25 Νοε 2010

Το Νέο Βάρος


















 
  Τέλη Νοεμβρίου,η δικτατορία του Νοτιά επιβάλλει αλλεπάλληλα κρυολογήματα . Απ' το παράθυρο μου, ζαλισμένος απ' τα παναντόλ, χαζεύω, σαν σε παραίσθηση, τις κυρίες με τ' άσπρα σκουφιά που επιμένουν (!), μετά απ' όλα αυτά, να κάνουν τις απλωτές τους στα , υπερκινητικά και ολίγον μολυσμένα, νερά της Χαλκίδας. Θα θελα πολύ να ξέρω τι λένε, την ώρα των καθημερινών υδάτινων χορογραφιών τους...
 Εμείς εδώ θα μιλήσουμε πάλι για το "Χυλό ή την Ελευθερία" , κυρίως γι' αυτά που συμβολίζονται πίσω απ΄αυτό το αυθαίρετο κι ασαφές δίλημμα. Στη πραγματικότητα, δεν πρόκειται καν για δίλημμα, αλλά για τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Αν  πάρουμε, για παράδειγμα, το όνομα "Μίκης Θεοδωράκης" ως έννοια, όχι ως πρόσωπο, θα δούμε ότι γύρω απ' το όνομα αυτό, κρύβονται  , όχι μόνο, δυνάμεις απελευθερωτικές, αλλά και δυνάμεις αντιδημιουργικές, που διαιωνίζουν την ύπαρξη του "χυλού". Για το τελευταίο, φυσικά και δεν ευθύνεται  τόσο ο ίδιος ο Θεοδωράκης , η ανήσυχη φύση του άλλωστε , ακόμα και τώρα,  διαλύει κάθε μικροπρεπή προσπάθεια να του φορεθεί μια ή περισσότερες ταμπέλες , όσο η ίδια η  μάζα  που επιμένει να  καθρεφτίζεται σε κατεστραμμένα είδωλα  , για να ικανοποιήσει κυρίως δικές της, άγνωστες σε μας, ανάγκες. Άνθρωποι καθεστωτικοί με προγούλια, προσπαθούν να μας πείσουν ακόμα για τον ¨"προοδευτισμό"  τους, παίζουν σαν γερασμένα παιδιά με το "Μίκη" που τους βολεύει,  συντηρώντας  μια μεγάλη παρεξήγηση που κρατάει από την εποχή της μεταπολίτευσης. Αλλά και η δική μας γενιά , οι τριανταπεντάρηδες , εκτός απ' τις ριπές κυνισμού που κάθε τόσο εξαπολύει, τι κάνει για αυτό;  Μήπως συνεχίζουμε κι εμείς όπως οι προηγούμενοι; Μήπως θα γεράσουμε παρακολουθώντας τις ζωές των άλλων, όχι με τη συστολή του πράκτορα της Στάζι, στην ομώνυμη ταινία, αλλά με τον "νόμιμο", απροκάλυπτο τρόπο που επιτάσσει η μόδα της μετά-Ζάκερμπεργκ εποχής.  Μήπως  εμείς είμαστε ο "χυλός";

  Φοβάμαι ότι ξαναγράφουμε συνθήματα χωρίς να το καταλαβαίνουμε.  Υπάρχει παντού  μια ναρκισσιστική τάση για  ιντερνετικά "κατηγορώ" , που δεν  βοηθούν καθόλου τους αληθινά απελπισμένους.Ούτε μια λέξη για ενδοσκόπηση, ούτε μια μικρή στιγμή περισυλλογής, μόνο τσιτάτα, απ' τη μια και  λόγια βουρκωμένα, δήθεν ,εξομολογητικά, απ' την άλλη. Διαλέξαμε, κι εμείς, την πιο απλοϊκή, τη πιο "εύκολη " πλευρά της "ελευθερίας".  Ένα, επιτηδευμένα, αύθαδες κομμάτι "ελληνικού χιπ χοπ",  ένα, όλο αυταρέσκεια, ιστολόγιο, δεν βοηθάει στο να κερδηθεί περισσότερη "ελευθερία" ,απ' όση θα κέρδιζε  η προκλητική συμπεριφορά ενός εκσυγχρονισμένου σκυλά με τις σαμπάνιες και τα πούρα, την "ένδοξη" μακρινή  εποχή του "σημιτισμού". Η ελευθερία δεν είναι σημαία, ούτε στυλ, είναι προσωπική διαδικασία του καθενός μας. Απαιτεί, μικρές και επίμονες πράξεις, καθημερινά, που συχνά, για να εκκολαφθούν χρειάζονται και τη σιωπή. Εάν δεν αναλάβουμε το δικό μας, το νέο μας βάρος, δεν θα είμαστε ικανοί να μετατρέψουμε κανένα γκρίζο αντιπαθητικό πράγμα, καινούργιο ή παλιό, σε όχημα ελευθερίας προς άγνωστες κατευθύνσεις.  Μόνο έτσι γίνεται η σκληρή απροσπέλαστη φόρμα, υλικό εύπλαστο, μόνο έτσι μετατρέπεται ο Χυλός σε Ελευθερία.

2 Νοε 2010

Πένθιμα για την Περίσταση.

«Ο Θρίαμβος Του Θανάτου» είναι μια επιβλητική ελαιογραφία του Pieter Bruegel , οπού απεικονίζεται ή υπονοείται  ο Θάνατος σε όλες του τις εκφάνσεις. Βλέπουμε ένα τοπίο που έχει ισοπεδωθεί από το Σκοτεινό Εκδικητή Με Το Δρεπάνι, έναν τόπο καμένο όπου κανένας δεν έχει ,έστω λίγο, την ψευδαίσθηση ότι θα γεννηθεί κάτι  νέο από τις στάχτες του. Έτσι περίπου θα έπρεπε να μοιάζει η Ελλάδα στις μέρες μας, εάν βασιζόμασταν αποκλειστικά στους διάφορους «σκοτεινούς» αναλυτές της ΚΡΙΣΗΣ.
Η πραγματικότης βέβαια δεν είναι ακριβώς αυτή. Δεν είναι νύχτα βαθειά, είναι ένα μελαγχολικό σούρουπο. Είναι οι ώρα, δηλαδή, που οι «σκοτεινιασμένοι» πλέον  συμπατριώτες, αφού, μετά από κόπους και θυσίες, έπεισαν τους άλλους, με πρώτους τους Αλβανούς, ότι δεν θα γίνουν Έλληνες ποτέ, κάθονται εθνικά ακραιφνείς, και ξεχνιούνται με εκπομπές παρα-μαγειρικής οπού τιμωροί-μάγειρες εκδικούνται κάθιδρους  μαθητευόμενους  υπό το βλέμμα μιας σεληνιασμένης παρουσιάστριας και με κάτι σαν  Βάγκνερ  για υπόκρουση .
Μπροστά σε virtual Σπιναλόγκες και με άλλα «πένθιμα» για την περίσταση, αναστενάζει, πλέον ο Έλληνας, κι ευχαριστεί τον Θεό που δεν είναι, ακόμα τουλάχιστον, λεπρός ή νεκρός ή και τα δύο.

.το έργο του Pieter Bruegel "Triumph of Death" είναι από την ιστοσελίδα www.ibiblio.org.

.σε λίγες μέρες θα υπάρξει η συνέχεια του "Χυλός ή Ελευθερία".

.το Razblog επιθυμεί από εδώ και πέρα να συνεχίσει με κείμενα που θα μιλάνε για ένα νέο φως,  ένα φως που άλλωστε δεν έπαψε ποτέ να υπάρχει.

22 Αυγ 2010

Χυλός ή Ελευθερία;




Ας δεχτούμε ότι είναι αδύνατο ν’ ακούμε μουσική χωρίς να ενεργοποιούμε τα συναισθήματα μας. Ειδικά σ’ αυτόν εδώ τον τόπο ,όπου σχεδόν τα πάντα πηγάζουν ή κατευθύνονται προς το θυμικό, «ποιητικά» τσιτάτα εκτοξεύονται με μεγάλη ευκολία και σε κάθε περίσταση: από τους πολιτικούς λόγους μέχρι και τις τηλεοπτικές εξομολόγους της μεσημεριανής ζώνης. Σε μια χώρα, λοιπόν, που υπάρχει πλεονασμός συναισθημάτων, το να μιλάμε για τα πράγματα με ψυχραιμία και λογική , αποτελεί πρόκληση και στόχο ζωής.
Μεγάλωσα, όταν είχαν κοπάσει κάπως οι καπνοί αυτού που όλοι λέμε «μεταπολίτευση». Για την ακρίβεια , όλοι εμείς οι γεννηθέντες γύρω στα μέσα της δεκαετίας του ’70, ζήσαμε τους απόηχους της , στην πιο σαχλή, στην εκχυδαϊσμένη της εκδοχή. Πιο ειδικά, για να περιοριστούμε στο χώρο της μουσικής, περίπου στις αρχές του ογδόντα, ενώ από τη μία ,υπήρχε μια αυθόρμητη και ελεύθερη κίνηση νέων, τότε, τραγουδοποιών που προσέθετε ένα «νέο μυστήριο» στο χώρο, και που άνθιζε όταν εμείς ήμασταν μπόμπιρες, από την άλλη υπήρχε μια συνεχής και διογκωμένη προβολή , των πρωταγωνιστών του ’60 και του ’70, που καταπίεζε ότι καινούργιο πήγαινε να γεννηθεί, εκτός φυσικά από το κραταιό ,ειδικά τότε, σκυλάδικο. Θα μου πείτε, είναι φυσικό για μια κοινωνία όπως η ελληνική, μετά από τόσα δεινά και τόσες στερήσεις, να αφεθεί λίγο , και να απολαύσει τους καρπούς που έσπειρε, υπό δύσκολες, μάλιστα, συνθήκες, αλλά, κι αυτό απ’ την άλλη, πολύ φοβάμαι, ότι γέννησε παρεξηγήσεις, που, δυστυχώς, ισχύουν, μέχρι τις μέρες μας.
Ο γενικός εφησυχασμός πηγάζει , λοιπόν, από τότε, και , εν μέρει, οδήγησε κι αυτός, στη σημερινή οριακή κατάσταση. Ενώ οι περισσότεροι, μέχρι πριν από λίγα χρόνια, το έπαιζαν «ποιητές», τώρα όλα ξαφνικά ερμηνεύονται με δυσοίωνες στατιστικές και με αναλύσεις που η αλήθεια τους είναι βαριά σαν σίδερο. Αλλά ας επιστρέψουμε στη μουσική.
Δεν θ’ αρχίσω, τώρα, να γράφω διάφορα βαρετά, ότι η ποιοτική μουσική πέθανε κι ότι η τηλεόραση φταίει κλπ κλπ. Κανένας δεν έχει το δικαίωμα, να βάζει τέλος σε πράγματα που δεν τελειώνουν, να κηδεύει πράγματα που δεν πεθαίνουν ποτέ στ’ αλήθεια. Είναι όλα εκεί έξω και είναι προσωπική υπόθεση του καθενός , το πόσο θ’ αγαπήσει τη μουσική του Χατζιδάκι, και πότε και με ποιόν τρόπο θ’ αρχίσει ν’ ακούει τα τραγούδια του Τσιτσάνη. Έχω την εντύπωση , ότι η γενιά, στην οποία ανήκω, έχει ακούσει περισσότερο ελληνικό τραγούδι απ’ ότι η ίδια παραδέχεται. Δεν το λέμε όμως, παραέξω, γιατί η σχέση μας είναι γεμάτη από μικρές πληγές: Καθώς μεγαλώναμε η κατάσταση , στο ελληνικό μουσικό τοπίο έπαψε να έχει πλάκα, η χαζοποπ, έχασε τη όποια εφηβική τσαχπινιά της, σοβάρεψε κι έγινε σαλονάτη κι άρχισε μάλιστα ν’ αποφασίζει αυτή για το τι είναι καλό και τι είναι κακό . Το ίδιο και το σκυλάδικο, έχασε την ατμόσφαιρα εθνικής οδού, την σκοτεινιά του και τις αιχμές του, τα φτιάξε με τη χαζοποπ κι έγινε νόμιμο και κατοικίδιο, δηλαδή κατεστημένο. Στη συνέχεια παντρεύτηκαν και έκαναν παιδάκι, ημιμαθές και κακομαθημένο, και το ονόμασαν λαϊκοποπ.
Το λεγόμενο «ποιοτικό» τραγούδι , υιοθέτησε μια στάση αμυντική που μετατράπηκε σιγά σιγά σε στάση αλαζονική, αφού ρούφηξε τους όποιους ζωντανούς κι αυθεντικούς χυμούς υπήρχαν στο ρεμπέτικο και στο λαϊκό τραγούδι, κάθισε μοναχό του, κι άρχισε ν’ ανακυκλώνει τις ίδιες φόρμες και σχήματα, μέχρι που στο τέλος ξεράθηκε. Παράλληλα έχασε σταδιακά το χιούμορ του, αλλά και το λεπτό του αισθητήριο, κι έγινε μονόπλευρο και καταπιεστικό. Και όλο «αγιογραφίες». Πως είναι δυνατόν, για εμάς τους μπόμπιρες του ’80, να δούμε καθαρά τα τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη, μέσα από τους καπνούς και τις τυμπανοκρουσίες δεκαετιών ολόκληρων;
Οι μύθοι της «Ελληνικότητας» ή της «Αριστεράς», σαν τεράστια ογκώδη βουνά στέκονταν όλα αυτά τα χρόνια πάνω απ’ το πεδίο του ελληνικού τραγουδιού. Σχήματα ελευθερίας που αρχικά το ενέπνεαν, έγιναν, στη συνέχεια, σχήματα αφόρητα που το καταπίεζαν , μέχρι που στο τέλος γκρεμίστηκαν κι αυτά , αφήνοντας το, μόνο, αμήχανο και μετέωρο. Εμείς σ’ αυτήν την « μετέωρη» εποχή του, το γνωρίσαμε, στη λιγότερο ελκυστική του «φάση».
Τη στιγμή που γράφω όλα αυτά ,κάτω στο δρόμο ένα αμάξι γκαζώνει με το σιντι στη διαπασών που παίζει ένα ακόμα υπερφίαλο χιπ χοπ κομμάτι, τραγουδισμένο από ένα τύπο εγωισταρά που δεν βλέπει πέρα απ’ τη μύτη του , και που κάνει τα τζάμια μου να τρίζουν.
Έχω την εντύπωση ότι όλα όσα γράφω είναι περιττά, εδώ ο κόσμος καίγεται κι εμείς ασχολούμαστε με το μετέωρο βήμα του τραγουδιού.
Όμως ναι, όλα συνδέονται, η εποχή είναι μπερδεμένη, ο υπέργηρος Ντίλαν τραγουδάει μες το κατακαλόκαιρο χριστουγεννιάτικα, οι Μπιτλς έγιναν ρεπλίκες, οι «επίγονοι» του Καζαντζίδη γίνονται Νομάρχες , και σε λίγο θα βγαίνουν συμπιεσμένα τραγουδάκια με οσμή ή υφή ή δεν ξέρω τι. Όλα αναπαράγονται μηχανικά. Όλοι μπορούν να τραγουδήσουν τα πάντα, και κανένας δεν δίνει δεκάρα για το τι προηγήθηκε. Όλα είναι χύμα.
Σύμφωνοι, όλα είναι χύμα κι αυτό έχει δύο πλευρές: Ή  όλα τείνουν να γίνουν χυλός ή  όλα διεκδικούν μια νέα μορφή ελευθερίας.Θα προσέθετα, επίσης, ότι  αποφεύγοντας να μιλάμε για όλα τούτα , μάλλον τον χυλό βοηθάμε…

(θα συνεχίσουμε σε επόμενη ανάρτηση...)


www.slowfood.com

επισκεπτεσ:

count website traffic

Αναγνώστες