
Βγαίνω βόλτα στην Αλεξανδρούπολη μ' ένα μαυρόασπρο ποδήλατο. Καμιά φορά αγνοείς τα πράγματα που είναι δίπλα σου. Νομίζεις ότι τα σημαντικά βρίσκονται κάπου αλλού, κι' ότι εσύ απλώς ζεις περιμένοντας τα. Η περιφέρεια, όπως και το κέντρο, έχουν αλλάξει πολύ το τελευταίο καιρό. Κάτι καινούργιο ετοιμάζεται. Σε λίγο οι τόποι που ζούμε ,για κάποιους, θα γίνουν αγνώριστοι. Παρατηρώ τους ανθρώπους στα καφέ, αμίλητοι μπροστά σε οθόνες που όσο πάει και μεγαλώνουν. Παρακολουθούν βουβά, τη καταστροφή του ποδοσφαίρου, τη φθορά της πολιτικής. Όλοι οι μοναχικοί άνθρωποι, ξεσκάνε μοναχικά. Πως να περιγράψεις τη κοινοτοπία, πως να αποδώσεις όλη αυτή τη "καινουργίλα";
Τα απογεύματα, κάθομαι και ζωγραφίζω αυτά που βλέπω και σκέφτομαι, πλαδαρές φιγούρες με γυαλιστερά σορτς μπροστά από καντίνες χρώματος φιστικί.Χρησιμοποιώ επίτηδες ξινά "αντιπαθητικά" χρώματα. Για τις λεπτομέρειες κοιτάζω συχνά τον Van Eyck και τον Peter Brueghel. Ζωγραφίζω μια επαρχία αζωγράφιστη, χωρίς την ανάγκη να αναπολήσω (να αναπολήσω τί;), ούτε όμως και να χλευάσω, όπως θα κανε το οποιοδήποτε συνεπές κωλόπαιδο της εποχής μας. Με τραβάει το γεγονός ότι μέσα σ' ολον αυτόν τον ίλιγγο, κάποιος εξακολουθεί να μπαινοβγαίνει σε μισοσκότεινες πόρτες, κάποιος χειρονομεί μπροστά στο ηλιοβασίλεμα, κάποια ξανθιά κυρία άφησε κάτω τις σακούλες της γιατί εντελώς ξαφνικά "λύγισε". Οι άνθρωποι, όπως άλλωστε οτιδήποτε ζωντανό , αντιστέκονται στην υστερία του "τέλειου" και στο "σιδέρωμα" ραγίζοντας και κάνοντας άλλα αντί άλλων. Πολλές φορές λάμπουν γι' αυτές ακριβώς τις "ατέλειες" (αρκεί να μην το πολυκαταλάβουν). Έτσι είναι και η Αλεξανδρούπολη,έτσι είναι και οι περισσότερες πόλεις στην Ελλάδα, σήμερα.Ντύνονται ομοιόμορφα, παριστάνουν τις "Αθηναίες", ενώ, κατά βάθος το "σώμα" τους αντιστέκεται σθεναρά στην ισοπέδωση.