14 Μαρ 2009

Μπλά μπλά μπλά


Αρχίζοντας μια καινούργια δουλειά, έχεις ήδη δει κάτι , σαν όνειρο. Νιώθεις μια περίεργη χαρά, μια βιαστική χαρά, σαν να ξέρεις, σαν να έχεις ήδη δει το τέλος, σαν να έχεις φανταστεί το σημείο που θέλεις να φτάσεις . Προσπαθείς να πείσεις τον εαυτό σου ότι ξέρεις το πώς και το γιατί, προσποιείσαι ότι πατάς επάνω σε σταθερό έδαφος, σε βεβαιότητες, αλλά κάθε σου κίνηση αποδεικνύει το αντίθετο.. Θέλεις να ξεφορτωθείς ότι σε βαραίνει, να το μετατρέψεις σε κάτι άλλο, καινούργιο, πιο σταθερό ίσως, και με μεγαλύτερη διάρκεια. Εύχεσαι να μπορέσεις, αυτή τη φορά, να είσαι πιο ακριβής, πιο οξύς, πιο σίγουρος γι’ αυτά που αγαπάς, και γι’ αυτά που δεν αγαπάς. Η πορεία προς την ολοκλήρωση της δουλειάς, εάν μπορούμε να λέμε «ολοκλήρωση» για κάτι που διαρκώς συνεχίζεται, είναι έντονη, κουραστική, αλλά και με πολλές μικρές χαρές που σου αποκαλύπτονται διαδοχικά, και στη δική μου περίπτωση, με πολύ αργούς ρυθμούς.
Τα τελευταία χρόνια, ζω κυρίως στην Αλεξανδρούπολη, μια πόλη καινούργια, με ήπιους ανθρώπους και μπόλικη εσωστρέφεια, μια πόλη ελάχιστα «εμπνευστική», με τη κλασσική έννοια του όρου. Ο τρόπος που δουλεύω, εξαρτάται από τον τρόπο που ζω, από τους τόπους που κινούμαι. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο ζωγραφίζω και τη Αλεξανδρούπολη, ή για να το πω καλύτερα εντάσσω και την Αλεξανδρούπολη στις ιστορίες που θέλω να διηγηθώ. Τη χρησιμοποιώ ως σκηνικό, ως μια πόλη μισοαληθινή, αφαιρώντας το όποιο φολκλόρ ,τη «μυθολογία» με το ζόρι. Κουράζομαι με τις οποιεσδήποτε ψευδαισθησιακές αποδόσεις της « πραγματικότητας » που αμολάει, με τόση ευκολία και χωρίς αυτοέλεγχο, η οποιαδήποτε απαίδευτη ψυχή, στο όνομα μιας αρτίστικης, δήθεν, ελευθερίας. Από την άλλη κοιτώ με μικρή καχυποψία απ' τη μία (αλλά και με ολοένα αυξανόμενο ενδιαφέρον απ' την άλλη ), τη τάση εκείνη που θέλει να κοιτάζει το "ασήμαντο", να ασχολείται με το τετριμμένο, δημιουργώντας, πολλές φορές χωρίς να το συνειδητοποιεί, και εις βάρος της, μια νέα «φιλολογία», ακόμη μια «σχολή», μια «μυθολογία» που απεχθάνεται τις άλλες «μυθολογίες».
Η ενότητα των έργων που σε λίγο θα ολοκληρωθεί, έχει ως θέμα τη «καθημερινότητα», το «κοινότυπο» και όλα όσα υπονοούνται με αυτά . Προσπαθώ με όση λιγότερη «ηρωοποίηση» , να αποδώσω τα όσα βλέπω και σκέφτομαι, ζώντας για πρώτη φορά στη ζωή μου στην επαρχία, κατεβαίνοντας που και που στην Αθήνα, ενώ όλα αλλάζουν παντού, μέσα μας και έξω μας. Προσπαθώ να βάλω σε μια δική μου, προσωπική, τάξη, αυτό που καθημερινά έρχεται χύμα και τις σε πολλές περιπτώσεις χωρίς να το έχω φανταστεί. Σε λίγο αυτό θα χει τελειώσει, και όλα θα ανακατευθούν, εκ νέου, και δεν θα μ' αφήνουν σε ησυχία για μια ακόμη φορά...

10 Φεβ 2009

Ένα κείμενο

διαβάστε ένα ενδιαφέρον κείμενο του Κώστα Χριστόπουλου για τον ρόλο καλλιτεχνών σε περιόδους εξεγέρσεων, από τις Αναγνώσεις της Αυγής:



"Μια σχέση υπό συνεχή διαμόρφωση

Του Κώστα ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΥ

Όλες αυτές τις ημέρες ακούστηκε συχνά το αίτημα για αμεσότερη εμπλοκή των καλλιτεχνών, οι οποίοι, ιδεατά για κάποιους, θα όφειλαν να αφήσουν το βολικό χώρο του εργαστηρίου τους και να συνδράμουν στις κινητοποιήσεις. Με άλλα λόγια, να εγκαταλείψουν την «ομφαλοσκόπηση», να πάψουν να είναι «αυτοαναφορικοί», εμπλουτίζοντας την «εξέγερση» με την επεξεργασία νέων, επιτελεστικών ή όχι, μορφών πολιτικής δράσης. Ένα τέτοιο αίτημα βλέπει στην καλλιτεχνική παραγωγή –«εργασία» θα λέγαμε εδώ- κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, που καθίστανται σημαντικά για την πληρέστερη διατύπωση και επίτευξη των αιτημάτων μιας εξέγερσης. Προσδίδει λοιπόν στους καλλιτέχνες, και κατόπιν στη συλλογικότητα που απαρτίζεται απ’ αυτούς, μια ιδιαιτερότητα ικανή να γεφυρώσει τη σχέση του αισθητικού με το πολιτικό, στη στιγμή της έντασής της.
Ας τολμήσουμε να υποστηρίξουμε από την αρχή, πως δεν υπάρχει καμία πλέον διάκριση ανάμεσα στο πολιτικό και το καλλιτεχνικό υποκείμενο. Διαπιστώνει κανείς, πως στα πρόσφατα γεγονότα οι καλλιτέχνες ήταν εκεί. Εκεί όπου ο καθένας έκρινε πως έπρεπε να είναι. Πριν απ’ όλα, ως πολίτης, ως υποκείμενο που φέρει, μεταπλάθει και αναδιατυπώνει το λόγο του στη δημόσια σφαίρα, πριν και πέρα από κάθε απόπειρα απολαβής κάποιου ειδικού ρόλου, έχοντας ήδη εκούσια απεκδυθεί και εν μέρει απολέσει το προνόμιο του «διαφωτιστή».
Εδώ κρύβεται μια σημαντική αλλαγή αντίληψης όσον αφορά τη σχέση του καλλιτεχνικού δρώντος και του θεατή που ανανεώνει το προηγούμενο καθεστώς. Η εμπέδωση αυτής της νέας διαπλοκής, φέρνει στο προσκήνιο ισότιμα θεατή και καλλιτέχνη. Είναι ο θεατής αυτός που πλέον έχει το λόγο, αυτός που, έχοντας ήδη μεταπλάσει και φέρει στην επιφάνεια όλα τα προτάγματα και τις μορφές δράσης των ιστορικών πρωτοποριών, δεν περιμένει πλέον κάτι, ένα σημάδι, έναν ανατρεπτικό λόγο για να βγει στους δρόμους. Οφείλουμε, λοιπόν, να αναλογιστούμε το νέο τρόπο λειτουργίας της τέχνης, εν μέσω κοινωνικών συγκρούσεων, πέρα και έξω από τα ως τώρα σχηματισμένα δίπολα, ενός κάποιου πομπού και ενός ενδεχόμενου δέκτη αισθητικού υλικού. Όχι απαραίτητα καταλύοντας αυτά τα δίπολα, αλλά εμπλουτίζοντάς τα.
Εξάλλου, μια εξέγερση φέρνει στην επιφάνεια μια μακρά εργασία που έχει ήδη πραγματοποιηθεί. Τα αποτελέσματά της αναδύονται υπό συγκεκριμένες συνθήκες. Σε κάθε περίπτωση, αυτό που σε μια εξέγερση διαδηλώνεται είναι το δικαίωμα της ύπαρξης, αλλά, κυρίως, η ανάδειξη ως κυρίαρχου ενός νέου υποκειμένου. Για να απαντήσουμε στο ερώτημα, ποιος είναι ο ρόλος του καλλιτέχνη στην εκάστοτε εξέγερση, πρέπει προηγουμένως να εξετάσουμε ποιο είναι το νέο εξεγερμένο υποκείμενο εν γένει, καθώς και το τι αιτείται.
Εφόσον μια ολόκληρη σειρά πραγμάτων δείχνει να έχει κλείσει τον κύκλο της, τα εποπτικά εργαλεία, μέσω των οποίων βλέπουμε τη σχέση τέχνης και εξέγερσης, φαίνονται ξεπερασμένα. Όπως άλλωστε και οι σχέσεις της ουτοπίας και πραγματικότητας, αυτονομίας και ετερονομίας, εμπλοκής (ατομικής και συλλογικής) και αναχωρητισμού, αλλά και προβληματικοί όροι, όπως η «αυτοαναφορικότητα». Οφείλουμε λοιπόν να δούμε τι επακολουθεί.
Είναι πάντως σίγουρο, πως στα έργα του άμεσου μέλλοντος, το σκηνικό των οποίων θα μοιάζει με αυτό της κατεστραμμένης και λεηλατημένης Αθήνας, θα δούμε και, ίσως, θα αναγνώσουμε το νέο εξεγερσιακό υποκείμενο, όπως κι αν υπήρξε αυτό πραγματικά, τον περασμένο Δεκέμβρη.

Ο Κώστας Χριστόπουλος είναι εικαστικός καλλιτέχνης"

19 Ιαν 2009

Η Ομορφάσχημη




Κατεβαίνοντας την οδό Μηθύμνης στην Πλατεία Αμερικής, υπάρχει ένα αραβικό μαγαζί όπου μπορεί να βρει κανείς νόστιμο φαλάφελ. Το έχουν, δύο χαμογελαστοί νέοι Άραβες που σε αποκαλούν «φίλε», σε κερνάνε και μετά συνεχίζουν να «πειράζουν» αθώα τις περαστικές στο δρόμο. Οι περαστικές είναι συνήθως κορίτσια απ’ την Αφρική με ράστα μαλλιά και παντόφλες ή αλβανοπούλες λαικοπόπ, με πρόσωπα όλο γωνίες και μυτερά χαρακτηριστικά. Στο κέντρο, αλλά και στις περιφερειακές γειτονιές , πληθαίνουν τα μαγαζιά με αραβικές επιγραφές. Προχθές πήγα στο Περιστέρι με μετρό αναζητώντας μια ψηφιακή μηχανή, εκεί βλέπει κανείς κουρεία αράβων , τα υπέροχα (σαν σπαθιά) γράμματα τους είναι σχεδιασμένα στη βιτρίνα με πράσινη ή κόκκινη μπογιά. Πιο δίπλα υπήρχε ένα καφενείο, σαν κι’ αυτά της ελληνικής υπαίθρου, «ΤΑ ΩΡΑΙΑ ΤΡΙΚΑΛΑ» με φωτισμό γραφείου κηδειών. Μικρόσωμες, σαν καρτούν, γριές, περπατούσαν και έβριζαν «για τα χάλια μας», η οργή τους, αρχικά, μπορεί να φαίνεται γραφική, αλλά μπορεί, σύντομα, να γίνει επικίνδυνη. Όλοι αυτοί οι « αγανακτισμένοι πολίτες» δε θα δυσκολευτούν, μεθαύριο, να δώσουν ακόμα μεγαλύτερα ποσοστά στο Καρατζαφέρη και το κόμμα του. Όταν ανακατεύεται ο λαϊκισμός ,με μπόλικο συντηρητισμό και αρκετές δόσεις απελπισίας, το αποτέλεσμα ξέρουμε όλοι τι μπορεί να είναι. Στην πόλη εδώ και δεκαπέντε χρόνια βρίσκονται ανάμεσα μας, από μοναχικές Φιλιππινέζες, μέχρι Πακιστανοί που ζουν, κυριολεκτικά, ο ένας πάνω στον άλλον, οικογένειες ολόκληρες από τα Βαλκάνια, την Αφρική, την Ασία. Μέσα σε λίγα χρόνια, γκρίζες πληκτικές γειτονιές, γέμισαν ξανά με χρώμα, με παιδιά, οι δρόμοι μοσχοβόλησαν ξανά φαγητό σπιτικό, απ’ τις γύρω κουζίνες απλώθηκαν καινούργιες μυρωδιές.. Ένα ολόκληρο σύμπαν αναπνέει τώρα και αναπτύσσεται ερήμην μας, την ώρα που οι «Αθηναίοι» πενθούμε το τέλος της μικρής μας πόλης.
Όλη αυτή η μουρμούρα για τα προβλήματα της πόλης με βρίσκει εντελώς αντίθετο. Φυσικά και υπάρχουν προβλήματα, δεν τα αγνοώ καθόλου, απλά πιστεύω ότι τόσα χρόνια αναλωθήκαμε σε μια παθητική γκρίνια που μας χαστούκιζε καθημερινά. Ήρθε η ώρα για πράξεις. Ο δήμαρχος , ο κάθε δήμαρχος, είναι πολύ λίγος για τόσα πολλά προβλήματα , για μια τέτοια πόλη. Εάν δεν αισθανθούμε εμείς πρώτα Αθηναίοι, δεν πρόκειται ν’ αλλάξει τίποτα, το μπετόν θα συνεχίζει μας καταπλακώνει, και μείς θα μισούμε ακόμη περισσότερο αυτή τη πόλη, θα μισούμε τους διπλανούς μας, θα μισούμε τον ίδιο μας τον εαυτό .
Δεν πιστεύω σε χαμένες πόλεις. Η Αθήνα παρά τα όσα τραβάει και θα τραβήξει, δεν θα πάψει να εξελίσσεται, να αλλάζει σχήμα, να αφομοιώνει ετερόκλητα στοιχεία. Αυτή η ομορφο-άσχημη πόλη έχει ακόμη πολλές κρυφές πλευρές που μας καλούν να τις ανακαλύψουμε. Περπάτησα πάλι στην Αθήνα, πέρασα από αγαπημένα μου σημεία, Σταδίου ,Κολοκοτρώνη, Αιόλου, Βαρβάκειο, χάζεψα τα μπαχαρικά στην Ευριπίδου. Στα Εξάρχεια ανέβηκα ως τη Καλλιδρομίου και μετά κατρακύλησα ως τη Πατησίων. Συνάντησα φίλους στα μπαράκια της Καρύτση, αγόρασα υλικά ζωγραφικής απ’ την Πραξιτέλους. Μπήκα στο Μετρό της, χάζεψα τις ταράτσες της με τ’ απλωμένα σεντόνια, κρυφοκοίταξα μπαλκόνια και φωτισμένα παράθυρα, και είδα ξανά αυτό το μοναδικό ,περίεργο, φώς της, που τόσο νοσταλγώ όταν λείπω, ένα φώς χρυσό, λίγο μετά το μεσημέρι. Ο Ιανουάριος με τον παγωμένο αέρα του, είχε καθαρίσει κάπως τα πράγματα, υπήρχε παντού διαύγεια.
Για εμάς, που ήμασταν αλλού τις ημέρες των γεγονότων, το να δούμε τα «καμένα» αποτελούσε μέρος μιας ήσυχης βόλτας, όπως άλλοι βλέπουν σπίτια διασήμων νεκρών ή παλιά ρωμαϊκά υδραγωγεία πνιγμένα στους κισσούς. Φίλοι που είχαν ξαφνικά αφήσει μούσια, ανέλαβαν την περίεργη αυτή «ξενάγηση». ΟΙ στάχτες ήταν εκεί, οι δρόμοι άδειοι σαν Κυριακή, οι φωνές είχαν φύγει. Υπήρχε παντού, πια, ησυχία και διαλλακτικότητα. Στη διαφημιστική πινακίδα μιας καμένης στάσης λεωφορείου στη Σόλωνος, είχε ανοιχτεί μια μεγάλη τρύπα, ο φίλος μου είπε ότι την ώρα που όλα καίγονταν, η διαφημιστική πινακίδα παρέμενε φωτισμένη.
Η πόλη μέχρι σήμερα έχει αλλάξει πολλά πρόσωπα. Τουλάχιστον, από τότε που τη θυμάμαι (αρχές 80), έχει αλλάξει τουλάχιστον τέσσερις- πέντε φορές. Τώρα , απ’ ότι φαίνεται, ήρθε η στιγμή ν’ αλλάξει για μια ακόμη φορά. Πολλοί είδαν την Αθήνα με τα δικά τους μάτια. Δεν είναι μόνο ο Τσαρούχης με τα Καφενεία του, και ο Χατζιδάκις με τις λατέρνες και την Οδό Ονείρων του, είναι επίσης και ο Κηλαηδόνης, ο Κραουνάκης , οι Στέρεο Νόβα πιο πρόσφατα, ο Χρήστος Βακαλόπουλος με τα γραπτά του και τη ταινία Όλγα Ρόμπαρντς, , ο Τσίρκας σε μερικές σελίδες της Χαμένης Άνοιξης του, ο Μένης Κουμανταρέας, τα Κόμιξ του Λέανδρου με την ανατιναγμένη Αθήνα του, οι «Απέναντι» του Πανουσόπουλου, οι ταινίες του Οικονομίδη και του Γιάνναρη. Αυτοί και τόσοι άλλοι, ψάχνουν για το μυστικό της πόλης. Μερικοί βλέπουν την Αθήνα σαν μια Καβαφική Αλεξάνδρεια, άλλοι μια πόλη Νέουορκέζικη συναρπαστική, οπού το SEX και το CITY παιχνιδίζουν ανάλαφρα. Άλλοι ψάχνουν στα Νοτιοδυτικά Προάστια μια συνέχεια της Αβάνας ή του Λος Άντζελες, άλλοι ψάχνουν στη Βουκουρεστίου για το Παρίσι ή το Μιλάνο, άλλοι στη Σωκράτους ή το Μεταξουργείο για τη Βομβάη ή το Κάιρο. Υπάρχει πολύς Τζάρμους και Σπάικ Λι στη Κυψέλη. Πολύ «Μίσος» γύρω απ’ τα Εξάρχεια. Παντού θα δεις πολλές χοντρές περιπτερούδες που θα σου θυμίσουν Άμαρκορντ. Τέλος, έχω δει πολλούς «επαρχιώτες στην Ομόνοια μες το ψιλόβροχο αρχές του Μάη», όπως λέει και ο Σαββόπουλος στον πιο «Αθηναϊκό» του δίσκο «Τραπεζάκια Έξω».
Αλλάξαμε κι’ εμείς, μαζί με τη πόλη. Με φίλους κάποτε, οργώναμε τη Πατησίων, μπαίναμε σ’ αυτά τα παλιά τρόλεϊ με το κιτρινοπορτοκαλί χρώμα, μιλώντας με ενθουσιασμό για τη σκηνή του Μάντσεστερ και για άλλα «σοβαρά» θέματα. Τώρα επικοινωνούμε μόνο διαδικτυακά. Έχουν αυτοί τα δικά τους, περνάω κι εγώ τη Φάση του Σπιτόγατου. Μου λείπουν όμως αυτές οι βόλτες.
Παλιά λάτρευα τον Ηλεκτρικό. Ήξερα απ’ έξω τις ατάκες των πλανοδίων. Ένοιωθα σαν ήρωας του Tardi, ονειρευόμουν την μελλοντική Αθήνα, σαν το Μπλεηντράνερ, με υπόγειους σταθμούς σαν αίθουσες όπερας, με τρισδιάστατες ρεκλάμες και βουδιστές μοναχούς να περιμένουν τον επόμενο συρμό. Το είχε αυτό ο Ηλεκτρικός, με τους τόσο διαφορετικούς σταθμούς του, τη Βικτώρια που είχε κάτι το ευρωπαϊκό, σαν Βερολίνο (δεν έχω πάει), το Μοναστηράκι είχε κάτι το μαγικό , από κει και μετά όλα θύμιζαν Ανατολή. Τώρα με το Μετρό είναι όλα πιο βολικά, πιο εκσυγχρονισμένα, αλλά λιγότερο ενδιαφέροντα.
Όλα τρέχουν γρήγορα, τα γεγονότα, οι μόδες, οι τάσεις, οι απαισιόδοξοι παίζουν μποξ με τους αισιόδοξους, οι ρομαντικοί με τους πραγματιστές, οι νοσταλγοί με τους υστερικούς του «τώρα». Σήμερα, αρχιτέκτονες και πολεοδόμοι αφήνουν τα λίγα νεοκλασικά στην άκρη και επανεκτιμούν τις πολυκατοικίες του 60 , πράγμα που Θεωρώ πως μπορεί να οδηγήσει σε μια πιο νηφάλια, πιο ρεαλιστική, ανάγνωση της πόλης. Από την άλλη, πολίτες οργανώνονται (οι ποδηλάτες, η ομάδα μπλάνκο, οι πάνθηρες των δρόμων), χωρίς να τα περιμένουν όλα απ’ τους άλλους, ζούνε μ’ έναν νέο τρόπο στη πόλη, περιορίζοντας το χάος, προτείνοντας απλές καθημερινές λύσεις σε χρόνια προβλήματα. Καινούργια σάιτ ξεφυτρώνουν,(βλ.hearsaying.com), που σαν εντομολόγοι ψάχνουν για μικρά χαμένα αθηναϊκά θαύματα που όλοι εμείς , κάποτε ή και πρόσφατα ακόμα, αγνοήσαμε. Η αρχή έχει γίνει. Η πόλη είναι καταδικασμένη να πετύχει.

www.slowfood.com

επισκεπτεσ:

count website traffic

Αναγνώστες