26 Ιουν 2014

Παρατηρώντας τον Μπομπ Ντύλαν





Η αλήθεια είναι πως όταν βλέπεις κάποιον σαν το Bob Dylan ζωντανό στη σκηνή , είναι αδύνατον ν’ ακούς, απλά και  μόνο , την συναυλία, έτσι ξερά, όπως ,ας πούμε, θα άκουγες ένα «αξιοπρεπές»  ροκ συγκρότημα  ή , ακόμη περισσότερο , ένα κουαρτέτο εγχόρδων μια δροσερή θερινή νύχτα. Αν είσαι τυχερός, και κάθεσαι, σχετικά κοντά στη σκηνή ( και προχθές στο Terra Vibe της Μαλακάσας  αυτό ήταν εφικτό , καθώς δεν ήταν ασφυκτικά γεμάτο), εστιάζεις αποκλειστικά στον ίδιο τον πρωταγωνιστή.  Με την λεπτομερή αφοσίωση ενός σχολαστικού εντομολόγου (που μάλιστα είναι ερωτευμένος με το ,προς έρευνα , αντικείμενο του ) παρατηρείς, καθ όλη τη διάρκεια του σετ,  τις γκριμάτσες , τις νευρώσεις, τα μαλλιά και τα ρούχα  του Βοb Dylan. Πιάνεις , δηλαδή, τον εαυτό σου, να κάνει κάτι σαν  αυτό που θα έκανε στο σινεμά,  ο σκηνοθέτης της ταινίας  «La Vie d' Adele»  Αμπτελατίφ Κεσίς  με τα πασαλειμμένα από μακαρονάδα με κιμά χείλη της Αντέλ Εξαρχόπουλος .

Φυσικά δεν κάνω συγκρίσεις. Για άλλους λόγους θέλεις να παρατηρείς τον Ντύλαν , και για άλλους , εντελώς διαφορετικούς, τη θελκτική ελληνογαλλίδα ηθοποιό .  Το κορίτσι είναι απλά είναι το ζωντανό ΤΩΡΑ, το άμεσο , το ΤΩΡΑ που πάλλεται και  σπαρταράει , που βγάζει σπυράκια , ιδρώνει και λερώνεται και ολοένα σχηματίζεται. Ο γηραλέος τροβαδούρος (πόσο  μισώ αυτή τη λέξη!) είναι το ΧΘΕΣ , o αρχαίος κόσμος , ο τόσο διαφορετικός απ  τον τωρινό. Είναι , σχεδόν, σαν μουσείο. Και τι δεν έχουν δει τα αχνά του μάτια : Toν Woody Guthrie , τoν Martin Luther King, τον Allen Ginsberg, άλλα και τις αχανείς εκτάσεις της αμερικάνικης υπαίθρου όπως ακριβώς  μας τις  περιέγραψε ο Faulkner ή ο Steinbeck ή την παλιά καλή Νέα Υόρκη , όπως μας την απέδωσε ο Hopper.

Κι όμως είναι εδώ, ζωντανός στο δάσος (;) της Μαλακάσας ,στο 37ο Χλμ Εθνικής Οδού Αθηνών – Λαμίας,  με το πλατύ καπέλο του μπροστά στο πιάνο και γρυλίζει,  ,ενώ μπορεί την ίδια ώρα, λίγο πιο πέρα,  κάποιο  υπερσύγχρονο φορτηγό γεμάτο φώτα ή λέιζερ, να περνάει παίζοντας στη διαπασών Παντελίδη. Τον βλέπω , εγώ μαζί μ ένα πλήθος από παιδιά με φράντζες, μαζί με πενηντάρηδες με τους γιούς τους, να μην κάθεται σε ησυχία, να σηκώνεται σαν να ψάχνει να βρει κάτι, να πίνει (άγνωστο τι..) από το πλαστικό ποτήρι, να πηγαίνει λίγο μέσα και μετά να επιστρέφει  απότομα και να ξανακάθεται  δείχνοντας μας τις άσπρες  μπότες του, μισοχαμογελώντας,  καθυστερώντας να μπει στο κουπλέ, ψάχνοντας μια καινούργια, αλλοπρόσαλλη, βερσιόν στα χιλιοειπωμένα τραγούδια του.

Τον βλέπω και σκέφτομαι , μήπως εγώ είμαι τελικά ο «γέρος» κι ο κολλημένος; Aυτός εδώ πάνω , παίζει, μετακινείται συνεχώς , και , γενικά, συνεχίζει την ζωή του κανονικά, όπως ακριβώς η Αντέλ , ενώ εγώ προσπαθώ, μάταια, να τον συνδέσω με το πενηντάχρονο και βάλε παρελθόν του. Πόσο πιο ξεκούραστο θα ήταν , εάν για μια στιγμή ξεχνούσαμε την «ένδοξη πορεία» και τον όγκο πληροφοριών  και απλά συγκεντρωνόμασταν στο ΤΩΡΑ, δηλαδή σε μια ωραία συναυλία ενός 73χρονου μουσικού με άσπρες μπότες που μας μισοχαμογελάει .

Όμως,  οι τελευταίες νότες ,ενός αγνώριστου και ουσιαστικά καινούργιου , All Along The Watchtower, μόλις έχουν σταματήσει . Ο Dylan και η μπάντα του , κάθονται παρατεταγμένοι , για να τους χειροκροτήσουμε. Όμως, μέσα στο βλέμμα του , αυτό το αχνό βλέμμα που ενώνει δύο ή τρείς αιώνες (ξεκινώντας με ιστορίες απ τον 19ο και καταλήγοντας στον 21ο) , βλέπω ένα παιδί, ένα μικρό παιδί που με ρωτάει : “Σου άρεσε η συναυλία;” Τι να του απαντήσω τώρα… Την επόμενη φορά Bob , που θά είμαι κι εγω πιό νέος!



9 Αυγ 2013

Το Σούρουπο



  


Εδώ στας εξοχάς , 25 χλμ από την Πρέβεζα, όλα κυλούσαν σε ρυθμούς οικογενειακής ρουτίνας. Όταν επιτέλους κοιμήθηκαν τα μωρά , νωρίς το βράδυ, βγήκα έξω στο κήπο. Όλα ήταν ήσυχα, άκουγες μόνο τους ήχους των νυσταγμένων  τζιτζικιών που όσο πήγαινε και έσβηναν , μαζί με τον ήλιο που χάνονταν αργά πέρα στο Ιόνιο. Και ξαφνικά! Κλαρίνο! Από το πέρα σπίτι , ένα κατάξανθο παιδάκι , γιος έλληνα που ζει στη Σουηδία, εξασκούνταν  στο όργανο , που τον συνέδεε συμβολικά  (αλλά και ουσιαστικά) με τη γη των προγόνων του , την Ήπειρο. Η πλάση αντήχησε , τα γύρω βουνά αντιλαλούσαν (που λέει και το τραγούδι) , ο άτεχνος ,αλλά αρχαϊκός, ήχος απλώθηκε παντού :  Μέσω Goteborg ζωντάνεψε ξανά η ελληνική φύση . Σίγουρα θα  υπάρχει ,περά απ τους γονείς, και ενθάρρυνση απ το σουηδικό σχολείο (παραλίγο να γράψω σουηδικό μοντέλο), ήταν η σκέψη που ακολούθησε την έκπληξη μου .  Σχεδόν ταυτόχρονα,  τα μεγάλα ,πλακουτσωτά, ηπειρώτικα κεφάλια των πρεσβυτέρων της οικογενείας , έπιασαν το τραγούδι: «Δεν μπορωώ μανούλαμ δεν μπορωώ...». Αλλά ο μικρός τους στην έφερε, άφησε μετά τα δημοτικά και έπιασε τους Beach Boys και "Wouldn't It Be Nice" κι αμέσως μετά το “Bandiera Rossa” . Μέχρι και τη «Μασσαλιώτιδα» έπαιξε για φινάλε το κατάξανθο ελληνόπουλο εκ Σουηδίας! Στο τέλος, η αυστηρή φωνή του πατέρα διέταξε τον μικρό να πάει για ύπνο. Κι έτσι το, φορτωμένο αρχέγονα συναισθήματα,  κλαρίνο εσιώπησε . Στο μεταξύ , είχαν σιγήσει και τα τελευταία τζιτζίκια και έτσι έμεινα εκεί ν’ απολαμβάνω, μόνος μου,  την πλήρη ησυχία.


13 Ιουν 2013

Ο Βασίλης Λεβέντης μέσα στη νύχτα




Ο Βασίλης Λεβέντης , μέσα στη νύχτα, χτυπάει τη γροθιά του επάνω στο τραπέζι. Ο θόρυβος που βγάζει ο χτύπος σε κάνει να νομίζεις ότι το τραπέζι είναι φτιαγμένο από mdf . Ίσως και όλο το τηλεοπτικό στούντιο να είναι φτιαγμένο από τέτοιο ή παρόμοιο ετοιμόρροπο υλικό. Έτσι τα έκαναν  όλα , τότε, στην δεκαετία του ενενήντα, γρήγορα και βιαστικά.
Ο Β.Λ., ταμένος σε μια ζωή συντηρητική, όλο εγκράτεια, ξαφνικά παραληρεί και σαν Δον Κιχώτης ορμά με το κοντάρι του προς κάθε «εχθρικό» αντικατοπτρισμό. Γι αυτόν η  Δουλτσινέα του είναι η «αντι-διαπλοκή».  Παρακαλάει το Θεό να «στείλει» καρκίνο στους εχθρούς του. Προσβλέπει σ’ έναν Θεό που μοιάζει περισσότερο με θεό του Ολύμπου, όλο ανθρώπινα πάθη κι αδυναμίες, αυστηρό, που τιμωρεί τους «εχθρούς».
Ο Β.Λ. πνίγεται από δίκιο, σαν ναυαγός μέσα σ’ ένα φουρτουνιασμένο πέλαγος αδικίας. Γι αυτό ίσως πίνει ,κάθε τόσο ,γουλιές νεσκαφέ φραπέ. Στον αφρό του επιπλέει και πρόσκαιρα σώζεται , απ την πίκρα του παίρνει δύναμη.
Ο Β.Λ. μέσα στην ησυχία μιας ζεστής, κολλώδους, αθηναϊκής νύχτας, αραιά και που, δέχεται τηλεφώνημα . Συνέρχεται, σκουπίζει το μέτωπό του με το μανίκι του πουκαμίσου του, κι απαντάει . Για μια στιγμή πιστεύει ότι ναι,  αυτή τη φορά, η κλήση θα είναι το φωτάκι που μια ζωή περιμένει, φωτάκι ανταπόκρισης μες στο αβάσταχτο σκοτάδι. Για μια στιγμή μόνο. Την αμέσως επόμενη στιγμή, όμως, θα αποδειχτεί  ,κι αυτό, φωτάκι απατηλό, αφού θα καταλήξει, όπως τόσα άλλα, σε βωμολοχίες και χάχανα. Άλλος ένας «εγκάθετος», άλλο ένα «φασιστοειδές», άλλος ένας που σκοτώνει την ώρα του, όπως πολλοί από μας,  στα αγνά, προ-facebook, χρόνια. Έφηβοι , αυνάνες , ανυποψίαστοι γι αυτά που θα έρθουν στο μέλλον, βλέπαμε «τα παιδιά της νύχτας» , φαντασιωνόμασταν την Ελεάνα Παγουρά και μετά ξεσπούσαμε στον τρελό του καναλιού 67 «που λέει αλήθειες». Κι αυτός μας το έκλεινε απότομα , κάθιδρος και μαινόμενος πάλι, μέσα στο δωμάτιο , σαν να βγήκε από ταινία του Οικονομίδη.
 Κι ύστερα ήρθαν τ’ αρπακτικά: τα γραβατωμένα nerds , που εκείνη την εποχή «ανέβαιναν»,  δεν έχασαν την ευκαιρία και έβγαλαν τον αφελή στην ανθρωποφάγα οθόνη, εκεί , αμέσως μετά την «Λάμψη». Άλλωστε κανείς δεν κινδύνευε τότε απ τον τρελό που λέει αλήθειες. Κι ο Πάνος γελούσε όλη την ώρα κάτω απ τη γραβάτα του, όπως ίσως όλοι , τότε. Και στο τέλος, αφού όλοι καλά περνούσαμε, θα τον κερνούσαμε και μια πίτσα, και  θα τον «εκτελούσαμε» στεγνά μπροστά στο γυαλί. Από τους πρώτους ζωντανούς τηλεοπτικούς «θανάτους» στα nineties  κι ας θυμόμαστε , πια μόνο, τον Κουτσόγιωργα να καταρρέει. Κι όλοι θα μπορούσαμε να πάμε για ύπνο, για άλλη μια δεκαετία, ατάραχα  
 Κι έτσι θα κυλούσαν τα χρόνια. Οι πίτσες θα φέρναν κι άλλες πίτσες. Το γραβατωμένο nerd θα γινόταν υπουργός. Κι ο Λεβέντης θα έμενε πάλι μόνος. Μέσα στη νύχτα.

www.slowfood.com

επισκεπτεσ:

count website traffic

Αναγνώστες