Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ζωγραφική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ζωγραφική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

17 Μαΐ 2011

"Η Χώρα Των Πεζών"


"Στο πρόσωπο ενός θεωρούμενου σήμερα ελάσσονος ζωγράφου, του Constantine Gyus, εντόπισε ο Charles Baudelaire τον κύριο εκφραστή της οξυδερκούς παρατήρησης του, γοητευτικού και απειλητικού συνάμα, κόσμου που αναδυόταν στις μεγαλουπόλεις της Δύσης και ειδικότερα στο Παρίσι της Δεύτερης Αυτοκρατορίας, κατά το δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα. «Ζωγράφο της Μοντέρνας Ζωής» τον χαρακτήρισε, καθώς ο Gyus “απαθανάτισε” όλα τα καινοφανή χαρακτηριστικά της εποχής του, χρησιμοποιώντας μια ζωγραφική γλώσσα εντελώς διαφορετική από τον ακαδημαϊκό νεοκλασικισμό. Ο πολιτικά ανατρεπτικός ρεαλισμός του Courbet είχε προηγηθεί και ο προ-ιμπρεσιονιστικός τολμηρός σχολιασμός του Manet θα ακολουθούσε. Ο Gyus δημιούργησε τα περισσότερα έργα του εγγράφοντας στο συνειδητό των θεατών και αναγνωστών του αυτό που βίωναν στο ασυνείδητο: δανδήδες, πλάνητες, πόρνες, αριστοκράτες και στρατιωτικοί σε άμαξες και πολύβουους δρόμους έγιναν πρωταγωνιστές σε ζωγραφικά έργα, θαρρείς προχειροφτιαγμένα, φαινομενικά τραχειά και ανεπιτήδευτα, ικανά όμως να αποτυπώσουν την ταχύτητα των μεταβολών της εποχής, τον αγώνα για εγκαθίδρυση των νέων φυλών που διεκδικούσαν το μερίδιο τους και το ζωτικό τους χώρο στη νέα Πόλη που θεμελιωνόταν. Απέναντι σ’ αυτή τη νέα πραγματικότητα ο Gyus και συνεκδοχικά ο Baudelaire στάθηκαν με προφανή αμφιθυμία και ουδεμία διάθεση εξιδανίκευσης και εξωραϊσμού—τα πράγματα ήταν απλώς έτσι. Θα μπορούσαν να γραφτούν αμέτρητες σελίδες για την αναπαράσταση του κόσμου που από τότε και έπειτα άρχισε να αποδίδεται όλο και πιο αφαιρετικά, όλο και πιο επίπεδα, με όλο και πιο έντονα χρώματα, πότε-πότε ως άθροισμα γεωμετρικών σχημάτων, αργότερα ως σουρεαλιστική στρέβλωση, δυστοπική παραμόρφωση και εξπρεσιονιστική εξωτερίκευση ενός ταραγμένου εσωτερικού κόσμου, μεταπολεμικά ως χειρονομιακή τρικυμία εν καμβά, εντέλει ως ποπ πολλαπλότητα. Και ενώ οι γκριμπεργκιανές θεωρήσεις περί νομοτελειών σαγήνευαν τους αποτυχημένους προφήτες και το εγελιανό τέλος της τέχνης παρερμηνευόταν κατά το δοκούν από την μεταμοντέρνα φενάκη μιας πολυπόθητης συνθηκολόγησης με το υπάρχον και την συνεπακόλουθη ηττοπάθεια, μας προέκυψε μια νέα παραστατικότητα που στον 21ο αιώνα επιδιώκει να επαναφέρει την καταγραφή αυτού του κόσμου, του απτού και καθημερινού, στο επίπεδο της κριτικής και της φιλοσοφίας. Και κάθε κριτική και φιλοσοφία εμπεριέχει, φέρει μέσα της το σπέρμα της ανατροπής! Σ’ αυτή τη νέα παραστατικότητα εγγράφεται το έργο του Αχιλλέα Ραζή, ενός ζωγράφου, όχι της μοντέρνας αλλά της σύγχρονης εποχής, που με την τρίτη ατομική του έκθεση με την Αίθουσα Τέχνης «Αγκάθι» και τη δεύτερη συμμετοχή του στην Art-Athina, παραμένει πιστός στην αποτύπωση ενός όχι-και-τόσο-φιλικού αστικού τοπίου. 
  Oι καλλιτέχνες αυτής της νέας ή καλύτερα της σύγχρονης παραστατικότητας δεν απευθύνονται μόνο στο μάτι ούτε μόνο στις αισθήσεις, έχουν προσπεράσει το “ωραίο” που κατά τον Schopenhauer και εσχάτως τον Νεχαμά δεν είναι «παρά μια υπόσχεση ευτυχίας», τοποθετούν σε δεύτερη μοίρα κάθε μεταφυσική πιθανότητα πρόσληψης και καταπιάνονται με το καθημερινό, το παρατηρήσιμο, το οικείο, το πεζό. Ο Edward Hopper, χαρακτηρισμένος ως ρεαλιστής από την ιστορία της τέχνης, κυρίως κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου αποπειράθηκε να αποδώσει αυτόν τον κόσμο χωρίς πια συναισθήματα, να τον παραδώσει βορά στον εκ του μακρόθεν παρατηρητή. Η αμφιθυμία του Guys και του Baudelaire, ο φόβος τους μπρος στο επερχόμενο που βρισκόταν σε διαρκή σύγκρουση με την ελπίδα που έφερνε το νέο, στα χέρια του Hopper μετατράπηκε σε αποστασιοποίηση και ενδεχομένως σε σιωπηλή θλίψη.
Στη «Χώρα των Πεζών» ο Αχιλλέας Ραζής συλλαμβάνει μικρά polaroids από τον ολοένα και συρρικνούμενο δημόσιο κοινόχρηστο χώρο, από  μεγάλες πλατείες, αποβάθρες, εμπορικούς δρόμους, εσωτερικά ιδιωτικών λεσχών και ταχυφαγείων που κάτι-μας-θυμίζουν, στιγμιότυπα που αφήνουμε να διαφεύγουν από τη μνήμη μας αφοσιωμένοι και προσηλωμένοι σε κάτι υποκειμενικά και εγωιστικά “πιο σπουδαίο”: να προλάβουμε το ραντεβού, να μην αργήσουμε στη δουλειά, να μη χάσουμε το λεωφορείο και άλλα πεζά. Οι πεζοί του Ραζή, περιφέρουν τις καλά κρυμμένες αγωνίες και “αγωνίες” τους στην ανωνυμία του πλήθους, στο συνωστισμό, στο χωνευτήρι ανθρώπων, στην παγκοσμιοποιημένη και ομογενοποιημένη πόλη που θα μπορούσε να είναι οποιαδήποτε πόλη του λεγόμενου δυτικού και δυτικοποιημένου κόσμου. Τα βλέμματά τους δε διασταυρώνονται ποτέ, οι φωνές τους, ενδεχομένως οι κραυγές τους είναι βουβές και κατευθύνονται προς τα μέσα – δεν είναι τυχαίο ότι στις δύο μεγάλες «Πλατείες» του τα μόνα πρόσωπα που απεικονίζονται να μιλούν, το κάνουν στα κινητά τους τηλέφωνα! Σε λίγα δευτερόλεπτα θα χαθούν από το πλάνο για να τους διαδεχθούν νέα πρόσωπα, νέοι βιαστικοί πεζοί στο ίδιο φόντο, στον ίδιο χώρο. Η πραγματικότητα ακινητοποιημένη, λες και τα ρολόγια σταμάτησαν ξαφνικά, ήταν μια από τις επαναστατικές πράξεις της φωτογραφίας: ο κόσμος έγινε αντικείμενο παρατήρησης όπως ποτέ ξανά. Θα είχε κάποιο νόημα να συνεχίσουμε να τον κοιτούμε σαν σε μικροσκόπιο; Με διάθεση εξονυχιστικής παρατήρησης; Φυσικά και όχι. Γι’ αυτό και η «Χώρα των Πεζών» είναι μια ανεστραμμένη πραγματικότητα, μια κριτική και αυτοκριτική ομολογία της παντελούς έλλειψης κάθε επικοινωνίας, ακόμα και της οπτικής, ένα παζλ από ετερόκλητες μονάδες που παραμένουν αποσπασματικές σε ένα κατακερματισμένο σύμπαν ατομικοτήτων, που βιάζονται να ξεφύγουν από το πλάνο για να συνεχίσουν τη μάταιη πορεία τους προς την ασφάλεια του ιδιωτικού τους βίου. Ο μόνος που φαίνεται να νοιάζεται για όσα συμβαίνουν στο εκάστοτε “θέατρο του δράματος” είναι ο καλλιτέχνης για τον οποίο τα “αντικείμενα” της παρατήρησης παραμένουν υποκείμενα άξια προς αναπαράσταση. Όπως εύστοχα είχε επισημάνει ο Κώστας Χριστόπουλος στην προηγούμενη σειρά έργων του Ραζή με τίτλο «Τα Άνθη της Καθημερινότητας» (μια ακόμα “συγγένεια” με τον Baudelaire που η πιο γνωστή συλλογή ποιημάτων του τιτλοφορούταν «Τα Άνθη του Κακού»): «Η πραγματικότητα “γονιμοποιεί” την αναπαράστασή της, ώστε να παραχθεί ένα νέο “συμβάν”, που εδώ δεν είναι άλλο από το καλλιτεχνικό έργο. Ίσως τελικά αυτό να μην είναι τίποτα παραπάνω από το προϊόν αυτής της ανθοφορίας, το άνθος μιας καταδικασμένης στην πεζότητα καθημερινότητας. Κάθε έργο αποτελεί και ένα υπαρκτό αντικείμενο ενατένισης, αποτελούμενο από υλικά τα οποία δύνανται να ανασυγκολληθούν. Αυτή θα μπορούσε να αποτελεί μιαν ακόμα ιδιότητα της ζωγραφικής: να επανενώνει τον παράδοξα κατακερματισμένο και αντινομικό κόσμο σε μία ύλη, σε ένα υλικό, στον εκάστοτε χρωστήρα.» Ο Ραζής χρησιμοποιώντας συχνά φωτογραφίες ως πρώτη ύλη δεν αρκείται στην εμφάνιση και έκθεσή τους. Τις μεταπλάθει με τα λάδια του, με τα έντονα και καθαρά χρώματά του σε καλά οργανωμένες και σκηνοθετημένες πράξεις καταγραφής μιας σωρείας ασημαντοτήτων και πεζών δραστηριοτήτων. Δε σνομπάρει τους ανώνυμους πρωταγωνιστές του, δεν τους παρατηρεί αφ’ υψηλού. Εξ ου και τοποθετεί το βλέμμα του και τα πινέλα του στο ίδιο ύψος με αυτούς, στον ορίζοντά τους. Μόλις κλείσει την κάμερα και μαζέψει το βαλιτσάκι του θα χαθεί κι αυτός ανάμεσά τους και θα επιστρέψει στον ιδιωτικό του χώρο για να ολοκληρώσει τη δουλειά του, όχι πια en plein air, όχι εν θερμώ αλλά με σαφή πρόθεση να δημιουργήσει ένα αφήγημα, μια σύντομη ιστορία της πεζής μας καθημερινότητας, που θα συντελεστεί με τα έργα εν συνόλω τοποθετημένα. Η νέα παραστατικότητα του Ραζή δε μπορεί να αντιμετωπίζει—και δεν το κάνει— με μοντέρνα αμφιθυμία, όπως ο Gyus, τις χώρες των πεζών. Οι ελπίδες, άλλωστε, είναι λιγοστές καθώς η “πολυμορφία” των σύγχρονων πόλεων δεν συνηγορεί προς μια πληθυντική συνύπαρξη παρά προς ένα άθροισμα αποξενωμένων και ομογενοποιημένων μονάδων που μοιάζουν όλο και περισσότερο μεταξύ τους. Ούτε, ωστόσο, μπορεί να είναι μουντή και απαισιόδοξη όπως του Hopper καθώς η έλευση του τέλους της ιστορίας διαψεύδεται καθημερινά από απρόσμενες πράξεις, τις οποίες εκτελούν αυτοί οι ίδιοι—εμείς—άνθρωποι που περιφέρονται ακίνητοι στους καμβάδες του. Μπορεί όμως—και το κάνει—να είναι κριτική απέναντι στην θλιβερή μεταμοντέρνα ομοιομορφία, στην σιωπηλή πεζότητα, στην αβάσταχτη μοναξιά. Και έτσι να αντιπροτείνει, έστω και αποφατικά, δια της εις άτοπον απαγωγής, την άρση της πεζότητας. Το έργο της τέχνης της ζωγραφικής κάπου εδώ ολοκληρώνεται. Αίτημα προς διεκδίκηση παραμένει το αν θα ακολουθήσει το έργο της τέχνης της ζωής. "   
  • Ένα κείμενο του  Γιάννη Κουκουλά για την έκθεση με τίτλο  "Η Χώρα  Των Πεζών" στην ART-ATHINA 11.
  • Ο Γιάννης Κουκουλάς είναι δημοσιογράφος που έχει ασχοληθεί, κυρίως, με τον χώρο των κόμικς.
  • Μπορείτε να δείτε κάποια απ' τα έργα της έκθεσης πατώντας εδώ .

2 Νοε 2010

Πένθιμα για την Περίσταση.

«Ο Θρίαμβος Του Θανάτου» είναι μια επιβλητική ελαιογραφία του Pieter Bruegel , οπού απεικονίζεται ή υπονοείται  ο Θάνατος σε όλες του τις εκφάνσεις. Βλέπουμε ένα τοπίο που έχει ισοπεδωθεί από το Σκοτεινό Εκδικητή Με Το Δρεπάνι, έναν τόπο καμένο όπου κανένας δεν έχει ,έστω λίγο, την ψευδαίσθηση ότι θα γεννηθεί κάτι  νέο από τις στάχτες του. Έτσι περίπου θα έπρεπε να μοιάζει η Ελλάδα στις μέρες μας, εάν βασιζόμασταν αποκλειστικά στους διάφορους «σκοτεινούς» αναλυτές της ΚΡΙΣΗΣ.
Η πραγματικότης βέβαια δεν είναι ακριβώς αυτή. Δεν είναι νύχτα βαθειά, είναι ένα μελαγχολικό σούρουπο. Είναι οι ώρα, δηλαδή, που οι «σκοτεινιασμένοι» πλέον  συμπατριώτες, αφού, μετά από κόπους και θυσίες, έπεισαν τους άλλους, με πρώτους τους Αλβανούς, ότι δεν θα γίνουν Έλληνες ποτέ, κάθονται εθνικά ακραιφνείς, και ξεχνιούνται με εκπομπές παρα-μαγειρικής οπού τιμωροί-μάγειρες εκδικούνται κάθιδρους  μαθητευόμενους  υπό το βλέμμα μιας σεληνιασμένης παρουσιάστριας και με κάτι σαν  Βάγκνερ  για υπόκρουση .
Μπροστά σε virtual Σπιναλόγκες και με άλλα «πένθιμα» για την περίσταση, αναστενάζει, πλέον ο Έλληνας, κι ευχαριστεί τον Θεό που δεν είναι, ακόμα τουλάχιστον, λεπρός ή νεκρός ή και τα δύο.

.το έργο του Pieter Bruegel "Triumph of Death" είναι από την ιστοσελίδα www.ibiblio.org.

.σε λίγες μέρες θα υπάρξει η συνέχεια του "Χυλός ή Ελευθερία".

.το Razblog επιθυμεί από εδώ και πέρα να συνεχίσει με κείμενα που θα μιλάνε για ένα νέο φως,  ένα φως που άλλωστε δεν έπαψε ποτέ να υπάρχει.

31 Ιουλ 2010

Μιά Μπύρα στου Χόπερ

-->

Ας υποθέσουμε ότι μόλις, ο Edward Hopper, τελείωσε το γνωστό έργο του Nighthawks, βγήκε , αργά, ένα  ζεστό νεοϋορκέζικο βράδυ του 1942 , να πιεί μια μπύρα στο ίδιο diner( μικρό αμερικάνικο εστιατόριο) που αποτέλεσε και το «σκηνικό» του πίνακα που μόλις είχε ολοκληρώσει. Πώς να  ένοιωσε άραγε , εκείνο το βράδυ. Ήταν άραγε επώδυνη ή όχι , η μετάβαση από το diner του πίνακα, στο αληθινό diner του Greenwich Village, από τη τέχνη στη ζωή, από τον μύθο στη πεζή πραγματικότητα; Ίσως να συνέχισε, υποθετικά πάντοτε, να πίνει τη μπύρα του, κουβεντιάζοντας και λίγο με το λευκοντυμένο τύπο στο μπαρ. Ίσως πάλι, και να μην πήγε ποτέ στο diner αυτό, γιατί απλούστατα το diner αυτό να μην υπήρξε ποτέ στ’  αλήθεια…
Η αγάπη για τον παραπάνω πίνακά ή απλά η περιέργεια, οδήγησε έναν, σύγχρονο μας, Νεοϋορκέζο, να ψάξει για το μυστηριώδες  diner και στη συνέχεια, όλα όσα έζησε, να μας τα εξιστορήσει εδώ.


 Συχνά, ο  «κόσμος» των δημιουργών που αγαπάμε, είναι πιο «αληθινός» από αυτόν που ζούμε.  Εκεί την «πατάμε», συνήθως.  Ο Τσαρούχης  συμπυκνώνει σε μια ενότητα έργων, όλα όσα  σήμαινε (και υπονοούσε) εκείνη την εποχή, ο όρος «Ελληνικό Καφενείο». Συχνά σήμερα , περνώντας πρωί, απ’ το ταλαιπωρημένο και κλειστό πια ΝΕΟΝ, στην Ομόνοια, συναντώ το ίδιο φως που λούζει και τον πίνακα «Καφενείο ΝΕΟΝ, την ημέρα». Η άλλη του ζωή, αυτή του πίνακα του Τσαρούχη, όμως, δεν είναι πουθενά. Γύρω μου τώρα, ταλαίπωροι τοξικομανείς, αστυνομικοί σαν ράμπο και περαστικές με σακούλες hondos center στα χέρια,  οι νέοι θαμώνες της σημείου αυτού, και οι πιθανοί πρωταγωνιστές μιας, υποθετικής μέχρι στιγμής, σύγχρονης  απόπειρας επανεκτέλεσης του πίνακα …

Προσοχή, δεν εξιδανικεύω την εποχή του Hopper ή του Τσαρούχη. Πολύ πιθανόν, έξω από το ΝΕΟΝ (ή και  μέσα σ’ αυτό) να βολόδερναν όλα τα «ωραία άνθη» της εποχής εκείνης χαφιέδες ,λαμόγια , κλεφτρόνια, άνθρωποι σκυφτοί χαμηλόφωνοι που αργότερα υποστήριξαν τη χούντα  και άλλα πολλά. Η τέχνη, που εγώ προτιμώ όμως, δεν λειαίνει και δεν είναι «ζαχαρωμένη», αντιθέτως ξεδιπλώνει έναν κόσμο συμπαγή και συγκινητικό, που εμπεριέχει μέσα του και τους «αθώους» και τους «απατεώνες»,  φωτίζοντας τους, με ένα νέο , και καθόλου πρόσκαιρο, φως.
Το diner του Hopper, και το καφενείο του Τσαρούχη, δεν υπήρξαν ποτέ στ’ αλήθεια, βλέποντας όμως τους πίνακες αυτούς, νιώθεις τη βεβαιότητα  ότι κάποτε, ένα ζεστό καλοκαιρινό βράδυ στο μέλλον, θα  τα βρεις, σε μια γωνία της «σκληρής» πόλης, και θα κάτσεις, κι εσύ, να πιείς μια μπύρα. 

πηγή για τη φωτογραφία του πίνακα "Nighthawks" είναι η Wikipedia
πηγή για τη φωτογραφία του πίνακα "Καφενείο ΝΕΟΝ (μέρα)" είναι το  μπλογκ:http://  ghteytria.blogspot.com/

η φωτογραφία του ΝΕΟΝ όπως είναι σήμερα είναι του Επαμεινώνδα Τερκενλή.

29 Μαΐ 2010

Ιστορίες του Φάρου / 11 καινούργια έργα

Δείτε εδώ 11 καινούργια έργα της σειράς "Ιστορίες του Φάρου".
Τις προσεχείς μέρες θα υπάρχουν και νέα κείμενα...

24 Νοε 2009

Το Λασπωμένο Πόδι: Ένας Ζωγράφος.

Αυτός είναι ο Reggie Pedro ή Mudfoot. Αφρο-Βρεταννός. Καλλιτέχνης  των δρόμων και των υπογείων του Λονδίνου. Απόδωσε με τη ψυχή στο στόμα, όλα όσα έβλεπε κι ένοιωθε , κυκλοφορώντας στην  πόλη. Τα υλικά του, αν και "παλιά", απλώνονται (στο χαρτί ή στο τελάρο)  με μια ορμή σύγχρονη που δεν  σκοπεύει μηδενιστικά να τα διαλύσει όλα, αλλά που αντίθετα, σαν οικείος αέρας, συμπαρασύρει και συμπεριλαμβάνει : παιδικές μνήμες, ζεστά καλοκαίρια στο γκέτο της πόλης, ήχους απ' τ' ανοιχτά παράθυρα του εργαστηρίου και  σημειώσεις και  σκέψεις για αυτό που θα ρθει...Έφυγε, έτσι ξαφνικά πολύ νέος, πριν απο  δύο χρόνια...
Τον νιώθω, για έναν περίεργο λόγο, συγγενή μου. Με ενδιαφέρει  η λιγότερο χρωματιστή και κραυγαλέα φάση του, ο τρόπος που συνθέτει μια εικόνα, ακόμα και το οτι (σκόπιμα;) αφήνει να φανούν κάποια "λάθη" του.
Σας μπέρδεψα;
Δείτε καλύτερα την ιστοσελίδα του.
Τα λέμε σε λίγες μέρες με φρέσκα κι ωραία...

α! Εικονογράφησε και κάποιους δίσκους των GOMEZ(βλ.φωτό) ,που παλιά τους άκουγα συχνά.

30 Νοε 2008

Τσαρούχης



Όταν το 1966 ο Τσαρούχης έβγαινε βόλτα στην Ομόνοια για να ζωγραφίσει Καφενεία,θα είχε σίγουρα στο μυαλό του την Αφαίρεση και την Γεωμετρία. "Βλέπω" συχνά την ατμόσφαιρα αυτού του πίνακα, έξω στο δρόμο όταν σκοτεινιάζει και τα φώτα πίσω απ' τα τζάμια ανάβουν. Τώρα, βέβαια, ο κόσμος πηγαίνει πιο συχνά στα γκούντις και στα γυμναστήρια, παρά στα καφενεία. Οι συνήθειες, οι λέξεις και οι έννοιες, αλλάξαν πολύ από τότε. Ακόμα και το ΝΕΟΝ έγινε φαστφουντάδικο. Τι θα ζωγράφιζε τώρα ο Τσαρούχης αντί για Καφενεία; Μπορεί φαστφουντάδικα ή γυάλινα κτήρια, εάν είχε ακόμα στο μυαλό του την Αφαίρεση και τη Γεωμετρία. Μπορεί να μην ζωγράφιζε καν, μπορεί να είχε μπλογκ και από κει να προσπαθούσε να ξεμπερδέψει τον μπερδεμένο κόσμο μας. Μπορεί να έγραφε δηλητηριώδη σενάρια για αθώες σαπουνόπερες, δεν ξέρω.
Ο Τσαρούχης είναι από τους λίγους Έλληνες ζωγράφους που επισκέπτομαι τακτικά, όλα αυτά τα χρόνια. Και είμαι απ ' τους ανθρώπους που φρίττουν με λέξεις όπως "γενιά του 30", "ελληνικότητα", όπως και με όλους αυτούς τους μελαγχολικούς επιγόνους που επιμένουν αυτιστικά με φτερωτούς αγγέλους, νεοκλασικά και συνεσταλμένους ναύτες. Ο Τσαρούχης δεν ήταν σαν αυτούς, τουλάχιστον η μαγιά της τέχνης του, αυτό δείχνει. Ζωγράφισε με ένταση, χάρη, ακόμα και με υπόγειο χιούμορ, μια Ελλάδα ζορισμένη, από όλες τις πλευρές. Με εκνευρίζει η αγιοποίηση του, όπως και αυτή του Χατζιδάκι. Με ενοχλούν ακόμα και τα τετριμμένα θέματα του Τσαρουχικού Σύμπαντος, που με τόσο ευλάβεια κάποιοι αναπαράγουν.Ξανά και ξανά.
Λέξεις και έννοιες πρέπει να επαναπροσδιοριστούν. Υπάρχουν τόσα που περιμένουν εκεί έξω. Προς το παρόν, απολαύστε το έργο.

26 Σεπ 2008

Ο ΖΩΓΡΑΦΟΣ


Όποιος ζωγραφίζει ξέρει ότι είναι πάρα πολύ δύσκολο να μιλήσει για τη δουλειά του, ιδιαίτερα όταν αυτή είναι εν εξελίξει. Υπάρχουν μέρες που όλα κυλάνε γρήγορα και με τον σωστό ρυθμό. Υπάρχουν κι' άλλες μέρες που στο τέλος τους αισθάνεσαι μια ηλίθια κούραση, ενώ ουσιαστικά δεν έκανες τίποτα.
Κάθε άνθρωπος που ζωγραφίζει, έχει, επιπλέον, να αντιμετωπίσει τους φόβους του, εκτός αν πρόκειται για αναίσθητο. Οι φόβοι έρχονται στο δωμάτιο που ζωγραφίζεις, ένας-ένας ή όλοι μαζί, σαν τις νυχτερίδες. Έρχονται και σου ψιθυρίζουν στο αυτί, πως είσαι ένα τίποτα, πως μας τα χουν πει κι' άλλοι, πως η ζωγραφική πέθανε, κι άλλα τέτοια. Τι κάνεις σ' αυτή την περίπτωση; Δεν ξέρω τι να πω. Προς το παρόν, κι' εκτός απ΄όλα τ' άλλα, είμαι ΚΑΙ οι φόβοι μου.
Όταν κάποιος ζωγραφίζει ένα έργο, σκέφτεται πολλά, άσχετα πράγματα. Σκέφτεται όμως και κάποια σχετικά. Να, για παράδειγμα, εγώ το τελευταίο καιρό "τρώγομαι" με τα παρακάτω:

1. Το κάθε έργο να είναι μια ιστορία.
2. Το κάθε έργο να το δουλεύω με νέους όρους κάθε φορά.
3. Το κάθε έργο να έχει τους δικούς του κανόνες,να έχει από μόνο του όρια.
4. Πρέπει να ξεχνάω τους -ισμούς στο ξεκίνημα, έτσι κι' αλλιώς θα τους βρω στην πορεία (του έργου)
5.Πρέπει να ξεχάσω τα είδωλα μου, μπορεί απ' αυτό που νομίζω πως αρχικά είμαι ή μοιάζω, να προκύψει κάτι άλλο που δεν φανταζόμουν. Μπορεί να προκύψει ακόμα κι' ο εαυτός μου...
6. Η "ομορφιά" προκύπτει όταν κάτι είναι σαφές και καθαρό.(Προσοχή όμως γιατί αυτό περίπου γέννησε και τον Φασισμό) Μιλάω κυρίως για το έργο που φτιάχνω. Όλοι οι συντελεστές (σύνθεση, μορφή, περιεχόμενο και άλλα) πρέπει να υπηρετούν το έργο στο σύνολο του.
7. Για να έχω ένα σαφές αποτέλεσμα, για να οξύνω την "Αφήγηση" μου, πρέπει να αφαιρέσω τα περιττά. Πρέπει όλα να είναι ήσυχα γύρω από έναν μπλε σκουπιδοτενεκέ, για να τον κάνεις ν΄"ακουστεί".
8. "Γοητευτικό" δεν είναι το έργο με γλυκασμούς και με "όπως πρέπει". Το " όπως πρέπει" το ορίζω εγω κάθε φορά.
9. Είναι πολύ ωραία η αίσθηση του να απλώνεις τη μπογιά σε μια επιφάνεια. Αρκεί να ξεπερνάς και τη μπογιά και την επιφάνεια. Να τα μετατρέπεις κάτι άλλο.
10.Δεν πρέπει να με αγχώνει το θέμα της γραφής του πινέλου. Όταν είναι κάτι "σκληρό" πρέπει να αντιμετωπιστεί σκληρά, όταν είναι " γαλήνιο ", γαλήνια.
11. Το βλέμμα είναι που δίνει οξύτητα στα πράγματα. Ένα κρεμμύδι, εάν ζωγραφιστεί με τρόπο ενδιαφέροντα, μπορεί να γίνει πιο ανατρεπτικό κι' από δέκα αγελάδες στη φορμόλη.
12. Τα έργα που μου αρέσουν περισσότερο είναι τα παραστατικά, με αβίαστο εννοιολογικό υπόβαθρο, και σχεδόν "αφηρημένη" σύνθεση.
Αυτά...

www.slowfood.com

επισκεπτεσ:

count website traffic

Αναγνώστες