10 Ιουλ 2009

Κτίρια


Κτίρια, κτίρια, κτίρια : Είναι παντού, όπως και οι άνθρωποι, είναι αδύνατο να τα αγνοήσω, έχουν το δικό τους χαρακτήρα: κτίρια σοβαρά ή χαριτωμένα, κτίρια με έπαρση ή ταπεινότητα, όπως και οι άνθρωποι. Πολυκατοικίες αμέτρητες στις πόλεις, οικοδομήματα αυθαίρετα στην επαρχία, χαμογελαστές καντίνες, λυπημένες κολώνες, εμφανίζονται ξαφνικά στο πουθενά όταν ταξιδεύεις στην εθνική οδό, κτίσματα που ούτε προλαβαίνεις να τα φωτογραφίσεις, συγκρατείς απλώς κάποιες βασικές γραμμές.
Ζω σε μια χώρα που (σχεδόν) ότι βλέπω με πληγώνει. Έννοιες όπως «αισθητική», «ισορροπία», «συμμετρία», που άλλοτε εδώ ήταν αυτονόητες σαν τον αέρα και το νερό, είτε παρερμηνεύτηκαν, είτε «καταπατήθηκαν» πότε από τους διάφορους ευφάνταστους “ειδήμονες”, και πότε από τους «έχω χρήμα και κάνω ότι μου καπνίσει» άσχετους , δύο είδη που, δυστυχώς, αφθονούν στα μέρη μας.
Εγώ όμως εξακολουθώ να ζω εδώ πέρα, να περπατάω, να ταξιδεύω και ν’ ανακαλύπτω. Τις περισσότερες φορές βλέπω μια χώρα που δεν κατορθώνει να σέβεται τους κανόνες, αλλά ούτε και να τους ανατρέπει, μπας και βρει άλλους. Και αυτό δεν αφορά μόνο τα κτίρια, φυσικά. Απ’ την άλλη, εκεί που πάω να γκρινιάξω, βλέπω κάτι το τρομερά κιτς που ευφυώς καταφέρνει και στέκει, χάσκω μπροστά σε μια τυχαία κατασκευή ανεπιτήδευτης απλότητας, και έτσι προχωράω.
Πρέπει να ξαναδούμε τη χώρα μας, τη κάθε χώρα, επειγόντως και με ειλικρίνεια. Πρέπει να ξαναδούμε τα κτίρια, αλλά και τους ανθρώπους. Η Αθήνα μετά τη καταστροφή της αντιπαροχής , έζησε δεύτερη «καταστροφή» με τη στείρα νοσταλγία για τα νεοκλασικά και τη ισοπεδωτική βαρβαρότητα των γυάλινων κτιρίων. Τώρα σειρά έχουν όσοι ζουν εντός της. Στις μέρες μας, πια, το ζητούμενο δεν είναι η όποια αισθητική άποψη, αλλά το περιεχόμενο μιας πόλης, η μέσα ζωή της. Τώρα οι άνθρωποι ,στην Αθήνα κυρίως, ξεσπάνε βίαια, ολημερίς και ολονυχτίς εξασκούνται στο μίσος, υιοθετώντας εκ νέου σκοτεινά δόγματα. Η απουσία αρμονίας σε όλα τα επίπεδα, η εξουδετέρωση της «αρχιτεκτονικής» της καθημερινότητας των πόλεων και κυρίως της πρωτεύουσας , γέννησε αυτούς τους τρελαμένους και κουτούς ανθρώπους. Είναι οι σκοτεινοί πολίτες μιας σκοτεινής πολιτείας. Πολιτικές κοντόφθαλμες και άτολμες και μια κοινωνία που όταν δεν ξεχνιέται με «θριάμβους», αναπολεί τα περασμένα, είναι επόμενο να δώσει τροφή σε όλους αυτούς . Σαν ξεπεσμένοι τσιφλικάδες, όλο χολή, και με πρόσχημα την αγανάκτηση, κάποιοι οδηγούνται σε ανεκδιήγητες πρακτικές. Μια θολή τρέλα κυριαρχεί παντού.
Δεν μπορώ να τ’ αγνοώ όλα αυτά , και να τριγυρνώ στη πόλη σαν χαρούμενη πεταλουδίτσα.. Είναι αδύνατο να μιλάς μόνο για κτίρια, για δρόμους, για πλατείες, αγνοώντας τους ανθρώπους. Εμείς είμαστε η πόλη, εμείς είμαστε τα κτίρια.

23 Ιουν 2009

Η Μετακόμιση


Ο χρόνος περνάει γρήγορα για τους περισσότερους από μας, δεν πρέπει να ξεχνάμε όμως ότι για κάποιους άλλους ο χρόνος είναι βαρίδι ή πέτρα που κυλάει πολύ αργά. Τι είναι ο Χρόνος; Μήπως είναι απλώς τα σπίτια που αφήνουμε πίσω και αυτά που σε λίγο θα βρούμε;
Μετακομίζω. Καλοκαιριάτικα. Κούτες, πακέτα, βαψίματα. Άδειοι χώροι. Άδειοι τοίχοι, που μόνο άδειοι δεν είναι, καθώς μες τη γύμνια τους δείχνουν ,καθαρότερα από ποτέ, τα σημάδια ενός χώρου βιωμένου, μιας ζωής τεσσάρων τοίχων, ακόμα ζεστής που σε λίγο όμως θα είναι παρελθόν:πρόκες, σημάδια από σελοτέιπ, δαχτυλιές, είναι οι αποδείξεις ότι κάποιοι ήταν εδώ. Οι τοίχοι τα έχουν δει όλα, έχουν μυρίσει τα φαγητά μας, έχουν ακούσει τις μουσικές μας,έχουν μάθει τα μυστικά μας. Είναι όμως εχέμυθοι, δεν θα πούνε τίποτα στους επόμενους ενοικιαστές, κι όταν με μια μπογιά τα σημάδια φύγουν, ίσως να μην έχει μείνει τίποτα από την εκεί ζωή μας. Μου προκαλούν αναστάτωση οι μετακομίσεις, οι αλλαγές κάθε τύπου. Με πιάνει ένα αστείο άγχος: ότι πρέπει να ξεκαθαρίσω εκ νέου τα πράγματα,αφού όσα με τάξη είχα ορίσει έχουν γίνει ξανά μαλλιά-κουβάρια. Υπάρχει όμως και μια ωραία ατμόσφαιρα ελαφράδας που τελικά κυριαρχεί και στο τέλος μένει, πείθοντας σε, ότι όλα όσα γράφτηκαν ή ειπώθηκαν μέχρι τώρα, ήταν απλώς η πρόβα για τα καλύτερα που θα ρθουν.
- πριν φύγω, φωτογράφισα, για να θυμάμαι, τη θέα από το εργαστήριο μου.

3 Ιουν 2009

Ο "Αυτονόητος" Έλληνας


Στην επαρχία, συχνά παρατηρώ σαν σε κίνηση τράβελινγκ, φιγούρες καθισμένες σε «υπερσύγχρονα» καφενεία όλο νάιλον και λουλουδάτους καναπέδες. Χοντροκομμένα χέρια, με άγαρμπες κινήσεις,πιάνουν και πίνουν με κολονάτα ποτήρια, σαν να μη το πιστεύουν, . Άλλοι πάλι , συνήθως πιο νέοι, στα ιντερνέτ-καφέ αναστενάζουν. Με αυτό το μπλε φώς που συχνά υπάρχει, μοιάζουν με πλήρωμα διαστημοπλοίου , δεκάδες σιωπηλά κεφάλια μπροστά από οθόνες, σαν υπνωτισμένα. Πολλοί άνθρωποι μαζί, ο καθένας στο κόσμο του.
Τι εκφράζουν όλοι αυτοί; Τι ορίζεται στην εποχή μας ως λαϊκό; Τι ανήκει, τι ταιριάζει, τι προέρχεται και τι δημιουργείται πια απ’ το λαό; Άπειροι άνθρωποι καθημερινά περνάν από δίπλα μας ,κι εμείς ούτε καν προλαβαίνουμε να δούμε το πρόσωπο τους .Μήπως ήρθε η ώρα για μια νέα απόπειρα ανάγνωσης τους;
Έχει πάντα δίκιο ο λαός; Προσποιείται, μηχανικά πλέον, τον αγνό, τον «κυρίαρχο», και το «σοσιαλιστή», ενώ στην ουσία έχει πια αλλάξει. Τώρα στη κατσαρόλα του «σιγοβράζουν» νέα καρυκεύματα, η αδράνεια, η τυφλή, σκυφτή νομιμοφροσύνη, ,η καχυποψία για τον διπλανό , ο φόβος για τον άλλον, αλλά και για το «άλλο», για αυτό που δεν του είναι οικείο. Νέα στοιχεία έρχονται να αλλοιώσουν, το έτσι κι’ αλλιώς, αλλοιωμένο πρόσωπό του. Θα τολμούσαμε να πούμε, ότι ο λαϊκός άνθρωπος στον νεοελληνικό χώρο, τείνει να μοιάσει με ότι έχει συνηθίσει να μισεί. Μισεί τον «αστό», τον «εργοδότη», τον «δεξιό», την «εξουσία», για τη διαφθορά της, την απληστία της, το προκλητικό της βίο, ενώ κι’ ο ίδιος παρακολουθεί λιγωμένος στη τηλεόραση τα νάζια των «αστέρων», συμπάσχει με τους βίους και τα δράματα των πλουσίων, και με τη πρώτη «ευκαιρία» χτίζει βιλίτσα-τούρτα σε λαϊκό προάστιο για να νιώσει επιτέλους ο ήρωας της γειτονιάς του. Και μακάρι τα πράγματα να ήταν τόσο απλά ή γραφικά, από τη δεκαετία του ΄60 ο φτωχός ήθελε πάντα να είναι πλούσιος, ο λαϊκός ήθελε πάντα να είναι κάτι σαν τον άλλο, αυτόν που αγαπά να μισεί. Η μάζα πάντα «έκλεβε» απ’ τους λίγους. Υπήρχε ακόμη κι’ εκεί κάτι το αυθεντικό.
Η σημερινή κατάσταση, πιστεύω ότι γεννήθηκε την περίοδο της «Αλλαγής». Ως και οι πέτρες μιλούσαν τότε για λαϊκή δικαίωση, πράγμα υγιές και αυτονόητο για την εποχή εκείνη , για κάθε εποχή, αλλά που, όπως τα περισσότερα πράγματα στην Ελλάδα, έγινε άτακτα, με λύσσα και βιασύνη, χωρίς να υπολογιστούν οι μελλοντικές συνέπειες. Το πράγμα διογκώθηκε κατά τα μέσα της δεκαετίας του ’90, όταν δάνεια, δόσεις και πλαστικό χρήμα, έγιναν βασικό «όπλο» για τον κάθε είδους απελπισμένο ή στερημένο. Τότε άρχιζε να εμφανίζεται αυτό που αργότερα κυριάρχησε, η θολή πεποίθηση ότι όλα είναι εφικτά. Μια ατμόσφαιρα «πλαστικής» ευημερίας ανέτειλε και έδυε, καθημερινά. Για αρκετά χρόνια, επικρατούσε η εικόνα μιας πλαστής ζωής με ανθρώπινες τάξεις ακυρωμένες από την νέα εποχή, όπου ο λαϊκός άνθρωπος, παρέμενε λαϊκός από συνήθεια και βίτσιο μόνο, σαν ένα καρτούν που έβριζε τους «αστούς», τους «εξουσιαστές» του, ζώντας όμως, επιτέλους, σαν κι’ αυτούς . Έτσι, το συχνό φαινόμενο του νεοέλληνα που στέλνει τα παιδιά του στα τένις και στα κάθε λογής ντι ρι και ινστιτούτα επαγγελματικής κατάρτισης ,με την ίδια ευκολία που ο ίδιος ανοίγει φιάλες στα ξενυχτάδικα, έχοντας, παράλληλα, συγγενή «επαγγελματία» συνδικαλιστή να τον «βολεύει», θα αποτελέσει πρότυπο για την εμφάνιση ενός μπερδεμένου τύπου Έλληνα, για ένα είδος οπού ο «καταπιεσμένος» και ο «δυνάστης», συναντώνται σ’ ένα πρόσωπο, σ’ ένα χαρακτήρα με διττό και αντιφατικό ψυχισμό.
Με τον ερχομό της νέας κατάστασης και αποκλειστικά γι’ αυτή , νιώθω να έχει δημιουργηθεί ένα ολόκληρο σύμπαν , αυτό του "ΑΥΤΟΝΟΗΤΟΥ" ΕΛΛΗΝΑ, μια νέα «λαϊκή» κουλτούρα που εκφράζεται σε: συμπεριφορές, οικιακά σκεύη, διαφημίσεις, λαζόπουλους , έντυπα, ατάκες και «εθνικούς θριάμβους» σε τέτοιο βαθμό που οτιδήποτε δεν αφομοιώνεται απ’ αυτήν: μια νεανική κι αυθόρμητη πρωτοβουλία, μια νέα και ασυνήθιστη μουσικός, ένας πραγματικά τίμιος πολιτικός που δεν λαϊκίζει για να γίνει συμπαθής, να θεωρείται περίεργο, ξένο σώμα και εντέλει εχθρός. Παράλληλα οι λεγόμενες «προοδευτικές» δυνάμεις, κινούμενες κυρίως γύρω από μια θλιβερή διανοουμενίστικη ελίτ, με γλώσσα βαρετή και απαρχαιωμένη και με δράσεις στα όρια του κλισέ, αντί να διαμορφώνουν πρόσωπα και καταστάσεις, αντί να είναι φωτεινό παράδειγμα πρωτοτυπίας, θάρρους και αληθινού ξοδέματος, παραμένουν στο περιθώριο , χειροκροτώντας άκριτα νέους ,μετανάστες, εργάτες, και διάφορες ψευτοκαλλιτεχνικές απόπειρες, με αποτέλεσμα να συντηρούν το κακό.
Το κακό παραμένει, το κακό υπήρχε πάντα, και δυστυχώς κρύβεται συχνά μέσα στο καλό, στο κοινά αποδεκτό, στο αυτονόητο. Πάλι ακούγονται από παντού πολλά λόγια, γεμίσαμε πάλι ανθρώπους φουσκωμένους από απόψεις κι ερμηνείες. Εμείς ας μη βιαστούμε, ας είμαστε μόνο λίγο πιο παρατηρητικοί…


ζωγραφική του Neo Rauch απο το http://www.davidzwirner.com.

www.slowfood.com

επισκεπτεσ:

count website traffic

Αναγνώστες