10 Φεβ 2009

Ένα κείμενο

διαβάστε ένα ενδιαφέρον κείμενο του Κώστα Χριστόπουλου για τον ρόλο καλλιτεχνών σε περιόδους εξεγέρσεων, από τις Αναγνώσεις της Αυγής:



"Μια σχέση υπό συνεχή διαμόρφωση

Του Κώστα ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΥ

Όλες αυτές τις ημέρες ακούστηκε συχνά το αίτημα για αμεσότερη εμπλοκή των καλλιτεχνών, οι οποίοι, ιδεατά για κάποιους, θα όφειλαν να αφήσουν το βολικό χώρο του εργαστηρίου τους και να συνδράμουν στις κινητοποιήσεις. Με άλλα λόγια, να εγκαταλείψουν την «ομφαλοσκόπηση», να πάψουν να είναι «αυτοαναφορικοί», εμπλουτίζοντας την «εξέγερση» με την επεξεργασία νέων, επιτελεστικών ή όχι, μορφών πολιτικής δράσης. Ένα τέτοιο αίτημα βλέπει στην καλλιτεχνική παραγωγή –«εργασία» θα λέγαμε εδώ- κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, που καθίστανται σημαντικά για την πληρέστερη διατύπωση και επίτευξη των αιτημάτων μιας εξέγερσης. Προσδίδει λοιπόν στους καλλιτέχνες, και κατόπιν στη συλλογικότητα που απαρτίζεται απ’ αυτούς, μια ιδιαιτερότητα ικανή να γεφυρώσει τη σχέση του αισθητικού με το πολιτικό, στη στιγμή της έντασής της.
Ας τολμήσουμε να υποστηρίξουμε από την αρχή, πως δεν υπάρχει καμία πλέον διάκριση ανάμεσα στο πολιτικό και το καλλιτεχνικό υποκείμενο. Διαπιστώνει κανείς, πως στα πρόσφατα γεγονότα οι καλλιτέχνες ήταν εκεί. Εκεί όπου ο καθένας έκρινε πως έπρεπε να είναι. Πριν απ’ όλα, ως πολίτης, ως υποκείμενο που φέρει, μεταπλάθει και αναδιατυπώνει το λόγο του στη δημόσια σφαίρα, πριν και πέρα από κάθε απόπειρα απολαβής κάποιου ειδικού ρόλου, έχοντας ήδη εκούσια απεκδυθεί και εν μέρει απολέσει το προνόμιο του «διαφωτιστή».
Εδώ κρύβεται μια σημαντική αλλαγή αντίληψης όσον αφορά τη σχέση του καλλιτεχνικού δρώντος και του θεατή που ανανεώνει το προηγούμενο καθεστώς. Η εμπέδωση αυτής της νέας διαπλοκής, φέρνει στο προσκήνιο ισότιμα θεατή και καλλιτέχνη. Είναι ο θεατής αυτός που πλέον έχει το λόγο, αυτός που, έχοντας ήδη μεταπλάσει και φέρει στην επιφάνεια όλα τα προτάγματα και τις μορφές δράσης των ιστορικών πρωτοποριών, δεν περιμένει πλέον κάτι, ένα σημάδι, έναν ανατρεπτικό λόγο για να βγει στους δρόμους. Οφείλουμε, λοιπόν, να αναλογιστούμε το νέο τρόπο λειτουργίας της τέχνης, εν μέσω κοινωνικών συγκρούσεων, πέρα και έξω από τα ως τώρα σχηματισμένα δίπολα, ενός κάποιου πομπού και ενός ενδεχόμενου δέκτη αισθητικού υλικού. Όχι απαραίτητα καταλύοντας αυτά τα δίπολα, αλλά εμπλουτίζοντάς τα.
Εξάλλου, μια εξέγερση φέρνει στην επιφάνεια μια μακρά εργασία που έχει ήδη πραγματοποιηθεί. Τα αποτελέσματά της αναδύονται υπό συγκεκριμένες συνθήκες. Σε κάθε περίπτωση, αυτό που σε μια εξέγερση διαδηλώνεται είναι το δικαίωμα της ύπαρξης, αλλά, κυρίως, η ανάδειξη ως κυρίαρχου ενός νέου υποκειμένου. Για να απαντήσουμε στο ερώτημα, ποιος είναι ο ρόλος του καλλιτέχνη στην εκάστοτε εξέγερση, πρέπει προηγουμένως να εξετάσουμε ποιο είναι το νέο εξεγερμένο υποκείμενο εν γένει, καθώς και το τι αιτείται.
Εφόσον μια ολόκληρη σειρά πραγμάτων δείχνει να έχει κλείσει τον κύκλο της, τα εποπτικά εργαλεία, μέσω των οποίων βλέπουμε τη σχέση τέχνης και εξέγερσης, φαίνονται ξεπερασμένα. Όπως άλλωστε και οι σχέσεις της ουτοπίας και πραγματικότητας, αυτονομίας και ετερονομίας, εμπλοκής (ατομικής και συλλογικής) και αναχωρητισμού, αλλά και προβληματικοί όροι, όπως η «αυτοαναφορικότητα». Οφείλουμε λοιπόν να δούμε τι επακολουθεί.
Είναι πάντως σίγουρο, πως στα έργα του άμεσου μέλλοντος, το σκηνικό των οποίων θα μοιάζει με αυτό της κατεστραμμένης και λεηλατημένης Αθήνας, θα δούμε και, ίσως, θα αναγνώσουμε το νέο εξεγερσιακό υποκείμενο, όπως κι αν υπήρξε αυτό πραγματικά, τον περασμένο Δεκέμβρη.

Ο Κώστας Χριστόπουλος είναι εικαστικός καλλιτέχνης"

19 Ιαν 2009

Η Ομορφάσχημη




Κατεβαίνοντας την οδό Μηθύμνης στην Πλατεία Αμερικής, υπάρχει ένα αραβικό μαγαζί όπου μπορεί να βρει κανείς νόστιμο φαλάφελ. Το έχουν, δύο χαμογελαστοί νέοι Άραβες που σε αποκαλούν «φίλε», σε κερνάνε και μετά συνεχίζουν να «πειράζουν» αθώα τις περαστικές στο δρόμο. Οι περαστικές είναι συνήθως κορίτσια απ’ την Αφρική με ράστα μαλλιά και παντόφλες ή αλβανοπούλες λαικοπόπ, με πρόσωπα όλο γωνίες και μυτερά χαρακτηριστικά. Στο κέντρο, αλλά και στις περιφερειακές γειτονιές , πληθαίνουν τα μαγαζιά με αραβικές επιγραφές. Προχθές πήγα στο Περιστέρι με μετρό αναζητώντας μια ψηφιακή μηχανή, εκεί βλέπει κανείς κουρεία αράβων , τα υπέροχα (σαν σπαθιά) γράμματα τους είναι σχεδιασμένα στη βιτρίνα με πράσινη ή κόκκινη μπογιά. Πιο δίπλα υπήρχε ένα καφενείο, σαν κι’ αυτά της ελληνικής υπαίθρου, «ΤΑ ΩΡΑΙΑ ΤΡΙΚΑΛΑ» με φωτισμό γραφείου κηδειών. Μικρόσωμες, σαν καρτούν, γριές, περπατούσαν και έβριζαν «για τα χάλια μας», η οργή τους, αρχικά, μπορεί να φαίνεται γραφική, αλλά μπορεί, σύντομα, να γίνει επικίνδυνη. Όλοι αυτοί οι « αγανακτισμένοι πολίτες» δε θα δυσκολευτούν, μεθαύριο, να δώσουν ακόμα μεγαλύτερα ποσοστά στο Καρατζαφέρη και το κόμμα του. Όταν ανακατεύεται ο λαϊκισμός ,με μπόλικο συντηρητισμό και αρκετές δόσεις απελπισίας, το αποτέλεσμα ξέρουμε όλοι τι μπορεί να είναι. Στην πόλη εδώ και δεκαπέντε χρόνια βρίσκονται ανάμεσα μας, από μοναχικές Φιλιππινέζες, μέχρι Πακιστανοί που ζουν, κυριολεκτικά, ο ένας πάνω στον άλλον, οικογένειες ολόκληρες από τα Βαλκάνια, την Αφρική, την Ασία. Μέσα σε λίγα χρόνια, γκρίζες πληκτικές γειτονιές, γέμισαν ξανά με χρώμα, με παιδιά, οι δρόμοι μοσχοβόλησαν ξανά φαγητό σπιτικό, απ’ τις γύρω κουζίνες απλώθηκαν καινούργιες μυρωδιές.. Ένα ολόκληρο σύμπαν αναπνέει τώρα και αναπτύσσεται ερήμην μας, την ώρα που οι «Αθηναίοι» πενθούμε το τέλος της μικρής μας πόλης.
Όλη αυτή η μουρμούρα για τα προβλήματα της πόλης με βρίσκει εντελώς αντίθετο. Φυσικά και υπάρχουν προβλήματα, δεν τα αγνοώ καθόλου, απλά πιστεύω ότι τόσα χρόνια αναλωθήκαμε σε μια παθητική γκρίνια που μας χαστούκιζε καθημερινά. Ήρθε η ώρα για πράξεις. Ο δήμαρχος , ο κάθε δήμαρχος, είναι πολύ λίγος για τόσα πολλά προβλήματα , για μια τέτοια πόλη. Εάν δεν αισθανθούμε εμείς πρώτα Αθηναίοι, δεν πρόκειται ν’ αλλάξει τίποτα, το μπετόν θα συνεχίζει μας καταπλακώνει, και μείς θα μισούμε ακόμη περισσότερο αυτή τη πόλη, θα μισούμε τους διπλανούς μας, θα μισούμε τον ίδιο μας τον εαυτό .
Δεν πιστεύω σε χαμένες πόλεις. Η Αθήνα παρά τα όσα τραβάει και θα τραβήξει, δεν θα πάψει να εξελίσσεται, να αλλάζει σχήμα, να αφομοιώνει ετερόκλητα στοιχεία. Αυτή η ομορφο-άσχημη πόλη έχει ακόμη πολλές κρυφές πλευρές που μας καλούν να τις ανακαλύψουμε. Περπάτησα πάλι στην Αθήνα, πέρασα από αγαπημένα μου σημεία, Σταδίου ,Κολοκοτρώνη, Αιόλου, Βαρβάκειο, χάζεψα τα μπαχαρικά στην Ευριπίδου. Στα Εξάρχεια ανέβηκα ως τη Καλλιδρομίου και μετά κατρακύλησα ως τη Πατησίων. Συνάντησα φίλους στα μπαράκια της Καρύτση, αγόρασα υλικά ζωγραφικής απ’ την Πραξιτέλους. Μπήκα στο Μετρό της, χάζεψα τις ταράτσες της με τ’ απλωμένα σεντόνια, κρυφοκοίταξα μπαλκόνια και φωτισμένα παράθυρα, και είδα ξανά αυτό το μοναδικό ,περίεργο, φώς της, που τόσο νοσταλγώ όταν λείπω, ένα φώς χρυσό, λίγο μετά το μεσημέρι. Ο Ιανουάριος με τον παγωμένο αέρα του, είχε καθαρίσει κάπως τα πράγματα, υπήρχε παντού διαύγεια.
Για εμάς, που ήμασταν αλλού τις ημέρες των γεγονότων, το να δούμε τα «καμένα» αποτελούσε μέρος μιας ήσυχης βόλτας, όπως άλλοι βλέπουν σπίτια διασήμων νεκρών ή παλιά ρωμαϊκά υδραγωγεία πνιγμένα στους κισσούς. Φίλοι που είχαν ξαφνικά αφήσει μούσια, ανέλαβαν την περίεργη αυτή «ξενάγηση». ΟΙ στάχτες ήταν εκεί, οι δρόμοι άδειοι σαν Κυριακή, οι φωνές είχαν φύγει. Υπήρχε παντού, πια, ησυχία και διαλλακτικότητα. Στη διαφημιστική πινακίδα μιας καμένης στάσης λεωφορείου στη Σόλωνος, είχε ανοιχτεί μια μεγάλη τρύπα, ο φίλος μου είπε ότι την ώρα που όλα καίγονταν, η διαφημιστική πινακίδα παρέμενε φωτισμένη.
Η πόλη μέχρι σήμερα έχει αλλάξει πολλά πρόσωπα. Τουλάχιστον, από τότε που τη θυμάμαι (αρχές 80), έχει αλλάξει τουλάχιστον τέσσερις- πέντε φορές. Τώρα , απ’ ότι φαίνεται, ήρθε η στιγμή ν’ αλλάξει για μια ακόμη φορά. Πολλοί είδαν την Αθήνα με τα δικά τους μάτια. Δεν είναι μόνο ο Τσαρούχης με τα Καφενεία του, και ο Χατζιδάκις με τις λατέρνες και την Οδό Ονείρων του, είναι επίσης και ο Κηλαηδόνης, ο Κραουνάκης , οι Στέρεο Νόβα πιο πρόσφατα, ο Χρήστος Βακαλόπουλος με τα γραπτά του και τη ταινία Όλγα Ρόμπαρντς, , ο Τσίρκας σε μερικές σελίδες της Χαμένης Άνοιξης του, ο Μένης Κουμανταρέας, τα Κόμιξ του Λέανδρου με την ανατιναγμένη Αθήνα του, οι «Απέναντι» του Πανουσόπουλου, οι ταινίες του Οικονομίδη και του Γιάνναρη. Αυτοί και τόσοι άλλοι, ψάχνουν για το μυστικό της πόλης. Μερικοί βλέπουν την Αθήνα σαν μια Καβαφική Αλεξάνδρεια, άλλοι μια πόλη Νέουορκέζικη συναρπαστική, οπού το SEX και το CITY παιχνιδίζουν ανάλαφρα. Άλλοι ψάχνουν στα Νοτιοδυτικά Προάστια μια συνέχεια της Αβάνας ή του Λος Άντζελες, άλλοι ψάχνουν στη Βουκουρεστίου για το Παρίσι ή το Μιλάνο, άλλοι στη Σωκράτους ή το Μεταξουργείο για τη Βομβάη ή το Κάιρο. Υπάρχει πολύς Τζάρμους και Σπάικ Λι στη Κυψέλη. Πολύ «Μίσος» γύρω απ’ τα Εξάρχεια. Παντού θα δεις πολλές χοντρές περιπτερούδες που θα σου θυμίσουν Άμαρκορντ. Τέλος, έχω δει πολλούς «επαρχιώτες στην Ομόνοια μες το ψιλόβροχο αρχές του Μάη», όπως λέει και ο Σαββόπουλος στον πιο «Αθηναϊκό» του δίσκο «Τραπεζάκια Έξω».
Αλλάξαμε κι’ εμείς, μαζί με τη πόλη. Με φίλους κάποτε, οργώναμε τη Πατησίων, μπαίναμε σ’ αυτά τα παλιά τρόλεϊ με το κιτρινοπορτοκαλί χρώμα, μιλώντας με ενθουσιασμό για τη σκηνή του Μάντσεστερ και για άλλα «σοβαρά» θέματα. Τώρα επικοινωνούμε μόνο διαδικτυακά. Έχουν αυτοί τα δικά τους, περνάω κι εγώ τη Φάση του Σπιτόγατου. Μου λείπουν όμως αυτές οι βόλτες.
Παλιά λάτρευα τον Ηλεκτρικό. Ήξερα απ’ έξω τις ατάκες των πλανοδίων. Ένοιωθα σαν ήρωας του Tardi, ονειρευόμουν την μελλοντική Αθήνα, σαν το Μπλεηντράνερ, με υπόγειους σταθμούς σαν αίθουσες όπερας, με τρισδιάστατες ρεκλάμες και βουδιστές μοναχούς να περιμένουν τον επόμενο συρμό. Το είχε αυτό ο Ηλεκτρικός, με τους τόσο διαφορετικούς σταθμούς του, τη Βικτώρια που είχε κάτι το ευρωπαϊκό, σαν Βερολίνο (δεν έχω πάει), το Μοναστηράκι είχε κάτι το μαγικό , από κει και μετά όλα θύμιζαν Ανατολή. Τώρα με το Μετρό είναι όλα πιο βολικά, πιο εκσυγχρονισμένα, αλλά λιγότερο ενδιαφέροντα.
Όλα τρέχουν γρήγορα, τα γεγονότα, οι μόδες, οι τάσεις, οι απαισιόδοξοι παίζουν μποξ με τους αισιόδοξους, οι ρομαντικοί με τους πραγματιστές, οι νοσταλγοί με τους υστερικούς του «τώρα». Σήμερα, αρχιτέκτονες και πολεοδόμοι αφήνουν τα λίγα νεοκλασικά στην άκρη και επανεκτιμούν τις πολυκατοικίες του 60 , πράγμα που Θεωρώ πως μπορεί να οδηγήσει σε μια πιο νηφάλια, πιο ρεαλιστική, ανάγνωση της πόλης. Από την άλλη, πολίτες οργανώνονται (οι ποδηλάτες, η ομάδα μπλάνκο, οι πάνθηρες των δρόμων), χωρίς να τα περιμένουν όλα απ’ τους άλλους, ζούνε μ’ έναν νέο τρόπο στη πόλη, περιορίζοντας το χάος, προτείνοντας απλές καθημερινές λύσεις σε χρόνια προβλήματα. Καινούργια σάιτ ξεφυτρώνουν,(βλ.hearsaying.com), που σαν εντομολόγοι ψάχνουν για μικρά χαμένα αθηναϊκά θαύματα που όλοι εμείς , κάποτε ή και πρόσφατα ακόμα, αγνοήσαμε. Η αρχή έχει γίνει. Η πόλη είναι καταδικασμένη να πετύχει.

14 Δεκ 2008

Λίγο μετά τα γεγονότα, λίγο πριν τα Χριστούγεννα


Καθώς επιστρέφει στη πόλη σιγά-σιγά η τάξη, έρχεται η ώρα να δούμε τα πράγματα πιο ψύχραιμα. Ας ευχηθούμε αυτή «επιστροφή στη τάξη», να μη καταλήξει βιαστικό κουκούλωμα της νέας αυτής πραγματικότητας, να μη γίνει αφορμή για νέες, συντηρητικές, αυτή τη φορά, κορώνες. Το τόσο Ελληνικό και μικροαστικό «νοικοκυρεματάκι», είναι συνήθως ένα επιπόλαιο σκούπισμα όσων βλέπει η πεθερά. Το θέμα μας είναι τι μένει απ’ όλα αυτά, δηλαδή, όσα δε βλέπει η πεθερά. Αυτά συνήθως που μένουν «ασκούπιστα» κάτω απ’ το χαλί, είναι αυτά που διαμορφώνουν καταστάσεις, σχηματίζουν ρεύματα και , κάποιες φορές, ενδιαφέροντες ανθρώπους.
Υπάρχουν, βέβαια, και οι αφελείς, που μες τη φωτιά ονειρεύονται ανατροπές της Κοινωνίας, της Πολιτείας, , χωρίς να συνειδητοποιούν ότι αυτό που ,πρώτα απ’ όλα ,πρέπει να ανατραπεί, είναι τα χιλιάδες συμπλέγματα, ο εγωισμός και τα «αντί» που τους σκλαβώνουν. Η απελευθέρωση μας από το δικό μας, καθημερινό ,μίζερο εαυτό, είναι, πια, το ζητούμενο. Αυτός που μας εξουσιάζει και πρέπει να νικηθεί, είναι ο βαριεστημένος, παθητικός, χαζοχαρούμενος εαυτός μας, από εμάς ξεκινούν όλα.
Τώρα θ’ αρχίσει η προσπάθεια «νομιμοποίησης» της νεανικής, εναλλακτικής, κουλτούρας: , κυριακάτικες εφημερίδες ,ρούχα, διαφημίσεις, προγράμματα τραπεζών, το ΠΑΣΟΚ, όλα δουλεύουν για τους νέους, όλα θα πνίξουν γρήγορα αυτό που πήγε να γεννηθεί. Όσοι σήμερα γλείφουν τους νέους, ήταν οι ίδιοι που τους αγνοούσαν όλα αυτά τα χρόνια. Όλοι αυτοί οι ‘σοφοί», που σχολαστικά αναλύουν τη «νεανική εξέγερση», είναι οι ίδιοι που πριν λίγο καιρό μιλούσαν με ύφος περισπούδαστο για βουβές, παθητικές γενιές, για τα παιδιά με τις φράντζες και το απλανές βλέμμα ,για το απροχώρητο, για το Τέλος, φροντίζοντας με επιμέλεια και προσοχή τη καριερούλα τους. Είναι υποκριτικό να τα δίνουμε όλα ξαφνικά στους νέους. Οι νέοι απεχθάνονται κάτι τέτοιες πρακτικές, πιο πολύ κι’ απ’ τον αυταρχισμό.
Δεν πιστεύω σε καλύτερες ή χειρότερες γενιές, δεν πιστεύω ούτε σε γενιές πια, είναι ένα άλλοθι για να κρυβόμαστε πίσω απ’ αυτά που κάνουμε ή δεν κάνουμε. Τι σημαίνει ο πολιτικός της γενιάς του, ή ο τροβαδούρος της γενιάς του; Άλλη μια δημοσιογραφική ορολογία που εισέβαλε στις συζητήσεις μας.
Το θέμα είναι ότι στην Ελλάδα υπήρχε , όλα αυτά τα χρόνια, μια επίφαση ευτυχίας και ευμάρειας, μια ολόκληρη νοοτροπία που μας «τύφλωσε», ενώ κυλούσαν, όπως πάντα, σημαντικά προβλήματα. Πολλοί άνθρωποι μεγάλωσαν τη τελευταία δεκαετία- δεκαπενταετία σε συνθήκες δυστυχίας, χωρίς να είναι απαραίτητα φτωχοί. Αυτοί είναι οι νέο- δυστυχισμένοι άνθρωποι, που μαζί με τους νεόπτωχους, φτάνουν, σήμερα, στα όρια τους.
Δεν μου αρέσει η εμμονή στη σκοτεινή πλευρά των πραγμάτων, ούτε η μοιρολατρία, επίσης δυσκολεύομαι με τις ενδοσκοπήσεις. Νομίζω, όμως ότι πρέπει όλοι μας να κοιτάξουμε τον εαυτό μας στο καθρέπτη. Να αναρωτηθούμε τι θέλουμε και που πάμε και κυρίως τι κάναμε όλα αυτά τα χρόνια.
Εμείς που είμαστε γύρω στα τριάντα κάτι, βολευτήκαμε πρόωρα σ’ ένα κατοικίδιο κυνισμό. Ψάχνοντας το άλλο,πολλοί καταλήξαμε να κοιτάζουμε τη δουλίτσα μας, μισοπαντρεμένοι και μπερδεμένοι. Μεγαλώσαμε σ’ ένα κλίμα «δικαιωμένου λαού», οπού διάφοροι αγριεμένοι, ακούρευτοι μουστακαλήδες, ήταν πια το νέο κατεστημένο. Μια αυτοκρατορία ελαφρολαική, σοσιαλιστική, που ενθάρρυνε μπόλικους εγωισμούς, χωρίς ίχνος αυτοκριτικής. Ήταν φυσικό, κατά κάποιο τρόπο, να είμαστε καχύποπτοι με τις λέξεις «λαϊκός» ή «μαζικός». Κάναμε, άθελα μας, αντίσταση σ’ αυτό που λέγαν οι άλλοι «προοδευτικό». Φτάσαμε, ακόμα, και στο σημείο να απαρνηθούμε τη πολιτική. Ψηφίζαμε ανόρεχτα και κυνικά, κάτι άγνωστους, σαν να κάνουμε κάτι μάταιο, κάτι που σε λίγο δε θα ισχύει. Η ελληνική αριστερά, με τη ξύλινη της γλώσσα και τον ευκαιριακό της προοδευτισμό, δε μας βοήθησε καθόλου να την αγαπήσουμε, περιορίστηκε, έτσι, σε μια μερίδα γραφικών νέων ανθρώπων που ζουν και μιλάνε ασαφώς, με φράσεις γεμάτες «ενάντια» και «κατά», πάντα συνεπείς στην ασυνέπεια τους.
Έτσι φτάσαμε σ’ αυτό το σημείο, να μας κυβερνάνε χωρίς πυξίδα, εναλλάξ, δύο κουρασμένα κόμματα, ενώ εκεί έξω στη ζωή, κυλάει το σκοτεινό ποτάμι που φέρνει κρίσεις, ανεργίες, απελπισία, οργή , αλλά και κάθε διάφορα είδη ρατσισμού και φανατισμού.
Όλοι ευθυνόμαστε γι΄ αυτό που ήρθε, εμείς φορέσαμε τις κουκούλες πριν τους «κουκουλοφόρους». Δεν είναι δουλειά μου να μιλήσω για τους άλλους( ΜΜΕ, πολιτικοί κ.α.), ας κάνουν αυτοί την αυτοκριτική τους.
Δεν πιστεύω στον άη Βασίλη, αλλά αν υπάρχει ας φέρει, αντί για δώρα, σ’ αυτό το τόπο ψυχραιμία και λογική.

www.slowfood.com

επισκεπτεσ:

count website traffic

Αναγνώστες