2 Νοε 2010

Πένθιμα για την Περίσταση.

«Ο Θρίαμβος Του Θανάτου» είναι μια επιβλητική ελαιογραφία του Pieter Bruegel , οπού απεικονίζεται ή υπονοείται  ο Θάνατος σε όλες του τις εκφάνσεις. Βλέπουμε ένα τοπίο που έχει ισοπεδωθεί από το Σκοτεινό Εκδικητή Με Το Δρεπάνι, έναν τόπο καμένο όπου κανένας δεν έχει ,έστω λίγο, την ψευδαίσθηση ότι θα γεννηθεί κάτι  νέο από τις στάχτες του. Έτσι περίπου θα έπρεπε να μοιάζει η Ελλάδα στις μέρες μας, εάν βασιζόμασταν αποκλειστικά στους διάφορους «σκοτεινούς» αναλυτές της ΚΡΙΣΗΣ.
Η πραγματικότης βέβαια δεν είναι ακριβώς αυτή. Δεν είναι νύχτα βαθειά, είναι ένα μελαγχολικό σούρουπο. Είναι οι ώρα, δηλαδή, που οι «σκοτεινιασμένοι» πλέον  συμπατριώτες, αφού, μετά από κόπους και θυσίες, έπεισαν τους άλλους, με πρώτους τους Αλβανούς, ότι δεν θα γίνουν Έλληνες ποτέ, κάθονται εθνικά ακραιφνείς, και ξεχνιούνται με εκπομπές παρα-μαγειρικής οπού τιμωροί-μάγειρες εκδικούνται κάθιδρους  μαθητευόμενους  υπό το βλέμμα μιας σεληνιασμένης παρουσιάστριας και με κάτι σαν  Βάγκνερ  για υπόκρουση .
Μπροστά σε virtual Σπιναλόγκες και με άλλα «πένθιμα» για την περίσταση, αναστενάζει, πλέον ο Έλληνας, κι ευχαριστεί τον Θεό που δεν είναι, ακόμα τουλάχιστον, λεπρός ή νεκρός ή και τα δύο.

.το έργο του Pieter Bruegel "Triumph of Death" είναι από την ιστοσελίδα www.ibiblio.org.

.σε λίγες μέρες θα υπάρξει η συνέχεια του "Χυλός ή Ελευθερία".

.το Razblog επιθυμεί από εδώ και πέρα να συνεχίσει με κείμενα που θα μιλάνε για ένα νέο φως,  ένα φως που άλλωστε δεν έπαψε ποτέ να υπάρχει.

22 Αυγ 2010

Χυλός ή Ελευθερία;




Ας δεχτούμε ότι είναι αδύνατο ν’ ακούμε μουσική χωρίς να ενεργοποιούμε τα συναισθήματα μας. Ειδικά σ’ αυτόν εδώ τον τόπο ,όπου σχεδόν τα πάντα πηγάζουν ή κατευθύνονται προς το θυμικό, «ποιητικά» τσιτάτα εκτοξεύονται με μεγάλη ευκολία και σε κάθε περίσταση: από τους πολιτικούς λόγους μέχρι και τις τηλεοπτικές εξομολόγους της μεσημεριανής ζώνης. Σε μια χώρα, λοιπόν, που υπάρχει πλεονασμός συναισθημάτων, το να μιλάμε για τα πράγματα με ψυχραιμία και λογική , αποτελεί πρόκληση και στόχο ζωής.
Μεγάλωσα, όταν είχαν κοπάσει κάπως οι καπνοί αυτού που όλοι λέμε «μεταπολίτευση». Για την ακρίβεια , όλοι εμείς οι γεννηθέντες γύρω στα μέσα της δεκαετίας του ’70, ζήσαμε τους απόηχους της , στην πιο σαχλή, στην εκχυδαϊσμένη της εκδοχή. Πιο ειδικά, για να περιοριστούμε στο χώρο της μουσικής, περίπου στις αρχές του ογδόντα, ενώ από τη μία ,υπήρχε μια αυθόρμητη και ελεύθερη κίνηση νέων, τότε, τραγουδοποιών που προσέθετε ένα «νέο μυστήριο» στο χώρο, και που άνθιζε όταν εμείς ήμασταν μπόμπιρες, από την άλλη υπήρχε μια συνεχής και διογκωμένη προβολή , των πρωταγωνιστών του ’60 και του ’70, που καταπίεζε ότι καινούργιο πήγαινε να γεννηθεί, εκτός φυσικά από το κραταιό ,ειδικά τότε, σκυλάδικο. Θα μου πείτε, είναι φυσικό για μια κοινωνία όπως η ελληνική, μετά από τόσα δεινά και τόσες στερήσεις, να αφεθεί λίγο , και να απολαύσει τους καρπούς που έσπειρε, υπό δύσκολες, μάλιστα, συνθήκες, αλλά, κι αυτό απ’ την άλλη, πολύ φοβάμαι, ότι γέννησε παρεξηγήσεις, που, δυστυχώς, ισχύουν, μέχρι τις μέρες μας.
Ο γενικός εφησυχασμός πηγάζει , λοιπόν, από τότε, και , εν μέρει, οδήγησε κι αυτός, στη σημερινή οριακή κατάσταση. Ενώ οι περισσότεροι, μέχρι πριν από λίγα χρόνια, το έπαιζαν «ποιητές», τώρα όλα ξαφνικά ερμηνεύονται με δυσοίωνες στατιστικές και με αναλύσεις που η αλήθεια τους είναι βαριά σαν σίδερο. Αλλά ας επιστρέψουμε στη μουσική.
Δεν θ’ αρχίσω, τώρα, να γράφω διάφορα βαρετά, ότι η ποιοτική μουσική πέθανε κι ότι η τηλεόραση φταίει κλπ κλπ. Κανένας δεν έχει το δικαίωμα, να βάζει τέλος σε πράγματα που δεν τελειώνουν, να κηδεύει πράγματα που δεν πεθαίνουν ποτέ στ’ αλήθεια. Είναι όλα εκεί έξω και είναι προσωπική υπόθεση του καθενός , το πόσο θ’ αγαπήσει τη μουσική του Χατζιδάκι, και πότε και με ποιόν τρόπο θ’ αρχίσει ν’ ακούει τα τραγούδια του Τσιτσάνη. Έχω την εντύπωση , ότι η γενιά, στην οποία ανήκω, έχει ακούσει περισσότερο ελληνικό τραγούδι απ’ ότι η ίδια παραδέχεται. Δεν το λέμε όμως, παραέξω, γιατί η σχέση μας είναι γεμάτη από μικρές πληγές: Καθώς μεγαλώναμε η κατάσταση , στο ελληνικό μουσικό τοπίο έπαψε να έχει πλάκα, η χαζοποπ, έχασε τη όποια εφηβική τσαχπινιά της, σοβάρεψε κι έγινε σαλονάτη κι άρχισε μάλιστα ν’ αποφασίζει αυτή για το τι είναι καλό και τι είναι κακό . Το ίδιο και το σκυλάδικο, έχασε την ατμόσφαιρα εθνικής οδού, την σκοτεινιά του και τις αιχμές του, τα φτιάξε με τη χαζοποπ κι έγινε νόμιμο και κατοικίδιο, δηλαδή κατεστημένο. Στη συνέχεια παντρεύτηκαν και έκαναν παιδάκι, ημιμαθές και κακομαθημένο, και το ονόμασαν λαϊκοποπ.
Το λεγόμενο «ποιοτικό» τραγούδι , υιοθέτησε μια στάση αμυντική που μετατράπηκε σιγά σιγά σε στάση αλαζονική, αφού ρούφηξε τους όποιους ζωντανούς κι αυθεντικούς χυμούς υπήρχαν στο ρεμπέτικο και στο λαϊκό τραγούδι, κάθισε μοναχό του, κι άρχισε ν’ ανακυκλώνει τις ίδιες φόρμες και σχήματα, μέχρι που στο τέλος ξεράθηκε. Παράλληλα έχασε σταδιακά το χιούμορ του, αλλά και το λεπτό του αισθητήριο, κι έγινε μονόπλευρο και καταπιεστικό. Και όλο «αγιογραφίες». Πως είναι δυνατόν, για εμάς τους μπόμπιρες του ’80, να δούμε καθαρά τα τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη, μέσα από τους καπνούς και τις τυμπανοκρουσίες δεκαετιών ολόκληρων;
Οι μύθοι της «Ελληνικότητας» ή της «Αριστεράς», σαν τεράστια ογκώδη βουνά στέκονταν όλα αυτά τα χρόνια πάνω απ’ το πεδίο του ελληνικού τραγουδιού. Σχήματα ελευθερίας που αρχικά το ενέπνεαν, έγιναν, στη συνέχεια, σχήματα αφόρητα που το καταπίεζαν , μέχρι που στο τέλος γκρεμίστηκαν κι αυτά , αφήνοντας το, μόνο, αμήχανο και μετέωρο. Εμείς σ’ αυτήν την « μετέωρη» εποχή του, το γνωρίσαμε, στη λιγότερο ελκυστική του «φάση».
Τη στιγμή που γράφω όλα αυτά ,κάτω στο δρόμο ένα αμάξι γκαζώνει με το σιντι στη διαπασών που παίζει ένα ακόμα υπερφίαλο χιπ χοπ κομμάτι, τραγουδισμένο από ένα τύπο εγωισταρά που δεν βλέπει πέρα απ’ τη μύτη του , και που κάνει τα τζάμια μου να τρίζουν.
Έχω την εντύπωση ότι όλα όσα γράφω είναι περιττά, εδώ ο κόσμος καίγεται κι εμείς ασχολούμαστε με το μετέωρο βήμα του τραγουδιού.
Όμως ναι, όλα συνδέονται, η εποχή είναι μπερδεμένη, ο υπέργηρος Ντίλαν τραγουδάει μες το κατακαλόκαιρο χριστουγεννιάτικα, οι Μπιτλς έγιναν ρεπλίκες, οι «επίγονοι» του Καζαντζίδη γίνονται Νομάρχες , και σε λίγο θα βγαίνουν συμπιεσμένα τραγουδάκια με οσμή ή υφή ή δεν ξέρω τι. Όλα αναπαράγονται μηχανικά. Όλοι μπορούν να τραγουδήσουν τα πάντα, και κανένας δεν δίνει δεκάρα για το τι προηγήθηκε. Όλα είναι χύμα.
Σύμφωνοι, όλα είναι χύμα κι αυτό έχει δύο πλευρές: Ή  όλα τείνουν να γίνουν χυλός ή  όλα διεκδικούν μια νέα μορφή ελευθερίας.Θα προσέθετα, επίσης, ότι  αποφεύγοντας να μιλάμε για όλα τούτα , μάλλον τον χυλό βοηθάμε…

(θα συνεχίσουμε σε επόμενη ανάρτηση...)


31 Ιουλ 2010

Μιά Μπύρα στου Χόπερ

-->

Ας υποθέσουμε ότι μόλις, ο Edward Hopper, τελείωσε το γνωστό έργο του Nighthawks, βγήκε , αργά, ένα  ζεστό νεοϋορκέζικο βράδυ του 1942 , να πιεί μια μπύρα στο ίδιο diner( μικρό αμερικάνικο εστιατόριο) που αποτέλεσε και το «σκηνικό» του πίνακα που μόλις είχε ολοκληρώσει. Πώς να  ένοιωσε άραγε , εκείνο το βράδυ. Ήταν άραγε επώδυνη ή όχι , η μετάβαση από το diner του πίνακα, στο αληθινό diner του Greenwich Village, από τη τέχνη στη ζωή, από τον μύθο στη πεζή πραγματικότητα; Ίσως να συνέχισε, υποθετικά πάντοτε, να πίνει τη μπύρα του, κουβεντιάζοντας και λίγο με το λευκοντυμένο τύπο στο μπαρ. Ίσως πάλι, και να μην πήγε ποτέ στο diner αυτό, γιατί απλούστατα το diner αυτό να μην υπήρξε ποτέ στ’  αλήθεια…
Η αγάπη για τον παραπάνω πίνακά ή απλά η περιέργεια, οδήγησε έναν, σύγχρονο μας, Νεοϋορκέζο, να ψάξει για το μυστηριώδες  diner και στη συνέχεια, όλα όσα έζησε, να μας τα εξιστορήσει εδώ.


 Συχνά, ο  «κόσμος» των δημιουργών που αγαπάμε, είναι πιο «αληθινός» από αυτόν που ζούμε.  Εκεί την «πατάμε», συνήθως.  Ο Τσαρούχης  συμπυκνώνει σε μια ενότητα έργων, όλα όσα  σήμαινε (και υπονοούσε) εκείνη την εποχή, ο όρος «Ελληνικό Καφενείο». Συχνά σήμερα , περνώντας πρωί, απ’ το ταλαιπωρημένο και κλειστό πια ΝΕΟΝ, στην Ομόνοια, συναντώ το ίδιο φως που λούζει και τον πίνακα «Καφενείο ΝΕΟΝ, την ημέρα». Η άλλη του ζωή, αυτή του πίνακα του Τσαρούχη, όμως, δεν είναι πουθενά. Γύρω μου τώρα, ταλαίπωροι τοξικομανείς, αστυνομικοί σαν ράμπο και περαστικές με σακούλες hondos center στα χέρια,  οι νέοι θαμώνες της σημείου αυτού, και οι πιθανοί πρωταγωνιστές μιας, υποθετικής μέχρι στιγμής, σύγχρονης  απόπειρας επανεκτέλεσης του πίνακα …

Προσοχή, δεν εξιδανικεύω την εποχή του Hopper ή του Τσαρούχη. Πολύ πιθανόν, έξω από το ΝΕΟΝ (ή και  μέσα σ’ αυτό) να βολόδερναν όλα τα «ωραία άνθη» της εποχής εκείνης χαφιέδες ,λαμόγια , κλεφτρόνια, άνθρωποι σκυφτοί χαμηλόφωνοι που αργότερα υποστήριξαν τη χούντα  και άλλα πολλά. Η τέχνη, που εγώ προτιμώ όμως, δεν λειαίνει και δεν είναι «ζαχαρωμένη», αντιθέτως ξεδιπλώνει έναν κόσμο συμπαγή και συγκινητικό, που εμπεριέχει μέσα του και τους «αθώους» και τους «απατεώνες»,  φωτίζοντας τους, με ένα νέο , και καθόλου πρόσκαιρο, φως.
Το diner του Hopper, και το καφενείο του Τσαρούχη, δεν υπήρξαν ποτέ στ’ αλήθεια, βλέποντας όμως τους πίνακες αυτούς, νιώθεις τη βεβαιότητα  ότι κάποτε, ένα ζεστό καλοκαιρινό βράδυ στο μέλλον, θα  τα βρεις, σε μια γωνία της «σκληρής» πόλης, και θα κάτσεις, κι εσύ, να πιείς μια μπύρα. 

πηγή για τη φωτογραφία του πίνακα "Nighthawks" είναι η Wikipedia
πηγή για τη φωτογραφία του πίνακα "Καφενείο ΝΕΟΝ (μέρα)" είναι το  μπλογκ:http://  ghteytria.blogspot.com/

η φωτογραφία του ΝΕΟΝ όπως είναι σήμερα είναι του Επαμεινώνδα Τερκενλή.

www.slowfood.com

επισκεπτεσ:

count website traffic

Αναγνώστες