27 Μαΐ 2009

"Τα Άνθη Της Καθημερινότητας"


Πίσω από τον κόσμο που ζούμε, μακριά στην άβυσσο, υπάρχει ένας άλλος κόσμος, σε τέτοια σχέση με μας, όπως η σκηνή θεάτρου πίσω από την πραγματική σκηνή. Εκεί διαδραματίζονται όλα! Πολλοί που φαίνονται με το σώμα τους στον πραγματικό κόσμο και διαδραματίζουν την ύπαρξή τους εδώ ανήκουν στον άλλο κόσμο, πίσω από τη σκηνή.

(Søren Kierkegaard, Το ημερολόγιο ενός διαφθορέα, μτφρ. Δ. Μπέσκος, Εκδ. Κάκτος, Αθήνα 2006)

Στην κάπως υπερβατική αυτή φράση του Kierkegaard, κρύβεται μια κριτική του ρεαλισμού, των όρων με τους οποίους αντιμετωπίζουμε την πραγματικότητα, τις αναπαραστάσεις της και δη τις καλλιτεχνικές. Αν υποστηρίξουμε πως η τέχνη κατορθώνει την ποιητική μεταστοιχείωση της απτής πραγματικότητας, τότε θα ήταν άδικο να πούμε, πως η εκάστοτε ρεαλιστική απεικόνιση παραμένει στην πρώτη ανάγνωση του ορατού κόσμου. Τέτοιες σκόρπιες σκέψεις δημιουργεί με την πρώτη ματιά η τελευταία ενότητα έργων του Αχιλλέα Ραζή, υπό τον τίτλο Τα Άνθη Της Καθημερινότητας.

Γνώριμοι άνθρωποι, γνωστά περιβάλλοντα, έντονες φωτοσκιάσεις, καταλαμβάνουν τη ζωγραφική επιφάνεια, με τρόπο που δημιουργεί απορίες ως προς την ίδια την πραγματικότητα τους. Και τούτο διότι, ενώ το σύμπαν των εικόνων του Αχιλλέα Ραζή μοιάζει οικείο στον έλληνα θεατή, είναι στην πραγματικότητα ανεστραμμένο. Βρισκόμαστε μπροστά σε μίαν ανακατασκευή της καθημερινότητας, προϊόν εν πολλοίς μιας αποστασιοποιημένης θέσης από αυτήν.

Ο Αχιλλέας Ραζής θέτει τους ήρωες του πάνω σε μία θεατρική σκηνή, εκείνη «πίσω από την πραγματική», όπως αυτή του παραπάνω αποσπάσματος. Σκηνοθετεί με σκοπό να διασπάσει το οικείο του σύμπαν στα συστατικά του μέρη. Σε μια προηγούμενη συνθήκη, όπου ο κόσμος φάνταζε σε πλήρη αρμονία με μιαν υπερβατική επιταγή και τάξη, όλα έμοιαζαν να αποτελούν μέρος μιας ολότητας. Αυτός ο «προηγούμενος κόσμος, δε μπορεί πλέον παρά να εμφανίζεται στα μάτια του ανθρώπου της νεωτερικότητας ως διασπασμένος. Σε αρκετές περιπτώσεις, αυτό που η μοντέρνα τέχνη αναδύει, είναι η νέα αναπαράσταση αυτού του συρραμμένου κόσμου, με εμφανή όλα εκείνα τα σημεία της επανασυγκόλλησης. Τίποτα δεν δύναται πλέον να νοηθεί, άρα και να αναπαρασταθεί, ξανά ως ολότητα.

Έτσι, θα μπορούσε κανείς να πει πως κάθε νέα αναπαράσταση αποτελεί την ίδια στιγμή και κριτική της. Προκύπτει, όμως, εδώ ένα ζήτημα αφήγησης, το τι, με άλλα λόγια, εξιστορείται στα έργα αυτά. Σε γενικές γραμμές λοιπόν, ο ζωγραφικός κόσμος του Αχιλλέα Ραζή απαρτίζεται από τα στοιχεία εκείνα που συγκροτούν μιαν αμφίσημη και διασπασμένη καθημερινότητα, όπως αυτή γίνεται αντιληπτή στο δημόσιο χώρο: πλατείες, εμπορικοί δρόμοι, κερκίδες, λαϊκές αγορές, λέσχες, χώροι αναψυχής, καντίνες, μαγαζάκια, δημόσιες υπηρεσίες, αίθουσες συνελεύσεων, συνθέτουν το περιβάλλον στο οποίο λαμβάνει χώρα μια διάδραση με τους εκάστοτε χρήστες της δημόσιας σφαίρας, που εδώ δεν αναπαρίσταται συμβολικά ή αλληγορικά, αλλά «δειγματοληπτικά». Και τούτο διότι, όντας μακριά από μια αντίληψη του δημοσίου χώρου ως ενιαίου, αυτός φέρει τα θραύσματα ενός καταμερισμού, μιας διάσπασης σε επιμέρους λειτουργίες. Μια τέτοια «διάσπαση» δεν θα μπορούσε παρά να επηρεάζει και να καθορίζει τη συμπεριφορά των χρηστών ή των εμπλεκομένων σε αυτόν. Οι τελευταίοι, συνδικαλιστές, πλαδαρά ζευγάρια με γυαλιστερά σορτς σε διακοπές, αργόσχολοι που παίζουν λόττο και στοίχημα, καταναλωτές, απλοί περαστικοί, παιδιά με μπάλες και skateboards, δείχνουν να μην ενδιαφέρονται για το τι συμβαίνει γύρω τους. Η δραστηριότητά τους παραμένει ανεξάρτητη από το περιβάλλον στο οποίο αυτή λαμβάνει χώρα, όπως επίσης και «απελευθερωμένη» από αυτή των υπολοίπων. Οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων σε ένα τέτοιο περιβάλλον καθίστανται τυπικές και καθετί μοιάζει να έχει απολέσει οποιαδήποτε άλλη δυνατότητα πέρα από τη «ρυθμιστική». Η γλώσσα μετατρέπεται σε κώδικα, ο χώρος σε σύμβαση. Τίποτα δεν οδηγεί στο συμπέρασμα πως ό, τι εκεί διαδραματίζεται εμπεριέχει μιαν ακόμα διάσταση πέρα από την αυστηρά επικοινωνιακή. Κάθε φώνημα και κάθε γράφημα ενέχει έναν αποκλειστικά λειτουργικό χαρακτήρα.

Τελικά ο Ραζής είναι αυτός που κατασκευάζει και το σκηνικό, στο οποίο θα θέσει τους ρόλους, από την αρχή. Οι πράξεις των δραστών σε αυτό δεν καθοδηγούνται από μιαν υπερβατική δύναμη, αλλά αυτόνομα, εμπειρικά. Οι δρώντες δεν συγκροτούν μια κοινότητα, της οποίας τα μέλη έχουν κοινό παρελθόν, παρόν και μέλλον. Μοιάζουν με αυτό το ποικιλόχρωμο πλήθος, που συνωστίζεται στις στάσεις των λεωφορείων, στις ουρές των δημόσιων υπηρεσιών, ή ακόμα και πίσω από πανό με αντινομικά μεταξύ τους αιτήματα σε μία διαδήλωση.

Πρωταγωνιστές, περιβάλλοντα και χώροι «έρχονται στο φως». Φωτίζονται έντονα, με τρόπο «ανακριτικό», με τρόπο που αποσκοπεί να φανερώσει την αλήθεια τους. Η παθητική φωνή όμως εδώ δεν αρμόζει. Υπάρχει εδώ μια δράση, μια ζωγραφική πράξη. Ο Ραζής είναι αυτός που «φέρνει στο φως», αυτός που «ανακρίνει». Ρίχνει άπλετο φως σε αυτό που επιθυμεί να διαλευκάνει, να δει με άλλο μάτι, στο, εν πολλοίς, τετριμμένο. Ο έντονος φωτισμός, αν και διατηρεί τις αναφορές του στην οπτική εμπειρία, είναι τεχνητός. Είναι το φως που ρίχνει ο ερευνητής στο προς παρατήρηση αντικείμενό του. Δεν θα μπορούσε άλλωστε να είναι διαφορετικά, εφόσον, ως ζωγράφος, επιλέγει αυτό που θέλει να δει, αυτό που επιθυμεί να αναδείξει, ώστε να καταφέρει να το μεταστοιχειώσει ποιητικά και να το παραδώσει στο βλέμμα και την κρίση του κοινού.

Ο τίτλος που συνοδεύει τα έργα, Τα Άνθη της Καθημερινότητας, ενέχει την ίδια στιγμή κάτι ειρωνικό, αλλά και κάτι εξόχως υπαινικτικό. Προδιαθέτει για την αρνητική στιγμή της, αυτήν της εκδήλωσης μιας απουσίας, της εξάλειψης του ωραίου και του υψηλού και, ταυτόχρονα, εκφράζει το αίτημα για μια δεύτερη, αναστοχαστική και σε βάθος ματιά στα πράγματα που είναι καταδικασμένα στην καθημερινότητα, στην τρωτότητα, στη φθορά. Η πραγματικότητα «γονιμοποιεί» την αναπαράστασή της, ώστε να παραχθεί ένα νέο «συμβάν», που εδώ δεν είναι άλλο από το καλλιτεχνικό έργο. Ίσως τελικά αυτό να μην είναι τίποτα παραπάνω από το προϊόν αυτής της ανθοφορίας, το άνθος μιας καταδικασμένης στην πεζότητα καθημερινότητας. Κάθε έργο αποτελεί και ένα υπαρκτό αντικείμενο ενατένισης, αποτελούμενο από υλικά τα οποία δύνανται να ανασυγκολλήσουν. Αυτή θα μπορούσε να αποτελεί μιαν ακόμα ιδιότητα της ζωγραφικής: να επανενώνει τον παράδοξα κατακερματισμένο και αντινομικό κόσμο σε μία ύλη, σε ένα υλικό, στον εκάστοτε χρωστήρα. Να παραδώσει επίσης στο βλέμμα του θεατή την συνένωση του ορατού και του αφανούς με τη χρήση μιας και μόνον ύλης. Μέσω μιας ολόκληρης σειράς από αμφισημίες, δεν θα μπορούσαμε παρά να δούμε στο ρεαλισμό και αυτή τη δυνατότητα: να θέτει την παραδοξότητα του οικείου κόσμου στις πραγματικές του διαστάσεις, εκείνες, που μόνον από μια δημιουργική απόσταση μπορούν να γίνουν αντιληπτές.

Κώστας Χριστόπουλος Μάιος 2009.

28 Απρ 2009

To Πασχαλινό Παστίτσιο



-είχα να κατέβω Αθήνα απ’ τον Ιανουάριο, μου είχε λείψει το βουητό της, σαν μελίσσι η Πατησίων τη νύχτα, κι εγώ να προσπαθώ να συνηθίσω. Το πρώτο βράδυ έμεινα άυπνος…
-ακόμα κι αν σιχαίνεσαι αυτή τη πόλη (εγώ πάλι όχι ), πρέπει να παραδεχθείς ότι πάντα κατά τη Μεγάλη Εβδομάδα κάτι γίνεται, κάτι αλλάζει. Στην Πλατεία Αμερικής η μυρωδιά από τις ανθισμένες νεραντζιές τύλιγε τα πάντα, τους κάδους απορριμμάτων, τις γκρίζες πολυκατοικίες, το αστυνομικό τμήμα κοντά στη Φωκίωνος, εισέβαλε στα μπαλκόνια, παρηγορούσε ευωδιαστά τη ταλαιπωρημένη πόλη.
-η β. έλειπε όλη τη μεγαλοβδομάδα, κι εγώ έμεινα μόνος, δούλευα σαν τρελός προσπαθώντας να καλύψω το κενό, έβαζα fleet foxes και rufus wainwright στη σιντιέρα προσπαθώντας να καλύψω τη σιωπή. Μεγάλη Τρίτη ενώ στις εκκλησίες ακούγονταν το τροπάριο της Κασσιανής εγώ ζωγράφιζα παραλλαγές της φάτσας μου στο καθρέφτη.
-Μεγάλη Τετάρτη και Πέμπτη το ίδιο.
-Μεγάλη Παρασκευή, βράδυ έκανε ζέστη, η Αθήνα είχε αδειάσει, ούτε περίπτερο δεν υπήρχε ανοιχτό. Βγήκα έξω σαν ζαλισμένος. Με κουράζει το πολύ πάρε- δώσε με τη τέχνη, οι πολλές ώρες με τον εαυτό σου και το εγώ σου, σε κάνουν, μάλλον, καλύτερο ζωγράφο, αλλά, σίγουρα, χειρότερο άνθρωπο. ¨Όλες οι αυταπάτες σου, φουντώνουν και ξεχειλίζουν, χάνεις την επαφή με την πραγματικότητα. Θέλοντας να τα πετάξω όλα αυτά, βγήκα λοιπόν και πήγα στη μικρή εκκλησία του Άγιου Ανδρέα στην οδό Λευκωσίας για δω τον Επιτάφιο. Τι ωραία που είναι όταν αδειάζεις από θεωρίες και ιδέες και απλώς ζεις τη στιγμή. Όλοι έψαλλαν Ω! Γλυκύ μου ¨Έαρ, μες στο σκοτάδι με αναμμένα κεριά . Είδα ανθρώπους απ’ την Αφρική να συμμετέχουν στη σκηνή.
-Λίγο αργότερα στο φιατάκι οδηγούσα κι έβριζα που δεν έβρισκα τίποτε ανοιχτό, η Σταδίου άδεια σαν εγκαταλελειμμένο ελικοδρόμιο, ο Κ. μου τηλεφωνούσε και ρωτούσε, κι εγώ απαντούσα σαν θλιβερός απεσταλμένος στην έρημο,
Καρύτση όλα κλειστά, πάμε Μαβίλη;
Μπα δεν παίζει τίποτα μόλις πέρασα.

Καρύτση, Μαβίλη γιοκ. Οι δύο πλατείες- σαν οάσεις μες στο σκότος και το πένθος, οάσεις όμως που κι’ αυτές, εκείνο το βράδυ, είχαν στερέψει…
Τελικά βρήκαμε ένα μπαρ κάπου στη Λέκκα και βολευτήκαμε. Μεγάλη Παρασκευή προς Μεγάλο Σάββατο. Τσουγκρίσαμε τα ουίσκι μας.
-Το Σάββατο της Ανάστασης πήγα στη θεία μου και το θείο μου(με υποδέχτηκαν με μαντολινάτες!), έφαγα μαγειρίτσα, έκανα τον κομπέρ στην υπερήλικη γιαγιά μου, λέρωσα τα παπούτσια μου με το αναστάσιμο κερί.
- Κυριακή του Πάσχα, ξύπνησα σχετικά νωρίς, βγήκα μια βόλτα στη Κυψέλη, τσίκνα έβγαινε από τις γύρω πολυκατοικίες, κάποιος σ’ ένα μπαλκόνι προσπαθούσε ν’ ανάψει τα κάρβουνα, απόλυτη ησυχία, που και που κάνα αυτοκίνητο με δυνατά μπάσα που έπαιζαν αλβανική ραπ. Ανέβηκα στο διαμέρισμα να τελειώσω επιτέλους αυτό το έργο. Ιεροσυλία; Τι να σας πω δεν ξέρω. Κατά το απόγευμα ζέστανα κι έφαγα το πασχαλινό μου παστίτσιο…

4 Απρ 2009

Σκέψεις για το λαϊκό τραγούδι.


Αισθανόμουν πάντοτε αμήχανα με το λαϊκό τραγούδι, για πολλούς και διαφορετικούς λόγους.Με ενοχλεί η εμμονή σ' έναν μονοδιάστατο κόσμο, η διογκωμένη εικόνα του λαϊκού, τίμιου, αδικημένου παλικαριού, που είναι μόνος του και κανείς δεν τον καταλαβαίνει.Η κοινωνία, στο λαϊκό τραγούδι, είναι άκαρδη, πράγμα που είναι αλήθεια κατά βάθος, αλλά οι περισσότεροι ήρωες του λαϊκού μας τραγουδιού, δεν κάνουν κάτι γι' αυτό, δέχονται παθητικά το πεπρωμένο. Όταν αυτό το πράγμα δεν συμβαίνει,σπάνια δηλαδή,τότε πραγματικά μπορούμε να μιλήσουμε για κάτι το αληθινά λαμπερό και υπερβατικό. Τέτοιες περιπτώσεις είναι ο Τσιτσάνης,ο Μάρκος,ο Παπαϊωάννου,και αρκετοί μεταγενέστεροι, όπως ο Άκης Πάνου ή ο Ζαμπέτας,για να αναφέρω, μόνο, όσους πραγματικά αγαπώ.Τι κάναν, όλοι αυτοί, και γιατί τους ακούμε όλοι εμείς, που είμαστε άσχετοι με τη "θεματογραφία" του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού; Δέχονται τον εαυτό τους σαν ένα μέρος όλου του κόσμου, το τραγούδι τους, αν και βαθιά υποκειμενικό στο ξεκίνημα του, στο τέλος νιώθεις ότι αφορά τους πάντες, κάθε είδους αδικημένο(όχι μόνο τον ταξικά αδικημένο), κάθε είδους ερωτευμένο(παρανόμου, νόμιμου, ορθόδοξου, ανορθόδοξου). Κι αυτό συμβαίνει γιατί μέσα στην ένταση της δημιουργίας, ξεχνάει κανείς τα μικροσυμφέροντα του και το μίζερο εαυτό του, και βρίσκει κάτι που αφορά περισσότερους απ' όσους κι ίδιος φαντάζεται. Κι' αυτό, τις περισσότερες φορές, γίνεται έτσι, χωρίς υπολογισμούς. Έτσι, λοιπόν, όταν ο Γιώργος Νταλάρας, αγχώνεται να γίνει ο οικουμενικός μας τραγουδιστής, αποτυγχάνει, γιατί δεν αρκεί μόνο η φωνή του βιρτουόζου, χρειάζεται ειλικρίνεια, να παραδεχθείς τα χάλια σου στους άλλους,όχι από ναρκισσισμό, ούτε για να σε λυπηθούν, αλλά για σε ανασύρουν έξω στο φως.
Τώρα βέβαια θα μου πείτε, υπάρχει λαϊκό τραγούδι σήμερα, ή καλύτερα τι ορίζουμε ως λαϊκό; Αυτό είναι θέμα για άλλο ποστ, Θα επανέλθω...

www.slowfood.com

επισκεπτεσ:

count website traffic

Αναγνώστες