3 Ιουν 2009

Ο "Αυτονόητος" Έλληνας


Στην επαρχία, συχνά παρατηρώ σαν σε κίνηση τράβελινγκ, φιγούρες καθισμένες σε «υπερσύγχρονα» καφενεία όλο νάιλον και λουλουδάτους καναπέδες. Χοντροκομμένα χέρια, με άγαρμπες κινήσεις,πιάνουν και πίνουν με κολονάτα ποτήρια, σαν να μη το πιστεύουν, . Άλλοι πάλι , συνήθως πιο νέοι, στα ιντερνέτ-καφέ αναστενάζουν. Με αυτό το μπλε φώς που συχνά υπάρχει, μοιάζουν με πλήρωμα διαστημοπλοίου , δεκάδες σιωπηλά κεφάλια μπροστά από οθόνες, σαν υπνωτισμένα. Πολλοί άνθρωποι μαζί, ο καθένας στο κόσμο του.
Τι εκφράζουν όλοι αυτοί; Τι ορίζεται στην εποχή μας ως λαϊκό; Τι ανήκει, τι ταιριάζει, τι προέρχεται και τι δημιουργείται πια απ’ το λαό; Άπειροι άνθρωποι καθημερινά περνάν από δίπλα μας ,κι εμείς ούτε καν προλαβαίνουμε να δούμε το πρόσωπο τους .Μήπως ήρθε η ώρα για μια νέα απόπειρα ανάγνωσης τους;
Έχει πάντα δίκιο ο λαός; Προσποιείται, μηχανικά πλέον, τον αγνό, τον «κυρίαρχο», και το «σοσιαλιστή», ενώ στην ουσία έχει πια αλλάξει. Τώρα στη κατσαρόλα του «σιγοβράζουν» νέα καρυκεύματα, η αδράνεια, η τυφλή, σκυφτή νομιμοφροσύνη, ,η καχυποψία για τον διπλανό , ο φόβος για τον άλλον, αλλά και για το «άλλο», για αυτό που δεν του είναι οικείο. Νέα στοιχεία έρχονται να αλλοιώσουν, το έτσι κι’ αλλιώς, αλλοιωμένο πρόσωπό του. Θα τολμούσαμε να πούμε, ότι ο λαϊκός άνθρωπος στον νεοελληνικό χώρο, τείνει να μοιάσει με ότι έχει συνηθίσει να μισεί. Μισεί τον «αστό», τον «εργοδότη», τον «δεξιό», την «εξουσία», για τη διαφθορά της, την απληστία της, το προκλητικό της βίο, ενώ κι’ ο ίδιος παρακολουθεί λιγωμένος στη τηλεόραση τα νάζια των «αστέρων», συμπάσχει με τους βίους και τα δράματα των πλουσίων, και με τη πρώτη «ευκαιρία» χτίζει βιλίτσα-τούρτα σε λαϊκό προάστιο για να νιώσει επιτέλους ο ήρωας της γειτονιάς του. Και μακάρι τα πράγματα να ήταν τόσο απλά ή γραφικά, από τη δεκαετία του ΄60 ο φτωχός ήθελε πάντα να είναι πλούσιος, ο λαϊκός ήθελε πάντα να είναι κάτι σαν τον άλλο, αυτόν που αγαπά να μισεί. Η μάζα πάντα «έκλεβε» απ’ τους λίγους. Υπήρχε ακόμη κι’ εκεί κάτι το αυθεντικό.
Η σημερινή κατάσταση, πιστεύω ότι γεννήθηκε την περίοδο της «Αλλαγής». Ως και οι πέτρες μιλούσαν τότε για λαϊκή δικαίωση, πράγμα υγιές και αυτονόητο για την εποχή εκείνη , για κάθε εποχή, αλλά που, όπως τα περισσότερα πράγματα στην Ελλάδα, έγινε άτακτα, με λύσσα και βιασύνη, χωρίς να υπολογιστούν οι μελλοντικές συνέπειες. Το πράγμα διογκώθηκε κατά τα μέσα της δεκαετίας του ’90, όταν δάνεια, δόσεις και πλαστικό χρήμα, έγιναν βασικό «όπλο» για τον κάθε είδους απελπισμένο ή στερημένο. Τότε άρχιζε να εμφανίζεται αυτό που αργότερα κυριάρχησε, η θολή πεποίθηση ότι όλα είναι εφικτά. Μια ατμόσφαιρα «πλαστικής» ευημερίας ανέτειλε και έδυε, καθημερινά. Για αρκετά χρόνια, επικρατούσε η εικόνα μιας πλαστής ζωής με ανθρώπινες τάξεις ακυρωμένες από την νέα εποχή, όπου ο λαϊκός άνθρωπος, παρέμενε λαϊκός από συνήθεια και βίτσιο μόνο, σαν ένα καρτούν που έβριζε τους «αστούς», τους «εξουσιαστές» του, ζώντας όμως, επιτέλους, σαν κι’ αυτούς . Έτσι, το συχνό φαινόμενο του νεοέλληνα που στέλνει τα παιδιά του στα τένις και στα κάθε λογής ντι ρι και ινστιτούτα επαγγελματικής κατάρτισης ,με την ίδια ευκολία που ο ίδιος ανοίγει φιάλες στα ξενυχτάδικα, έχοντας, παράλληλα, συγγενή «επαγγελματία» συνδικαλιστή να τον «βολεύει», θα αποτελέσει πρότυπο για την εμφάνιση ενός μπερδεμένου τύπου Έλληνα, για ένα είδος οπού ο «καταπιεσμένος» και ο «δυνάστης», συναντώνται σ’ ένα πρόσωπο, σ’ ένα χαρακτήρα με διττό και αντιφατικό ψυχισμό.
Με τον ερχομό της νέας κατάστασης και αποκλειστικά γι’ αυτή , νιώθω να έχει δημιουργηθεί ένα ολόκληρο σύμπαν , αυτό του "ΑΥΤΟΝΟΗΤΟΥ" ΕΛΛΗΝΑ, μια νέα «λαϊκή» κουλτούρα που εκφράζεται σε: συμπεριφορές, οικιακά σκεύη, διαφημίσεις, λαζόπουλους , έντυπα, ατάκες και «εθνικούς θριάμβους» σε τέτοιο βαθμό που οτιδήποτε δεν αφομοιώνεται απ’ αυτήν: μια νεανική κι αυθόρμητη πρωτοβουλία, μια νέα και ασυνήθιστη μουσικός, ένας πραγματικά τίμιος πολιτικός που δεν λαϊκίζει για να γίνει συμπαθής, να θεωρείται περίεργο, ξένο σώμα και εντέλει εχθρός. Παράλληλα οι λεγόμενες «προοδευτικές» δυνάμεις, κινούμενες κυρίως γύρω από μια θλιβερή διανοουμενίστικη ελίτ, με γλώσσα βαρετή και απαρχαιωμένη και με δράσεις στα όρια του κλισέ, αντί να διαμορφώνουν πρόσωπα και καταστάσεις, αντί να είναι φωτεινό παράδειγμα πρωτοτυπίας, θάρρους και αληθινού ξοδέματος, παραμένουν στο περιθώριο , χειροκροτώντας άκριτα νέους ,μετανάστες, εργάτες, και διάφορες ψευτοκαλλιτεχνικές απόπειρες, με αποτέλεσμα να συντηρούν το κακό.
Το κακό παραμένει, το κακό υπήρχε πάντα, και δυστυχώς κρύβεται συχνά μέσα στο καλό, στο κοινά αποδεκτό, στο αυτονόητο. Πάλι ακούγονται από παντού πολλά λόγια, γεμίσαμε πάλι ανθρώπους φουσκωμένους από απόψεις κι ερμηνείες. Εμείς ας μη βιαστούμε, ας είμαστε μόνο λίγο πιο παρατηρητικοί…


ζωγραφική του Neo Rauch απο το http://www.davidzwirner.com.

30 Μαΐ 2009

Μάιος Ο Εξωστρεφής




Είχα καιρό να πιάσω πληκτρολόγιο, δεν μπορούσα να γράψω λέξη, μου βγαίνανε όλο κάτι βαρύγδουπες δοκιμιακές απόπειρες ή κείμενα ημερολογιακά όλο «στυλ», οπού το ασήμαντο δοξάζεται άσκοπα, σαν να κολλάει το μάτι σου σε μια πρίζα, σαν να ερωτεύεσαι με πάθος τη καφετιέρα σου.
Οι μήνες της «καταναγκαστικής» χειμωνιάτικης εσωστρέφειας μου έδωσαν την ευκαιρία για πράγματα που ήθελα από καιρό να κάνω, το «στρίμωγμα» μου έδωσε το κατάλληλο χώρο για να γεννηθούν καινούργια πράγματα.
Ο Μάιος, που τώρα φεύγει, ήταν, αντιθέτως, από τους πιο εξωστρεφείς μήνες της μέχρι τώρα ζωής μου, ένα ηχηρό χαστούκι σε όσα με ηρεμία και με πολύ αργούς ρυθμούς είχα στήσει. Ξαφνικά άνθρωποι κάθε είδους ,φίλοι, πρώην συμμαθητές και σημερινοί υποψήφιοι μπαμπάδες, κοσμικοί, τηλεφάτσες, αφηρημένες κούκλες, στρυφνοί καλλιτέχνες, αδίσταχτοι έμποροι πέρασαν από μπροστά μου. Ακούστηκαν κάθε είδους σχόλια για τα πράγματα που είχα φτιάξει. Πίνακες που δημιουργήθηκαν με σιωπή (άντε και με λίγη μουσική), ξαφνικά, μέσα σε λίγες μέρες, γέμισαν με λόγια, ίδρωσαν μες τον συνωστισμό , «αλλοιώθηκαν» από τις ματιές των περαστικών. Το ιδιωτικό έγινε απότομα δημόσιο, το μυστικό έπαψε να είναι μυστικό και έγινε άλλη μια «ενότητα έργων», «νέα δουλειά», «δεύτερη έκθεση», «πολύ ενδιαφέρουσα πρόταση» και άλλα πολλά. Για άλλους ήμουν ακόμη άτολμος, για άλλους υπερβολικά τολμηρός, κάποιος άλλος πάλι, παρατήρησε ότι οι γυναίκες απουσιάζουν ανησυχητικά από τα έργα μου!
Τώρα ο Μάιος τελειώνει, και μαζί του παίρνει και τις φωνές. Επιστροφή ξανά στη «παλιά» ζωή , ή μήπως το ξεκίνημα μιας νέας, ολοκαίνουριας; Θα δείξει…
δείτε τα έργα εδώ

27 Μαΐ 2009

"Τα Άνθη Της Καθημερινότητας"


Πίσω από τον κόσμο που ζούμε, μακριά στην άβυσσο, υπάρχει ένας άλλος κόσμος, σε τέτοια σχέση με μας, όπως η σκηνή θεάτρου πίσω από την πραγματική σκηνή. Εκεί διαδραματίζονται όλα! Πολλοί που φαίνονται με το σώμα τους στον πραγματικό κόσμο και διαδραματίζουν την ύπαρξή τους εδώ ανήκουν στον άλλο κόσμο, πίσω από τη σκηνή.

(Søren Kierkegaard, Το ημερολόγιο ενός διαφθορέα, μτφρ. Δ. Μπέσκος, Εκδ. Κάκτος, Αθήνα 2006)

Στην κάπως υπερβατική αυτή φράση του Kierkegaard, κρύβεται μια κριτική του ρεαλισμού, των όρων με τους οποίους αντιμετωπίζουμε την πραγματικότητα, τις αναπαραστάσεις της και δη τις καλλιτεχνικές. Αν υποστηρίξουμε πως η τέχνη κατορθώνει την ποιητική μεταστοιχείωση της απτής πραγματικότητας, τότε θα ήταν άδικο να πούμε, πως η εκάστοτε ρεαλιστική απεικόνιση παραμένει στην πρώτη ανάγνωση του ορατού κόσμου. Τέτοιες σκόρπιες σκέψεις δημιουργεί με την πρώτη ματιά η τελευταία ενότητα έργων του Αχιλλέα Ραζή, υπό τον τίτλο Τα Άνθη Της Καθημερινότητας.

Γνώριμοι άνθρωποι, γνωστά περιβάλλοντα, έντονες φωτοσκιάσεις, καταλαμβάνουν τη ζωγραφική επιφάνεια, με τρόπο που δημιουργεί απορίες ως προς την ίδια την πραγματικότητα τους. Και τούτο διότι, ενώ το σύμπαν των εικόνων του Αχιλλέα Ραζή μοιάζει οικείο στον έλληνα θεατή, είναι στην πραγματικότητα ανεστραμμένο. Βρισκόμαστε μπροστά σε μίαν ανακατασκευή της καθημερινότητας, προϊόν εν πολλοίς μιας αποστασιοποιημένης θέσης από αυτήν.

Ο Αχιλλέας Ραζής θέτει τους ήρωες του πάνω σε μία θεατρική σκηνή, εκείνη «πίσω από την πραγματική», όπως αυτή του παραπάνω αποσπάσματος. Σκηνοθετεί με σκοπό να διασπάσει το οικείο του σύμπαν στα συστατικά του μέρη. Σε μια προηγούμενη συνθήκη, όπου ο κόσμος φάνταζε σε πλήρη αρμονία με μιαν υπερβατική επιταγή και τάξη, όλα έμοιαζαν να αποτελούν μέρος μιας ολότητας. Αυτός ο «προηγούμενος κόσμος, δε μπορεί πλέον παρά να εμφανίζεται στα μάτια του ανθρώπου της νεωτερικότητας ως διασπασμένος. Σε αρκετές περιπτώσεις, αυτό που η μοντέρνα τέχνη αναδύει, είναι η νέα αναπαράσταση αυτού του συρραμμένου κόσμου, με εμφανή όλα εκείνα τα σημεία της επανασυγκόλλησης. Τίποτα δεν δύναται πλέον να νοηθεί, άρα και να αναπαρασταθεί, ξανά ως ολότητα.

Έτσι, θα μπορούσε κανείς να πει πως κάθε νέα αναπαράσταση αποτελεί την ίδια στιγμή και κριτική της. Προκύπτει, όμως, εδώ ένα ζήτημα αφήγησης, το τι, με άλλα λόγια, εξιστορείται στα έργα αυτά. Σε γενικές γραμμές λοιπόν, ο ζωγραφικός κόσμος του Αχιλλέα Ραζή απαρτίζεται από τα στοιχεία εκείνα που συγκροτούν μιαν αμφίσημη και διασπασμένη καθημερινότητα, όπως αυτή γίνεται αντιληπτή στο δημόσιο χώρο: πλατείες, εμπορικοί δρόμοι, κερκίδες, λαϊκές αγορές, λέσχες, χώροι αναψυχής, καντίνες, μαγαζάκια, δημόσιες υπηρεσίες, αίθουσες συνελεύσεων, συνθέτουν το περιβάλλον στο οποίο λαμβάνει χώρα μια διάδραση με τους εκάστοτε χρήστες της δημόσιας σφαίρας, που εδώ δεν αναπαρίσταται συμβολικά ή αλληγορικά, αλλά «δειγματοληπτικά». Και τούτο διότι, όντας μακριά από μια αντίληψη του δημοσίου χώρου ως ενιαίου, αυτός φέρει τα θραύσματα ενός καταμερισμού, μιας διάσπασης σε επιμέρους λειτουργίες. Μια τέτοια «διάσπαση» δεν θα μπορούσε παρά να επηρεάζει και να καθορίζει τη συμπεριφορά των χρηστών ή των εμπλεκομένων σε αυτόν. Οι τελευταίοι, συνδικαλιστές, πλαδαρά ζευγάρια με γυαλιστερά σορτς σε διακοπές, αργόσχολοι που παίζουν λόττο και στοίχημα, καταναλωτές, απλοί περαστικοί, παιδιά με μπάλες και skateboards, δείχνουν να μην ενδιαφέρονται για το τι συμβαίνει γύρω τους. Η δραστηριότητά τους παραμένει ανεξάρτητη από το περιβάλλον στο οποίο αυτή λαμβάνει χώρα, όπως επίσης και «απελευθερωμένη» από αυτή των υπολοίπων. Οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων σε ένα τέτοιο περιβάλλον καθίστανται τυπικές και καθετί μοιάζει να έχει απολέσει οποιαδήποτε άλλη δυνατότητα πέρα από τη «ρυθμιστική». Η γλώσσα μετατρέπεται σε κώδικα, ο χώρος σε σύμβαση. Τίποτα δεν οδηγεί στο συμπέρασμα πως ό, τι εκεί διαδραματίζεται εμπεριέχει μιαν ακόμα διάσταση πέρα από την αυστηρά επικοινωνιακή. Κάθε φώνημα και κάθε γράφημα ενέχει έναν αποκλειστικά λειτουργικό χαρακτήρα.

Τελικά ο Ραζής είναι αυτός που κατασκευάζει και το σκηνικό, στο οποίο θα θέσει τους ρόλους, από την αρχή. Οι πράξεις των δραστών σε αυτό δεν καθοδηγούνται από μιαν υπερβατική δύναμη, αλλά αυτόνομα, εμπειρικά. Οι δρώντες δεν συγκροτούν μια κοινότητα, της οποίας τα μέλη έχουν κοινό παρελθόν, παρόν και μέλλον. Μοιάζουν με αυτό το ποικιλόχρωμο πλήθος, που συνωστίζεται στις στάσεις των λεωφορείων, στις ουρές των δημόσιων υπηρεσιών, ή ακόμα και πίσω από πανό με αντινομικά μεταξύ τους αιτήματα σε μία διαδήλωση.

Πρωταγωνιστές, περιβάλλοντα και χώροι «έρχονται στο φως». Φωτίζονται έντονα, με τρόπο «ανακριτικό», με τρόπο που αποσκοπεί να φανερώσει την αλήθεια τους. Η παθητική φωνή όμως εδώ δεν αρμόζει. Υπάρχει εδώ μια δράση, μια ζωγραφική πράξη. Ο Ραζής είναι αυτός που «φέρνει στο φως», αυτός που «ανακρίνει». Ρίχνει άπλετο φως σε αυτό που επιθυμεί να διαλευκάνει, να δει με άλλο μάτι, στο, εν πολλοίς, τετριμμένο. Ο έντονος φωτισμός, αν και διατηρεί τις αναφορές του στην οπτική εμπειρία, είναι τεχνητός. Είναι το φως που ρίχνει ο ερευνητής στο προς παρατήρηση αντικείμενό του. Δεν θα μπορούσε άλλωστε να είναι διαφορετικά, εφόσον, ως ζωγράφος, επιλέγει αυτό που θέλει να δει, αυτό που επιθυμεί να αναδείξει, ώστε να καταφέρει να το μεταστοιχειώσει ποιητικά και να το παραδώσει στο βλέμμα και την κρίση του κοινού.

Ο τίτλος που συνοδεύει τα έργα, Τα Άνθη της Καθημερινότητας, ενέχει την ίδια στιγμή κάτι ειρωνικό, αλλά και κάτι εξόχως υπαινικτικό. Προδιαθέτει για την αρνητική στιγμή της, αυτήν της εκδήλωσης μιας απουσίας, της εξάλειψης του ωραίου και του υψηλού και, ταυτόχρονα, εκφράζει το αίτημα για μια δεύτερη, αναστοχαστική και σε βάθος ματιά στα πράγματα που είναι καταδικασμένα στην καθημερινότητα, στην τρωτότητα, στη φθορά. Η πραγματικότητα «γονιμοποιεί» την αναπαράστασή της, ώστε να παραχθεί ένα νέο «συμβάν», που εδώ δεν είναι άλλο από το καλλιτεχνικό έργο. Ίσως τελικά αυτό να μην είναι τίποτα παραπάνω από το προϊόν αυτής της ανθοφορίας, το άνθος μιας καταδικασμένης στην πεζότητα καθημερινότητας. Κάθε έργο αποτελεί και ένα υπαρκτό αντικείμενο ενατένισης, αποτελούμενο από υλικά τα οποία δύνανται να ανασυγκολλήσουν. Αυτή θα μπορούσε να αποτελεί μιαν ακόμα ιδιότητα της ζωγραφικής: να επανενώνει τον παράδοξα κατακερματισμένο και αντινομικό κόσμο σε μία ύλη, σε ένα υλικό, στον εκάστοτε χρωστήρα. Να παραδώσει επίσης στο βλέμμα του θεατή την συνένωση του ορατού και του αφανούς με τη χρήση μιας και μόνον ύλης. Μέσω μιας ολόκληρης σειράς από αμφισημίες, δεν θα μπορούσαμε παρά να δούμε στο ρεαλισμό και αυτή τη δυνατότητα: να θέτει την παραδοξότητα του οικείου κόσμου στις πραγματικές του διαστάσεις, εκείνες, που μόνον από μια δημιουργική απόσταση μπορούν να γίνουν αντιληπτές.

Κώστας Χριστόπουλος Μάιος 2009.

www.slowfood.com

επισκεπτεσ:

count website traffic

Αναγνώστες