22 Αυγ 2010

Χυλός ή Ελευθερία;




Ας δεχτούμε ότι είναι αδύνατο ν’ ακούμε μουσική χωρίς να ενεργοποιούμε τα συναισθήματα μας. Ειδικά σ’ αυτόν εδώ τον τόπο ,όπου σχεδόν τα πάντα πηγάζουν ή κατευθύνονται προς το θυμικό, «ποιητικά» τσιτάτα εκτοξεύονται με μεγάλη ευκολία και σε κάθε περίσταση: από τους πολιτικούς λόγους μέχρι και τις τηλεοπτικές εξομολόγους της μεσημεριανής ζώνης. Σε μια χώρα, λοιπόν, που υπάρχει πλεονασμός συναισθημάτων, το να μιλάμε για τα πράγματα με ψυχραιμία και λογική , αποτελεί πρόκληση και στόχο ζωής.
Μεγάλωσα, όταν είχαν κοπάσει κάπως οι καπνοί αυτού που όλοι λέμε «μεταπολίτευση». Για την ακρίβεια , όλοι εμείς οι γεννηθέντες γύρω στα μέσα της δεκαετίας του ’70, ζήσαμε τους απόηχους της , στην πιο σαχλή, στην εκχυδαϊσμένη της εκδοχή. Πιο ειδικά, για να περιοριστούμε στο χώρο της μουσικής, περίπου στις αρχές του ογδόντα, ενώ από τη μία ,υπήρχε μια αυθόρμητη και ελεύθερη κίνηση νέων, τότε, τραγουδοποιών που προσέθετε ένα «νέο μυστήριο» στο χώρο, και που άνθιζε όταν εμείς ήμασταν μπόμπιρες, από την άλλη υπήρχε μια συνεχής και διογκωμένη προβολή , των πρωταγωνιστών του ’60 και του ’70, που καταπίεζε ότι καινούργιο πήγαινε να γεννηθεί, εκτός φυσικά από το κραταιό ,ειδικά τότε, σκυλάδικο. Θα μου πείτε, είναι φυσικό για μια κοινωνία όπως η ελληνική, μετά από τόσα δεινά και τόσες στερήσεις, να αφεθεί λίγο , και να απολαύσει τους καρπούς που έσπειρε, υπό δύσκολες, μάλιστα, συνθήκες, αλλά, κι αυτό απ’ την άλλη, πολύ φοβάμαι, ότι γέννησε παρεξηγήσεις, που, δυστυχώς, ισχύουν, μέχρι τις μέρες μας.
Ο γενικός εφησυχασμός πηγάζει , λοιπόν, από τότε, και , εν μέρει, οδήγησε κι αυτός, στη σημερινή οριακή κατάσταση. Ενώ οι περισσότεροι, μέχρι πριν από λίγα χρόνια, το έπαιζαν «ποιητές», τώρα όλα ξαφνικά ερμηνεύονται με δυσοίωνες στατιστικές και με αναλύσεις που η αλήθεια τους είναι βαριά σαν σίδερο. Αλλά ας επιστρέψουμε στη μουσική.
Δεν θ’ αρχίσω, τώρα, να γράφω διάφορα βαρετά, ότι η ποιοτική μουσική πέθανε κι ότι η τηλεόραση φταίει κλπ κλπ. Κανένας δεν έχει το δικαίωμα, να βάζει τέλος σε πράγματα που δεν τελειώνουν, να κηδεύει πράγματα που δεν πεθαίνουν ποτέ στ’ αλήθεια. Είναι όλα εκεί έξω και είναι προσωπική υπόθεση του καθενός , το πόσο θ’ αγαπήσει τη μουσική του Χατζιδάκι, και πότε και με ποιόν τρόπο θ’ αρχίσει ν’ ακούει τα τραγούδια του Τσιτσάνη. Έχω την εντύπωση , ότι η γενιά, στην οποία ανήκω, έχει ακούσει περισσότερο ελληνικό τραγούδι απ’ ότι η ίδια παραδέχεται. Δεν το λέμε όμως, παραέξω, γιατί η σχέση μας είναι γεμάτη από μικρές πληγές: Καθώς μεγαλώναμε η κατάσταση , στο ελληνικό μουσικό τοπίο έπαψε να έχει πλάκα, η χαζοποπ, έχασε τη όποια εφηβική τσαχπινιά της, σοβάρεψε κι έγινε σαλονάτη κι άρχισε μάλιστα ν’ αποφασίζει αυτή για το τι είναι καλό και τι είναι κακό . Το ίδιο και το σκυλάδικο, έχασε την ατμόσφαιρα εθνικής οδού, την σκοτεινιά του και τις αιχμές του, τα φτιάξε με τη χαζοποπ κι έγινε νόμιμο και κατοικίδιο, δηλαδή κατεστημένο. Στη συνέχεια παντρεύτηκαν και έκαναν παιδάκι, ημιμαθές και κακομαθημένο, και το ονόμασαν λαϊκοποπ.
Το λεγόμενο «ποιοτικό» τραγούδι , υιοθέτησε μια στάση αμυντική που μετατράπηκε σιγά σιγά σε στάση αλαζονική, αφού ρούφηξε τους όποιους ζωντανούς κι αυθεντικούς χυμούς υπήρχαν στο ρεμπέτικο και στο λαϊκό τραγούδι, κάθισε μοναχό του, κι άρχισε ν’ ανακυκλώνει τις ίδιες φόρμες και σχήματα, μέχρι που στο τέλος ξεράθηκε. Παράλληλα έχασε σταδιακά το χιούμορ του, αλλά και το λεπτό του αισθητήριο, κι έγινε μονόπλευρο και καταπιεστικό. Και όλο «αγιογραφίες». Πως είναι δυνατόν, για εμάς τους μπόμπιρες του ’80, να δούμε καθαρά τα τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη, μέσα από τους καπνούς και τις τυμπανοκρουσίες δεκαετιών ολόκληρων;
Οι μύθοι της «Ελληνικότητας» ή της «Αριστεράς», σαν τεράστια ογκώδη βουνά στέκονταν όλα αυτά τα χρόνια πάνω απ’ το πεδίο του ελληνικού τραγουδιού. Σχήματα ελευθερίας που αρχικά το ενέπνεαν, έγιναν, στη συνέχεια, σχήματα αφόρητα που το καταπίεζαν , μέχρι που στο τέλος γκρεμίστηκαν κι αυτά , αφήνοντας το, μόνο, αμήχανο και μετέωρο. Εμείς σ’ αυτήν την « μετέωρη» εποχή του, το γνωρίσαμε, στη λιγότερο ελκυστική του «φάση».
Τη στιγμή που γράφω όλα αυτά ,κάτω στο δρόμο ένα αμάξι γκαζώνει με το σιντι στη διαπασών που παίζει ένα ακόμα υπερφίαλο χιπ χοπ κομμάτι, τραγουδισμένο από ένα τύπο εγωισταρά που δεν βλέπει πέρα απ’ τη μύτη του , και που κάνει τα τζάμια μου να τρίζουν.
Έχω την εντύπωση ότι όλα όσα γράφω είναι περιττά, εδώ ο κόσμος καίγεται κι εμείς ασχολούμαστε με το μετέωρο βήμα του τραγουδιού.
Όμως ναι, όλα συνδέονται, η εποχή είναι μπερδεμένη, ο υπέργηρος Ντίλαν τραγουδάει μες το κατακαλόκαιρο χριστουγεννιάτικα, οι Μπιτλς έγιναν ρεπλίκες, οι «επίγονοι» του Καζαντζίδη γίνονται Νομάρχες , και σε λίγο θα βγαίνουν συμπιεσμένα τραγουδάκια με οσμή ή υφή ή δεν ξέρω τι. Όλα αναπαράγονται μηχανικά. Όλοι μπορούν να τραγουδήσουν τα πάντα, και κανένας δεν δίνει δεκάρα για το τι προηγήθηκε. Όλα είναι χύμα.
Σύμφωνοι, όλα είναι χύμα κι αυτό έχει δύο πλευρές: Ή  όλα τείνουν να γίνουν χυλός ή  όλα διεκδικούν μια νέα μορφή ελευθερίας.Θα προσέθετα, επίσης, ότι  αποφεύγοντας να μιλάμε για όλα τούτα , μάλλον τον χυλό βοηθάμε…

(θα συνεχίσουμε σε επόμενη ανάρτηση...)


www.slowfood.com

επισκεπτεσ:

count website traffic

Αναγνώστες