμισα κι αρχίζεις σιγά σιγά να ξεβάφεις και να τρέχεις στο ρυθμό του Σεπτεμβρίου . Κάνεις πως το πιστεύεις. Όμως οι παχιές σκιές πάνω στα κτήρια, το θερμόμετρο των τριάντα και κάτι βαθμών Κελσίου και οι μαυρισμένες κοιλίτσες των κοριτσιών, φωνάζουν για λίγο ακόμα καλοκαίρι. Κι εσύ σταματάς απότομα κι αρχίζεις να έχεις μια ακατανίκητη επιθυμία για να κάνεις τα πιο ανορθόδοξα πράγματα μέσα στην πόλη. Π.χ. Να τραγουδάς χριστουγεννιάτικα τραγούδια πλάι στα τζιτζίκια που επιμένουν. Σχεδιάζεις κόλπα που θα σε κάνουν να βγεις έξω , έστω και για λίγο, απ αυτή την «προσαρμογή» που πρέπει μοιρολατρικά, σχεδόν, να αποδεχθείς . Έτσι αρχίζεις, για παράδειγμα, να διαβάζεις τα ονόματα των δρόμων ανάποδα: H  Λεωφόρος Αλεξάνδρας γίνεται Λεωφόρος Σαρδναξέλα  κι έτσι «μετακομίζει» νοητά σε μια γειτονιά της Νάπολι, η Φωκίωνος Νέγρη γίνεται πλατεία στη Μόσχα με το εντελώς «μοσχοβίτικο» Σονωικωφ Ηργέν  . Ο Κώστας αμέσως αμέσως μετατρέπεται σε Σατσώκ. Κι έτσι αποκτάς αυτόματα ένα Τσέχο φίλο. Εάν ήταν Σάτσεκ θα ήταν μάλλον Πολωνός. Μια Κατερίνα, που κανείς δεν την προσέχει, εάν γινόταν Ανιρετάκ , ίσως να φάνταζε πιο εξωτική και όλοι να ήθελαν να γνωρίσουν αυτό το πλάσμα που κρύβεται πίσω απ αυτό το αινιγματικό όνομα. Μα και ο Νίκος που χειμώνα- καλοκαίρι περνάει τις ώρες του μπροστά στο Pornhub , και που κι αυτό ακόμα έχει αρχίσει να το βαριέται , με μιαν ανάποδη ανάγνωση μεταμορφώνεται σε Σόκιν ,κι έτσι αποκτά τη χαμένη του σεξουαλική αυτοπεποίθηση και ξεχύνεται ορμητικός σαν Τυφώνας Ίρμα έξω στους δρόμους. Κι εσύ όλο και διασκεδάζεις μ’ αυτή σου την ανακάλυψη. Ο Σεπτέμβριος σου είναι πια γιορτή, ένα πανηγύρι αντεστραμμένων ονομάτων που βαριούνται την πραγματικότητα τους και γλεντάνε με τον άλλο τους εαυτό. Μέσα σ’ αυτό το παιχνίδι νιώθεις άλλος , ξένος που έρχεται από μακριά και που μεταμορφώνει τις πόλεις και τις κάνει καινούργιες, πιο ελπιδοφόρες. Κι ο μήνας Σοιρβμετπες  με το ακατανόητο όνομα δεν είναι άλλος απ τον πρώτο μήνα μετά το καλοκαίρι , που σημαίνει και αρχή της χρονιάς. Όλα αρχίζουν τώρα απ' την αρχή, για μια ακόμη φορά. Κι όταν πιά θα χει δροσίσει , θα αφήσεις το παιχνίδι των αντεστραμμένων ονομάτων στην άκρη , δεν θα έχεις ανάγκη πια τα κόλπα και τις μεταμφιέσεις, γιατί πλέον θα έχουμε μπει για τα καλά στο Χειμώνα .

4 Ιουν 2010

Στον Αφρό


Έπιασαν οι ζέστες.  Ηλικιωμένος εραστής βγάζει βόλτα  στη παραλία τον δεύτερο του γάμο, μια Βουλγάρα νοσοκόμα όλο νάζι. Τα δωμάτια με "θέα στη θάλασσα"  περιμένουν τους συνταξιούχους με τα κουπόνια απ' την Εργατική Εστία . Θα ξεκαλοκαιριάσουν κοιτώντας την ίδια θέα , αμίλητοι, μέχρι το βραδινό δελτίο των οκτώ. Ζευγάρια ηλικιωμένων, ζευγάρια νέων σαν ζευγάρια ηλικιωμένων.
Σε μια βιτρίνα φωτογραφείου, κορνιζαρισμένοι νεαροί νεόνυμφοι ποζάρουν αφύσικα ευτυχισμένοι, δίπλα σ' ένα συντριβάνι. . Ίσως, αργότερα, ένα κρύο βράδυ του χειμώνα,    η σχέση τους ν' "αυτοκτονήσει" με τα μαξιλάρια του καναπέ,  μπροστά σ' ένα σήριαλ.

Παντού κουβέντες στον αφρό, όλα ανακατεύονται γλυκά:  οι σαμπανιζέ ερωτικοί αναστεναγμοί άλλης μιας ξανθιάς, οι μεταγραφές του Θρύλου, η οικονομική κρίση. Όλα αντιμετωπίζονται  με μια αστεία, μελιστάλαχτη, σοβαρότητα. Τουλάχιστον εδώ ακόμα χαμογελάς. Στην Αθήνα, που κατέβηκα τις προάλλες, οι ταξιτζήδες αναλύουν και οι γριές δαγκώνουν. Μέσα σε ιδρωμένα τρόλεϊ, εκστομίζονται πολύ βαριά πράγματα, νομίζεις ότι όλα σε λίγο θα σκάσουν. 

Εδώ τουλάχιστον ο κόσμος, γκρινιάζει για τη κρίση, ενώ παράλληλα ποτίζει τις τριανταφυλλιές του.

"Οδηγίες για να νοιώσεις σίγουρη για τον εαυτό σου " γράφει στο εξώφυλλο ένα γυναικείο περιοδικό. Μόνο τα έντυπα συνεχίζουν να ναι σίγουρα.  Το μόνο για το οποίο εγώ αισθάνομαι σίγουρος, είναι ότι δεν θέλω  να βλέπω την κατάσταση σαν εξιδανικευμένη καρτ ποστάλ, αλλά ούτε και σαν κηδεία. Λίγο πιο δίπλα  ένας άνδρας χαζεύει, δήθεν ανέμελα, ένα πορνοπεριοδικό , και  στο μυαλό μου, αμέσως, έρχεται αυτή η σκηνή.
Καλό μας καλοκαίρι...






15 Ιουλ 2009

Βυθός και Επιφάνεια



Σηκώνεις το κεφάλι σου και βλέπεις τους ανθρώπους από κάτω. Είναι , όπως και συ, επισκέπτες του Νέου Μουσείου της Ακρόπολης. Στέκονται και περπατάνε ανυποψίαστοι στη, σαν θάλασσα, γυάλινη επιφάνεια. Και συ, σαν απ’ τον πάτο του βυθού, τους παρατηρείς. Είναι ευφυής ο τρόπος στησίματος του Νέου Μουσείου. Η παραπάνω εικόνα, μαζί με τόσες άλλες, το αποδεικνύει . Η σχέση βυθού-επιφάνειας είναι πανταχού παρούσα τόσο μέσα στο κτίριο, όσο και γύρω ( αλλά και κάτω) απ’ αυτό. Σαν βυθό που αποκαλύφθηκε, βλέπεις τη παλιά πόλη, κάτω από αλλεπάλληλα στρώματα αιώνων. Αρχαίοι διάδρομοι, πιθάρια και μωσαϊκά, φαίνονται κάτω απ’ το γυαλί. Ησυχία. Πάνω απ’ το γυαλί, η θορυβώδης επιφάνεια, οι φωνές των ξεναγών, οι φθαρτές ψηφιακές μηχανές και τα θνησιγενή ολσταράκια. Παρατηρείς τη σύγχρονη πόλη, μπετόν και γκαζόν, κατακόκκινοι τουρίστες που συνεχίζουν να φωτογραφίζουν τα πάντα, Πακιστανοί πουλάνε «σομπρέρο» στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου, μες το λιοπύρι. Η επιφάνεια αγνοεί ότι κάποτε κι’ αυτή θα γίνει βυθός. Ευτυχώς.

10 Ιουλ 2009

Κτίρια


Κτίρια, κτίρια, κτίρια : Είναι παντού, όπως και οι άνθρωποι, είναι αδύνατο να τα αγνοήσω, έχουν το δικό τους χαρακτήρα: κτίρια σοβαρά ή χαριτωμένα, κτίρια με έπαρση ή ταπεινότητα, όπως και οι άνθρωποι. Πολυκατοικίες αμέτρητες στις πόλεις, οικοδομήματα αυθαίρετα στην επαρχία, χαμογελαστές καντίνες, λυπημένες κολώνες, εμφανίζονται ξαφνικά στο πουθενά όταν ταξιδεύεις στην εθνική οδό, κτίσματα που ούτε προλαβαίνεις να τα φωτογραφίσεις, συγκρατείς απλώς κάποιες βασικές γραμμές.
Ζω σε μια χώρα που (σχεδόν) ότι βλέπω με πληγώνει. Έννοιες όπως «αισθητική», «ισορροπία», «συμμετρία», που άλλοτε εδώ ήταν αυτονόητες σαν τον αέρα και το νερό, είτε παρερμηνεύτηκαν, είτε «καταπατήθηκαν» πότε από τους διάφορους ευφάνταστους “ειδήμονες”, και πότε από τους «έχω χρήμα και κάνω ότι μου καπνίσει» άσχετους , δύο είδη που, δυστυχώς, αφθονούν στα μέρη μας.
Εγώ όμως εξακολουθώ να ζω εδώ πέρα, να περπατάω, να ταξιδεύω και ν’ ανακαλύπτω. Τις περισσότερες φορές βλέπω μια χώρα που δεν κατορθώνει να σέβεται τους κανόνες, αλλά ούτε και να τους ανατρέπει, μπας και βρει άλλους. Και αυτό δεν αφορά μόνο τα κτίρια, φυσικά. Απ’ την άλλη, εκεί που πάω να γκρινιάξω, βλέπω κάτι το τρομερά κιτς που ευφυώς καταφέρνει και στέκει, χάσκω μπροστά σε μια τυχαία κατασκευή ανεπιτήδευτης απλότητας, και έτσι προχωράω.
Πρέπει να ξαναδούμε τη χώρα μας, τη κάθε χώρα, επειγόντως και με ειλικρίνεια. Πρέπει να ξαναδούμε τα κτίρια, αλλά και τους ανθρώπους. Η Αθήνα μετά τη καταστροφή της αντιπαροχής , έζησε δεύτερη «καταστροφή» με τη στείρα νοσταλγία για τα νεοκλασικά και τη ισοπεδωτική βαρβαρότητα των γυάλινων κτιρίων. Τώρα σειρά έχουν όσοι ζουν εντός της. Στις μέρες μας, πια, το ζητούμενο δεν είναι η όποια αισθητική άποψη, αλλά το περιεχόμενο μιας πόλης, η μέσα ζωή της. Τώρα οι άνθρωποι ,στην Αθήνα κυρίως, ξεσπάνε βίαια, ολημερίς και ολονυχτίς εξασκούνται στο μίσος, υιοθετώντας εκ νέου σκοτεινά δόγματα. Η απουσία αρμονίας σε όλα τα επίπεδα, η εξουδετέρωση της «αρχιτεκτονικής» της καθημερινότητας των πόλεων και κυρίως της πρωτεύουσας , γέννησε αυτούς τους τρελαμένους και κουτούς ανθρώπους. Είναι οι σκοτεινοί πολίτες μιας σκοτεινής πολιτείας. Πολιτικές κοντόφθαλμες και άτολμες και μια κοινωνία που όταν δεν ξεχνιέται με «θριάμβους», αναπολεί τα περασμένα, είναι επόμενο να δώσει τροφή σε όλους αυτούς . Σαν ξεπεσμένοι τσιφλικάδες, όλο χολή, και με πρόσχημα την αγανάκτηση, κάποιοι οδηγούνται σε ανεκδιήγητες πρακτικές. Μια θολή τρέλα κυριαρχεί παντού.
Δεν μπορώ να τ’ αγνοώ όλα αυτά , και να τριγυρνώ στη πόλη σαν χαρούμενη πεταλουδίτσα.. Είναι αδύνατο να μιλάς μόνο για κτίρια, για δρόμους, για πλατείες, αγνοώντας τους ανθρώπους. Εμείς είμαστε η πόλη, εμείς είμαστε τα κτίρια.

www.slowfood.com

επισκεπτεσ:

count website traffic

Αναγνώστες