14 Δεκ 2008

Λίγο μετά τα γεγονότα, λίγο πριν τα Χριστούγεννα


Καθώς επιστρέφει στη πόλη σιγά-σιγά η τάξη, έρχεται η ώρα να δούμε τα πράγματα πιο ψύχραιμα. Ας ευχηθούμε αυτή «επιστροφή στη τάξη», να μη καταλήξει βιαστικό κουκούλωμα της νέας αυτής πραγματικότητας, να μη γίνει αφορμή για νέες, συντηρητικές, αυτή τη φορά, κορώνες. Το τόσο Ελληνικό και μικροαστικό «νοικοκυρεματάκι», είναι συνήθως ένα επιπόλαιο σκούπισμα όσων βλέπει η πεθερά. Το θέμα μας είναι τι μένει απ’ όλα αυτά, δηλαδή, όσα δε βλέπει η πεθερά. Αυτά συνήθως που μένουν «ασκούπιστα» κάτω απ’ το χαλί, είναι αυτά που διαμορφώνουν καταστάσεις, σχηματίζουν ρεύματα και , κάποιες φορές, ενδιαφέροντες ανθρώπους.
Υπάρχουν, βέβαια, και οι αφελείς, που μες τη φωτιά ονειρεύονται ανατροπές της Κοινωνίας, της Πολιτείας, , χωρίς να συνειδητοποιούν ότι αυτό που ,πρώτα απ’ όλα ,πρέπει να ανατραπεί, είναι τα χιλιάδες συμπλέγματα, ο εγωισμός και τα «αντί» που τους σκλαβώνουν. Η απελευθέρωση μας από το δικό μας, καθημερινό ,μίζερο εαυτό, είναι, πια, το ζητούμενο. Αυτός που μας εξουσιάζει και πρέπει να νικηθεί, είναι ο βαριεστημένος, παθητικός, χαζοχαρούμενος εαυτός μας, από εμάς ξεκινούν όλα.
Τώρα θ’ αρχίσει η προσπάθεια «νομιμοποίησης» της νεανικής, εναλλακτικής, κουλτούρας: , κυριακάτικες εφημερίδες ,ρούχα, διαφημίσεις, προγράμματα τραπεζών, το ΠΑΣΟΚ, όλα δουλεύουν για τους νέους, όλα θα πνίξουν γρήγορα αυτό που πήγε να γεννηθεί. Όσοι σήμερα γλείφουν τους νέους, ήταν οι ίδιοι που τους αγνοούσαν όλα αυτά τα χρόνια. Όλοι αυτοί οι ‘σοφοί», που σχολαστικά αναλύουν τη «νεανική εξέγερση», είναι οι ίδιοι που πριν λίγο καιρό μιλούσαν με ύφος περισπούδαστο για βουβές, παθητικές γενιές, για τα παιδιά με τις φράντζες και το απλανές βλέμμα ,για το απροχώρητο, για το Τέλος, φροντίζοντας με επιμέλεια και προσοχή τη καριερούλα τους. Είναι υποκριτικό να τα δίνουμε όλα ξαφνικά στους νέους. Οι νέοι απεχθάνονται κάτι τέτοιες πρακτικές, πιο πολύ κι’ απ’ τον αυταρχισμό.
Δεν πιστεύω σε καλύτερες ή χειρότερες γενιές, δεν πιστεύω ούτε σε γενιές πια, είναι ένα άλλοθι για να κρυβόμαστε πίσω απ’ αυτά που κάνουμε ή δεν κάνουμε. Τι σημαίνει ο πολιτικός της γενιάς του, ή ο τροβαδούρος της γενιάς του; Άλλη μια δημοσιογραφική ορολογία που εισέβαλε στις συζητήσεις μας.
Το θέμα είναι ότι στην Ελλάδα υπήρχε , όλα αυτά τα χρόνια, μια επίφαση ευτυχίας και ευμάρειας, μια ολόκληρη νοοτροπία που μας «τύφλωσε», ενώ κυλούσαν, όπως πάντα, σημαντικά προβλήματα. Πολλοί άνθρωποι μεγάλωσαν τη τελευταία δεκαετία- δεκαπενταετία σε συνθήκες δυστυχίας, χωρίς να είναι απαραίτητα φτωχοί. Αυτοί είναι οι νέο- δυστυχισμένοι άνθρωποι, που μαζί με τους νεόπτωχους, φτάνουν, σήμερα, στα όρια τους.
Δεν μου αρέσει η εμμονή στη σκοτεινή πλευρά των πραγμάτων, ούτε η μοιρολατρία, επίσης δυσκολεύομαι με τις ενδοσκοπήσεις. Νομίζω, όμως ότι πρέπει όλοι μας να κοιτάξουμε τον εαυτό μας στο καθρέπτη. Να αναρωτηθούμε τι θέλουμε και που πάμε και κυρίως τι κάναμε όλα αυτά τα χρόνια.
Εμείς που είμαστε γύρω στα τριάντα κάτι, βολευτήκαμε πρόωρα σ’ ένα κατοικίδιο κυνισμό. Ψάχνοντας το άλλο,πολλοί καταλήξαμε να κοιτάζουμε τη δουλίτσα μας, μισοπαντρεμένοι και μπερδεμένοι. Μεγαλώσαμε σ’ ένα κλίμα «δικαιωμένου λαού», οπού διάφοροι αγριεμένοι, ακούρευτοι μουστακαλήδες, ήταν πια το νέο κατεστημένο. Μια αυτοκρατορία ελαφρολαική, σοσιαλιστική, που ενθάρρυνε μπόλικους εγωισμούς, χωρίς ίχνος αυτοκριτικής. Ήταν φυσικό, κατά κάποιο τρόπο, να είμαστε καχύποπτοι με τις λέξεις «λαϊκός» ή «μαζικός». Κάναμε, άθελα μας, αντίσταση σ’ αυτό που λέγαν οι άλλοι «προοδευτικό». Φτάσαμε, ακόμα, και στο σημείο να απαρνηθούμε τη πολιτική. Ψηφίζαμε ανόρεχτα και κυνικά, κάτι άγνωστους, σαν να κάνουμε κάτι μάταιο, κάτι που σε λίγο δε θα ισχύει. Η ελληνική αριστερά, με τη ξύλινη της γλώσσα και τον ευκαιριακό της προοδευτισμό, δε μας βοήθησε καθόλου να την αγαπήσουμε, περιορίστηκε, έτσι, σε μια μερίδα γραφικών νέων ανθρώπων που ζουν και μιλάνε ασαφώς, με φράσεις γεμάτες «ενάντια» και «κατά», πάντα συνεπείς στην ασυνέπεια τους.
Έτσι φτάσαμε σ’ αυτό το σημείο, να μας κυβερνάνε χωρίς πυξίδα, εναλλάξ, δύο κουρασμένα κόμματα, ενώ εκεί έξω στη ζωή, κυλάει το σκοτεινό ποτάμι που φέρνει κρίσεις, ανεργίες, απελπισία, οργή , αλλά και κάθε διάφορα είδη ρατσισμού και φανατισμού.
Όλοι ευθυνόμαστε γι΄ αυτό που ήρθε, εμείς φορέσαμε τις κουκούλες πριν τους «κουκουλοφόρους». Δεν είναι δουλειά μου να μιλήσω για τους άλλους( ΜΜΕ, πολιτικοί κ.α.), ας κάνουν αυτοί την αυτοκριτική τους.
Δεν πιστεύω στον άη Βασίλη, αλλά αν υπάρχει ας φέρει, αντί για δώρα, σ’ αυτό το τόπο ψυχραιμία και λογική.

8 Δεκ 2008

Το Επόμενο Σάββατο


Βλέπω την φωτογραφία του Αλέξη Γρηγορόπουλου.Με μπλούζα GOD SAVE THE QUEEN ποζάρει στα σταρμπακς. Χαμογελάει ντροπαλά με μισόκλειστα τα μάτια και τα μαλλιά του ανεμίζουν προς όλες τις κατευθύνσεις. Ήταν ένα παιδί της εποχής του, μ' όλη τη ζαλάδα και την σκοτεινιά που νιώθει κάποιος στα δεκαπέντε του. Και την έξαψη επίσης. Το 90-91 ήμουν και εγώ δεκαπέντε χρονών, φορούσα και εγώ μπλούζα σεξ πιστολς,που είχα αγοράσει με τα λεφτά του μπαμπά.Τότε γίνονταν οι πρώτες μεγάλες καταλήψεις επί Κοντογιαννόπουλου. Ήμουν δειλός, ήμουν συσκοτισμένος, αλλά κατέβαινα στις πορείες, όπως όλος ο κόσμος.Ένοιωθα και εγώ αυτή την έξαψη.
Πολλά σχετικά θα γραφτούν αυτές τις μέρες, κείμενα εν θερμώ, χωρίς ψυχραιμία. Δώσε τέτοια στον ΈΛΛΗΝΑ και πάρε του τη ψυχή.Με τη μια αντιεξουσιαστής, ενώ στο σπίτι, στη δουλειά, στη διασκέδαση ένα βολεμένο νομοταγές γουρούνι.
Ο Αλέξης Γρηγορόπουλος εάν δεν πέθαινε, το επόμενο Σάββατο μπορεί να ξαναπερνούσε απ' τα σταρμπακς, ύστερα Θα περνούσε κι' απ' το κέντρο της πόλης, οπού τώρα πρόσφατα είχε αρχίσει να το ανακαλύπτει.Θα έβλεπε την Αθήνα τη νύχτα, τα φώτα, τα κορίτσια, τις κάμερες παρακολούθησης. Ένας μαγικός, άλλος κόσμος Θα ζωντάνευε στα μάτια του. Ένας κόσμος που θα τον έκανε να διώξει σιγά σιγά τη σκοτεινιά και τη ζαλάδα του. Και τη ντροπή, επίσης. Δεν είχε πεί σε κανέναν γι' αυτή του την ανακάλυψη.Γι' αυτή του την έξαψη. Θα το έλεγε ίσως, το επόμενο Σάββατο.

30 Νοε 2008

Τσαρούχης



Όταν το 1966 ο Τσαρούχης έβγαινε βόλτα στην Ομόνοια για να ζωγραφίσει Καφενεία,θα είχε σίγουρα στο μυαλό του την Αφαίρεση και την Γεωμετρία. "Βλέπω" συχνά την ατμόσφαιρα αυτού του πίνακα, έξω στο δρόμο όταν σκοτεινιάζει και τα φώτα πίσω απ' τα τζάμια ανάβουν. Τώρα, βέβαια, ο κόσμος πηγαίνει πιο συχνά στα γκούντις και στα γυμναστήρια, παρά στα καφενεία. Οι συνήθειες, οι λέξεις και οι έννοιες, αλλάξαν πολύ από τότε. Ακόμα και το ΝΕΟΝ έγινε φαστφουντάδικο. Τι θα ζωγράφιζε τώρα ο Τσαρούχης αντί για Καφενεία; Μπορεί φαστφουντάδικα ή γυάλινα κτήρια, εάν είχε ακόμα στο μυαλό του την Αφαίρεση και τη Γεωμετρία. Μπορεί να μην ζωγράφιζε καν, μπορεί να είχε μπλογκ και από κει να προσπαθούσε να ξεμπερδέψει τον μπερδεμένο κόσμο μας. Μπορεί να έγραφε δηλητηριώδη σενάρια για αθώες σαπουνόπερες, δεν ξέρω.
Ο Τσαρούχης είναι από τους λίγους Έλληνες ζωγράφους που επισκέπτομαι τακτικά, όλα αυτά τα χρόνια. Και είμαι απ ' τους ανθρώπους που φρίττουν με λέξεις όπως "γενιά του 30", "ελληνικότητα", όπως και με όλους αυτούς τους μελαγχολικούς επιγόνους που επιμένουν αυτιστικά με φτερωτούς αγγέλους, νεοκλασικά και συνεσταλμένους ναύτες. Ο Τσαρούχης δεν ήταν σαν αυτούς, τουλάχιστον η μαγιά της τέχνης του, αυτό δείχνει. Ζωγράφισε με ένταση, χάρη, ακόμα και με υπόγειο χιούμορ, μια Ελλάδα ζορισμένη, από όλες τις πλευρές. Με εκνευρίζει η αγιοποίηση του, όπως και αυτή του Χατζιδάκι. Με ενοχλούν ακόμα και τα τετριμμένα θέματα του Τσαρουχικού Σύμπαντος, που με τόσο ευλάβεια κάποιοι αναπαράγουν.Ξανά και ξανά.
Λέξεις και έννοιες πρέπει να επαναπροσδιοριστούν. Υπάρχουν τόσα που περιμένουν εκεί έξω. Προς το παρόν, απολαύστε το έργο.

www.slowfood.com

επισκεπτεσ:

count website traffic

Αναγνώστες